Σελίδες/Χουάν Ροδόλφο Ουίλκοκ

Lorenzο & Jacopo Salimbeni, «Σκηνές από τη ζωή του αγ. Ιωάννη του Βαπτιστή». Τοιχογραφία, Ουρμπίνο, αρχές 15ου αι.
Lorenzο & Jacopo Salimbeni, «Σκηνές από τη ζωή του αγ. Ιωάννη του Βαπτιστή». Τοιχογραφία, Ουρμπίνο, αρχές 15ου αι.


Επιμέλεια σελίδων: Ναταλία Καραγιάννη
Μεταφράζουν: Ναταλία Καραγιάννη, Νίκος Πρατσίνης, Ιφιγένεια Ντούμη
Μ' έναν πρόλογο του  Αχιλλέα Κυριακίδη
————— ≈ —————


Χάρη στον αμερικανό μου φίλο, κριτικό λογοτεχνίας στο Village Voice, Harry Shine, έπεσε στα χέρια μου ένας ανεκτίμητος θησαυρός: τα έργα τού ώς τώρα αγνώστου μου (ναι, ντρέπομαι) αργεντινού συγγραφέα Juan Rodolfo Wilcock (Χουάν Ροδόλφο Ουίλκοκ). Ο Ουίλκοκ, γιος του Άγγλου Charles Leonard Wilcock και της Ιταλοαργεντινής Ida Romegialli, γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες, το 1919, σπούδασε πολιτικός μηχανικός και συγκοινωνιολόγος, εργάστηκε στους αργεντινούς σιδηροδρόμους, έγραψε και εξέδωσε ποίηση, συνδέθηκε φιλικά με τον κύκλο Silvina Ocampo-Adolfo Bioy Casares-Jorge Luis Borges, το 1957 αυτοεξορίστηκε και εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, μετέφρασε Borges και άλλους ισπανόφωνους στα ιταλικά, έγραψε πεζά (πρώτα στα ισπανικά, μετά –τα περισσότερα– στα ιταλικά), δημοσίευσε επωνύμως και ψευδωνύμως άρθρα και κριτικές θεάτρου σε περιοδικά και εφημερίδες, κυρίως στηνMondo (θρυλική η πύρινη αρθρογραφική πολεμική μεταξύ του Ουίλκοκ και του ψευδωνύμου του), έπαιξε ένα ρολάκο στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο του Pasolini, τα δε κυριότερα έργα του [με εξαίρεση τη συλλογή διηγημάτων El caos (Το χάος)] εκδόθηκαν μετά θάνατον (1978), οπότε και του δόθηκε η κατά τη γνώμη μου εντελώς άχρηστη πλέον ιταλική υπηκοότητα.
Αμίμητος μιμητής του Borges [η ανθολογία του Il libro dei mostri (Το βιβλίο των τεράτων, 1978) συνεχίζει, βεβαίως, τη φανταστική οντολογία του φίλου του], ακραιφνής ιταλοκαλβινιστής, ευφυής, σαρκαστικός, πνευματώδης, μελαγχολικός, γκροτέσκος, τρυφερός, παραμυθάς, αστείος, ο Χουάν Ροδόλφο Ουίλκοκ άφησε, μεταξύ άλλων, και ένα ευρηματικό μυθιστόρημα όπου οι κάτοικοι ενός φτωχού ιταλικού χωριού που δεν έχει το παραμικρό ιστορικό αξιοθέατο αποφασίζουν να ανεγείρουν έναν αρχαίο ετρουσκικό ναό χωρίς να ξέρουν πώς διάολο ήταν οι αρχαίοι ετρουσκικοί ναοί [Il tempio Etrusco (Ο ετρουσκικός ναός), εκδ. 2004], καθώς και δύο συλλογές μικρών πεζών που ερωτοτροπούν μ’ έναν μελαγχολικό σουρεαλισμό και το μαύρο χιούμορ: La sinagoga degli iconoclasti (Η συναγωγή των εικονοκλαστών, εκδ. 1981) και Lo stereoscopio dei solitari (Το στερεοσκόπιο των μοναχικών, εκδ. 1989)

ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

[ Πρόλογος στην πρώτη παρουσίαση του Ουίλκοκ στα ελληνικά με δύο στερεοσκοπικές διηγήσεις: Χάρτης#4 ]


Επίσημος ιστότοπος: https://www.wilcock.it/

ΒΑΣΙΚΗ ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Στα ισπανικά:

Libro de poemas y canciones, εκδ. Sudamericana, 1940.
Ensayos de poesía lírica, έκδοση του συγγραφέα, 1945.
Persecución de las musas menores, έκδοση του συγγραφέα, 1945.
Paseo sentimental, εκδ. Sudamericana, 1946.
Los hermosos días, Emecé, 1946, 1998.
Sexto, Emecé, 1953, 1999.
Los traidores (σε συνεργασία με την Σιλβίνα Οκάμπο), εκδ. Losada, 1956; εκδ. Ada Korn, 1988.
El caos, εκδ. Sudamericana, 1974, 2000.
Poemas, εκδ. Fundarte, 1980.
La sinagoga de los iconoclastas, εκδ. Anagrama,1981.
El ingeniero, εκδ. Losada, 1996.
El estereoscopio de los solitarios, εκδ. Sudamericana, 1998.
Hechos inquietantes, εκδ. Sudamericana, 1998.
El libro de los monstruos, εκδ. Sudamericana, 1999.
Los dos indios alegres, εκδ. Sudamericana, 2001.
El templo etrusco, εκδ. Sudamericana, 2004.
El libro de los monstruos, εκδ. La Bestia Equilátera, 2019.

Στα ιταλικά:

Il caos, εκδ. Bompiani, 1960
Fatti inquietanti, εκδ. Bompiani, 1961 και Adelphi, 1992
Luoghi comuni, εκδ. Il Saggiatore, 1961
Teatro in prosa e versi, εκδ. Bompiani, 1962
Poesie spagnole, εκδ. Guanda, 1963
La parola morte, εκδ. Einaudi, 1968
Lo stereoscopio dei solitari, εκδ. Adelphi, 1972, 1990
La sinagoga degli iconoclasti, εκδ. Adelphi, 1972, 1990
Il tempio etrusco, εκδ. Rizzoli, 1973
I due allegri indiani, εκδ. Adelphi, 1973, 2011
Parsifal, εκδ. Adelphi, 1974
Italienisches Liederbuch 34 poesie d'amore, εκδ. Rizzoli, 1974
L'ingegnere, εκδ. Rizzoli, 1975, εκδ. L'Editore, 1990
Frau Teleprocu (σε συνεργασία με τον Francesco Fantasia), Adelphi, 1976
Il libro dei mostri, εκδ. Adelphi, 1978, 2019
Poesie, εκδ. Adelphi, 1980, 1993, 1996
L'abominevole donna delle nevi e altre commedie, εκδ. Adelphi, 1982
Le nozze di Hitler e Maria Antonietta nell'inferno (σε συνεργασία με τον Francesco Fantasia), εκδ. Lucarini, 1985
— Il reato di scrivere, εκδ. Adelphi, 2010

Ο Χουάν Ροδόλφο Ουίλκοκ
Ο Χουάν Ροδόλφο Ουίλκοκ

Στερεοσκοπιά του Juan Rodolfo Wilcock


Ξαναβρήκα τον Ουίλκοκ μες στον Ενρίκε Βίλα-Μάτας, αλλά πού τον είχα πρωτοακούσει; Στο Μπάρτλεμπυ & Σία, ο Βίλα-Μάτας αναφέρεται σε μια παράγραφο του ‘Ματαιόδοξου’, όπου ο αφηγητής εύχεται να εμφανιστεί πάνω στο δέρμα ενός διαφανούς, ματαιόδοξου ατόμου ένας άσπρος λεκές ώστε να απαλλαχθεί από τη ματαιοδοξία του. Μου τράβηξε την προσοχή επειδή μέχρι εκείνη τη στιγμή η λεύκανση παρέπεμπε κατά κάποιον τρόπο στην εξαφάνιση (καθώς μεταφράζω αυτό το κείμενο στα ελληνικά τώρα, πετάει μπροστά μου η έκφραση «δια-λεύκανση», που, αντιθέτως, προσδοκά σε κάτι που τελικά εμφανίζεται, την αλήθεια). Τότε, όμως, με τον Ουίλκοκ, σαν η αντίθετη ιδέα να προσφερόταν ξάφνου: το να ασπρίσεις σήμαινε να γεμίσεις με κάποια (ανεπιθύμητη, προδοτική) ουσία.

Εκείνη την εποχή έγραφα ένα δοκίμιο για την έννοια της εξαφάνισης και τις αμφισημίες της. Κατεχόμουν από την διαίσθηση πως, όσο ανοίκεια και αν ακούγεται, η εξαφάνιση είναι επίσης και (ενεργο) ποιητική. Το δοκίμιο γραφόταν σε μια τρίτη για μένα γλώσσα που είχα ως τότε χρησιμοποιήσει μόνο για πανεπιστημιακά άρθρα: καταλάβαινα αυτό που έκανα ως εξαφάνιση από μια δική μου γλώσσα. Έψαξα τον Ουίλκοκ και βρήκα το βιβλίο όπου εμφανιζόταν το διήγημα με την επιθυμία του άσπρου λεκέ. Μου φάνηκε φοβερή σύμπτωση ο Ουίλκοκ να είναι εξω-φωνικός συγγραφέας, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό που επέδιδε στο οπισθόφυλλο του TLS πριν πάρει σύνταξη ο J. C., σε ανθρώπους σαν τον Ναμπόκοφ, τον Μπέκετ, και πιο κοντά σε εμάς, την Γιόκο Ταουάντα ή την Τζούμπα Λαχίρι.

Ο Ουίλκοκ ήταν φίλος της Σιλβίνα Οκάμπο και της ομάδας «Σουρ» («Νότος»· δε χρειάζεται να αναφερθούμε ονομαστικά στους υπόλοιπους με τους οποίους αναπόφευκτα τον συγκρίνουν και τον συνδέουν πάντα – ας διαβάσουμε καλύτερα την Σιλβίνα ή την αδερφή της, Βικτώρια). Έφυγε από την Αργεντινή για διάφορους λόγους που σχετίζονταν με τις πολιτικές του προτιμήσεις, την ανάγκη του για φρέσκο αέρα, την ομοφυλοφιλία του και επειδή απλούστατα … είχε την δυνατότητα να το κάνει. Ναι, μπορούσε – όχι λόγω χρηματικής άνεσης, μα χάρη στην πλούσιά του κουλτούρα, και στη γερή του πολυγλωσσία. Τα ιταλικά του ήταν άριστα – η μητέρα του ήταν Ιταλίδα – κι έτσι μετακόμισε στην Ρώμη, όπου προσέγγισε τη δυνατότερη λογοτεχνική ομάδα, εκείνη του εκδοτικού οίκου Αντέλφι, και όπου μετατράπηκε σε επαγγελματία μεταφραστή διαφόρων γλωσσών προς τα ιταλικά.

Κάνω μια παύση τώρα, προσπαθώντας να θυμηθώ πού τον είχα πρωτοδεί πριν τον Βίλα-Μάτας. Ματαίως. Ένα είναι σίγουρο: καθώς τελείωνα εκείνο το δοκίμιο περί εξαφάνισης, έμαθα πως ο Γάλλος κοινωνιολόγος Νταβίντ Λε Μπρετόν έχει γράψει ένα βιβλίο με τον πολλά υποσχόμενο τίτλο Η εξαφάνιση από τον εαυτό. Το αγόρασα και διαβάζοντάς το αστραπιαία μήπως υπάρχει κάτι που να πρέπει να συμπεριλάβω τελευταία στιγμή πριν το υποβάλω για δημοσίευση, βρήκα μια αναφορά στο βιβλίο του Βίλα-Μάτας και μια αναφορά στον Ουίλκοκ. Αλλά αυτό έγινε αργότερα. Πού είχα δει το όνομα του Ουίλκοκ για πρώτη φορά;

Πίσω στη στιγμή όπου άρχισα να μαθαίνω περισσότερα για τον Ουίλκοκ: το πρώτο βιβλίο που διάβασα ήταν Lo stereoscopio dei solitari, που θα περιγράφαμε επισήμως σαν μια συλλογη συντομότατων διηγημάτων. Ο τίτλος του γέννησε αμέσως ερωτηματικά.
Κατ’αρχάς, οι φαινομενικά αθώοι ‘solitari’, οι μοναχικοί, μας κατευθύνουν αμέσως προς την αποσπασματικότητα των κοινωνιών μας και την μοναξιά του περιθωρίου. Τα περισσότερα μικροδιηγήματα αναφέρονται σε ανθρώπους που είναι αναγκασμένοι να υποστούν τη μοναξιά – σπανίως την επιλέγουν. Ο κένταυρος Ολίγκορ, για παράδειγμα, είναι ο τελευταίος του είδους του. Ο άγγελος Ελζέβαρ δεν έχει πια πελάτες στο επάγγελμά του, την πορνεία. Ο καθυστερημένος Τσέλιο πέφτει μέσα σ’ ένα λατομείο, σπρωγμένος από τους συγχωριανούς του. Είναι όλοι μοναχικοί, όντως. Όμως πώς να σκεφτούμε τα Καρούντσι, εκείνα τα κουτά τέρατα που μοιάζουν με πουλερικά και που – ενωμένα – καταστρέφουν το παρελθόν; Δεν έχουν ο ένας τον άλλον τούτοι οι εραστές που τελικά καταβροχθίζονται αλλήλως (βλ. εδώ σε μετάφραση Ιφιγένειας Ντούμη); Και εκείνες οι πληθυντικές Νέες Μορφές που καταφτάνουν στο τέλος του βιβλίου και που θα μπορούσαν, ανατριχιαστικά, να έχουν γραφεί αύριο; Μπορεί μεν να ανήκουν στο περιθώριο, αλλά δεν είναι μόνες τους.

Ο Ουίλκοκ είχε πει πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με 70 – είναι 67 στην πραγματικότητα – πρωταγωνιστές που δεν συναντιούνται ποτέ, και αν αποφασίσουμε να μην απορρίψουμε την φράση ως εξυπνάδα (αρεσκόταν στις φράσεις που ικανοποιούσαν ένα κοινό του οποίου οι διανοητικές ικανότητες και οι απαιτήσεις τού φαίνονταν λειψές), μπορούμε να τους σκεφτούμε σαν ξέχωρα κέντρα αφήγησης, εφήμερες αφηγηματικές βολίδες που μας χτυπούν και εξαφανίζονται αντί για απαράλλαχτα μοναχικούς. Παρ'όλα αυτά, δεν γίνεται να αγνοήσουμε πως τα περισσότερα από αυτά τα όντα περιγράφονται ως μοναχικά, όπως συμβαίνει και στα βιβλία La Sinagoga degli Iconoclasti και Il Libro dei Mostri, όπως συνέβαινε και στον ίδιο τον Ουίλκοκ.

Αν επιμείνουμε στην ιδέα ότι αυτοί οι μοναχικοί συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο πλαίσιο που ονειρεύτηκε ο συγγραφέας τους, τότε η λέξη που ψάχνουμε είναι «παράλληλα». Φαίνεται αναπόφευκτο να τοποθετηθεί ο Ουίλκοκ στην γραμμή που αρχίζει κατά πάσα πιθανότητα με τους Παράλληλους Βίους του Πλουτάρχου και τελειώνει με την πρόσφατη προσφορά Τρεις Ζωές της Φλερ Γιέγκι, περνώντας από τις Φανταστικές Ζωές του Μαρσέλ Σβομπ. Δηλαδή, κινούνται παράλληλα τα όντα του Ουίλκοκ; Όχι ακριβώς, ή μάλλον: ίσως, μα δεν μας το λέει, αντίθετα από τον Πλούταρχο. Πάντως, κινούνται – αφού, η ιστορία τους είναι πάντα δυναμική, είτε εστιάζεται σε μια λεπτομέρεια του βίου τους, είτε σε μια πλατύτερη avventura.

Από κοινωνιολογικής άποψης, αν εποπτεύοντας τις ζωές των κραταιών και διάσημων, το έργο του Πλουτάρχου τοποθετηθεί στον ένα πόλο, τότε ο Ουίλκοκ της Στερεοσκοπιάς βρίσκεται στον αντιδιαμετρικό, αφού ασχολείται αποκλειστικά με τους περιθωριακούς και περίεργους (και κουίρ, θα λέγαμε σήμερα, βλ. το διήγημα «Ίλιο Κόλλιο», σε μετάφραση Νίκου Πρατσίνη εδώ). Το περιθώριο, παρεμπιπτόντως, παίρνει συχνά την κοίλη μορφή μιας σπηλιάς, μιας τρύπας, ενός λατομείου – ένα λάιτμοτίφ που κάλλιστα θα μπορούσε να γίνει η ουσία μιας μεταπτυχιακής εργασίας: τόσα κενά κέντρα σαν καταφύγια!

Εν αντιθέσει με τον Σβομπ, ο Ουιλκοκ δεν πλέκει συστηματικά το αληθές με το φανταστικό (με σπάνιες εξαιρέσεις – βλ. επάγγελμα του Μπάρουχ στο διήγημα «Οι Βαλκυρίες»). Παραταύτα, διαφαίνεται το ενδιαφέρον του για την αληθοφάνεια (ή την εσωτερική συνέπεια): η χ ή ψ λεπτομέρεια για συναισθήματα ή υλικές συνθήκες δεν είναι ποτέ εκεί από σκέτο καπρίτσιο. Το παράλογο που αναδεικνύει –και καταγγέλει– είναι πάντα εντός στενά ελεγχόμενων σειρών από παρατηρήσεις και εντός ομοίως στενά ελεγχόμενου γλωσσικού δικτύου, των ιταλικών του.
Ας ανοίξω μια παρένθεση εδώ περί της χρήσης της άνω τελείας (punto e virgola), ενός καταπληκτικού χαρακτηριστικού που τείνει να εξαφανιστεί στις μέρες μας καθώς οι μπιντέδες στα ακριβά ξενοδοχεία, που θα έλεγε κι ο Χαβιέρ Μαρίας. Και είναι η άνω τελεία που φέρνει στο νου τον Σέσαρ Άιρα, όχι γιατί ο τελευταίος την πολυχρησιμοποιεί, μα γιατί είναι ακριβώς αυτή η στίξη που επιτρέπει στον δικό μας να πάρει τις απότομες στροφές που του υποδεικνύει η φαντασία του. Φαντάζεται κανείς πόσο θα διασκέδαζε γράφοντας τα διηγήματα – ακριβώς όπως φαντάζεται την απόλαυση του Άιρα διαβάζοντας τα πιο παλαβά του.

Επιστρέφοντας στο πρόβλημα που είχα βρει μπροστά μου, έπρεπε να ερευνήσω την στερεοσκοπική πλευρά του τίτλου, πάνω στην οποία δεν υπήρχε ενδοκειμενική εξήγηση. Βοηθήθηκα εις τριπλούν. Πρώτα, πρώτα, μια αδελφή ψυχή που γνωρίζει καλά το είδος των προβλημάτων που μου τίθενται, ανέσκαψε ένα άρθρο, γραμμένο το 1859 από έναν 'Ολιβερ Ουέντελ Χολμς στο περιοδικό Δη Ατλάντικ. Ιδού δυο αποσπάσματα:

‘A stereoscope is an instrument which makes surfaces look solid. All pictures in which perspective and light and shade are properly managed, have more or less of the effect of solidity; but by this instrument that effect is so heightened’.

«Το στερεοσκόπιο είναι ένα εργαλείο που κάνει τις επιφάνειες να φαίνονται στέρεες. Όλες οι εικόνες στις οποίες προοπτική, φως και σκιά είναι σωστά δουλεμένες επιτυγχάνουν την ιδέα της στερεότητας· μα με το εργαλείο αυτό, το αποτέλεσμα είναι πολύ εντονότερο.»

Και αργότερα:

‘The first effect of looking at a good photograph through the stereoscope is a surprise such as no painting ever produced. The mind feels its way into the very depths of the picture. The scraggy branches of a tree in the foreground run out at us as if they would scratch our eyes out. The elbow of a figure stands forth so as to make us almost uncomfortable. Then there is such a frightful amount of detail, that we have the same sense of infinite complexity which Nature gives us. A painter shows us masses; the stereoscopic figure spares us nothing—all must be there, every stick, straw, scratch, as faithfully as the dome of St. Peter's, or the summit of Mont Blanc, or the ever-moving stillness of Niagara. The sun is no respecter of persons or of things.’

«Η πρώτη αντίδραση όταν κοιτάς μια καλή φωτογραφία μέσα από το στερεοσκόπιο είναι έκπληξη ανώτερη από εκείνη που θα μπορούσε να δημιουργήσει οποιοσδήποτε πίνακας. Το μυαλό προχωρά αισθαντικά ως το βάθος της εικόνας. Τα κλαδιά ενός δένδρου στο μπροστινό πλάνο βγαίνουν προς τα έξω σαν να πήγαιναν να σου βγάλουν τα μάτια. Ο αγκώνας μιας μορφής ξεχωρίζει τόσο ώστε να αισθανόμαστε άβολα. Και είναι τέτοιος ο αριθμός των λεπτομερειών, που έχουμε την ίδια αίσθηση ατελείωτης πολυπλοκότητας που μας προσφέρει η Φύση. Ένας ζωγράφος μας δείχνει μάζες· η στερεοσκοπική μορφή δεν μας γλιτώνει από τίποτα – όλα πρέπει να είναι εκεί, κάθε κλαρί, καλάμι, γρατζουνιά, τόσο πιστά όσο και o θόλος του Αγ. Πέτρου, ή η κορυφή του Λευκού Όρους, ή η αενάως κινούμενη στασιμότητα του Νιαγάρα. Ο ήλιος δεν σέβεται άτομα ή πράγματα.»

Από αυτήν την απόπειρα περιγραφής της χρησιμότητας του στερεοσκόπιου, κρατώ την αυξημένη αίσθηση στερεότητας και του βάθους τής εικόνας καθώς και μια ιδιαίτερη πολυπλοκότητα. Θυμάστε τον εαυτό σας παιδί να κοιτά μέσα σ’ εκείνα τα κόκκινα, σκληρά, πλαστικά κουτιά που άλλαζαν εικόνες οταν πατούσες το κουμπί; Η αίσθηση ήταν του άπειρου βάθους και την έκανε ακόμα πιο απολαυστική η γνώση πως επρόκειται για ψευδαίσθηση – σαν να πηδάς μέσα στους πίνακες με την Μαίρη Πόπινς.

«Τοίχος», του Ουίλιαμ Κέντριτζ
«Τοίχος», του Ουίλιαμ Κέντριτζ


Λίγες μέρες αργότερα, έτυχε να επισκεφτώ μια έκθεση του Ουίλιαμ Κέντριτζ. Ένα από τα εξαιρετικά φιλμ που μάλλον είχα ξαναδεί αλλά δεν θυμόμουν λεγόταν Στερεοσκοπικό. Είναι ένα φιλμ που ξεχωρίζει μέσα στη διαδρομή του Κέντριτζ χάρη στην εκτενή χρήση του μπλε χρώματος για πράγματα άλλα από το νερό – το ηλεκτρικό ρεύμα, ο ήχος, μια γάτα. Το κεντρικό θέμα είναι η εξάθρωση μεταξύ πραγματικοτήτων, τα αποτελέσματα της εξέγερσης και της βίας πάνω στην καπιταλιστική ρουτίνα του πρωταγωνιστή Σόχο Εκστάιν και το γεγονός ότι παρά την (μπλε ελεκτρίκ και όχι κόκκινη) γραμμή που περνά ανάμεσα στους ανθρώπους και τα πράγματα και που τους ενώνει αρχικά, υπάρχουν ρωγμές μέσα κι ανάμεσά τους. Ο Κέντριτζ, λοιπόν, βοηθούμενος από την μπλε γραμμή που θα τους ένωνε όλους, χωρίζει την οθόνη στα δύο. Μας δείχνει ότι όσο πιο κοντά ή πιο βαθιά κοιτάμε, η εικόνα δεν είναι πια μία.

Από το «Στερεοσκοπικό» του Ουίλιαμ Κέντριτζ
Από το «Στερεοσκοπικό» του Ουίλιαμ Κέντριτζ


Το οποίο, τρίτον, μου έφερε στον νου μια συζήτηση ανάμεσα στις εικαστικούς Ρόνι Χορν και Τάσιτα Ντην: η τελευταία κάνει μια παρατήρηση πάνω στην δυικότητα (στέρεο, υπογραμμίζει, δηλαδή που παράγει στερεότητα) μερικών οργάνων μας: αυτιά, μάτια, χέρια σε αντίθεση με την ενικότητα (μόνο) άλλων: στόμα, μύτη, εγκέφαλος. Και όντως, είδα να επιτελείται τούτη η παρατήρηση στο φιλμ «Αντιγόνη», όπου η Ντην σπάει την οθόνη σε δύο, τρία και πολλά περισσότερα κομμάτια. Οι δυο προβολείς συνεισφέρουν πολύ. Πράγματι, όσοι περισσότεροι προβολείς, τόσο μεγαλύτερη η πολυπλοκότητα που μπορείς να επιτύχεις: παρότι δείχνει μια μακριά dance macabre, το έργο More Sweetly Play the Dance του Κέντριτζ χρησιμοποιεί οχτώ ή περισσότερους προβολείς και, τοποθετώντας σε γωνία μεταξύ τους αντίστοιχα πολλές οθόνες, επιτυγχάνει μια συνεχώς απορηματική, αναστατωμένη διάθεση.

Ο πρόγονος της πολυοθόνης είναι το polyvision, έννοια και μηχανισμός μαζί που εφευρέθηκαν για την ταινία «Ναπολέων» του κινηματογραφιστή Αμπέλ Γκανς. Η εφεύρεση τού επέτρεπε να έχει μια πολύ ευρεία οθόνη τετμημένη στα τρία και να δημιουργεί μια παράθεση εικόνων στο μάτι και το μυαλό του θεατή. H επίδραση μιας τέτοιας παράθεσης είναι εντυπωσιακά όμοια με το αποτύπωμα του βιβλίου του Ουίλκοκ. Ίσως τώρα να έχουμε να επιδείξουμε κάποια πρόοδο σχετικά με τον τίτλο, παρά τον περιστροφικό δρόμο που πήραμε: ενώ ουσιαστικά χρησιμοποίησε το polyvision, ο Ουίλκοκ ονόμασε το βιβλίο του με το όνομα του εργαλείου που εφευρέθηκε για να κάνει τις επίπεδες εικόνες ανάγλυφες, και τρισδιάστατες. Πρόκειται για εργαλείο ψευδαίσθησης: λένε πως, χρησιμοποιώντας το, βλέπεις καλύτερα.

Η αρχική τοποθεσία της πρώτης αναφοράς στον Ουίλκοκ είναι χαμένη. Τελειώνοντας το σημείωμα αυτό, το γνωρίζω με απογοητευτική σιγουριά. Συχνά υπάρχει μια mise en abîme όταν κανείς ανακαλύπτει κάτι που θαυματουργά εγκολπώνεται σε προϋπάρχοντα ενδιαφέροντα: συχνά, τα βήματα επαναλαμβάνονται μα οδηγούν σε κάποιο τέλος. Δεν είναι η περίπτωσή μας. Το μόνο που μπορώ πλέον να προσφέρω είναι η εξής λέξη: Μπολάνιο.

————— ≈ —————

Έπονται μεταφράσεις έντεκα δειγμάτων ισπανόφωνης ποίησης του Ουίλκοκ από την Ιφιγένεια Ντούμη και τον Νίκο Πρατσίνη. Επίσης, μεταφράσεις οχτώ διηγημάτων γραμμένα στα ιταλικά από το Στερεοσκόπιο των Μοναχικών ΄Οντων διά χειρός Ιφιγένειας Ντούμη και δικής μου, και μιά μεταμορφωτική (αφού εντέλει αλλάζει το φύλο του πρωταγωνιστή στα ελληνικά) μετάφραση διηγήματος από το Βιβλίο των Τεράτων διά χειρός Νίκου Πρατσίνη.

ΝΑΤΑΛΙΑ  ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ


Μια τρυφερή συνέντευξη του Ουίλκοκ στη R.A.I και οι απόψεις του περί μετάφρασης:


Ποιήματα

Προσευχή στο τυχαίο

«Να μπορούν να αλλάζουν όλα, αλλά όχι εμάς·
να είναι ίδιες και απαράλλαχτες οι αλλαγές μας,
ταυτόχρονοι οι θάνατοί μας».
Θα πρέπει να είναι αβάσταχτός ο πόνος
σαν νιώσεις πως παύει η ευτυχία.

(μτφρ. Ν. Π.)

Στο Βελλέτρι

Πήγα μέχρι τη στάση του λεωφορείου,
κάθισα στο τοιχάκι της γέφυρας:

σκιά μου ήταν η σκιά ενός νέου,
κι εγώ επίσης είμαι η σκιά ενός νέου.

(μτφρ. Ν. Π.)

Το σώμα του ανθρώπου

Το σώμα του ανθρώπου είναι παράξενο,
δε θα ‘λεγε κανείς πως είναι ζώο:

στον νέο, είναι μακρύ και αδύνατο,
στον γέρο, ένα σακί πατάτες.

Αν δεν ήταν τόσο δραστήριο
θα πέθαινε από κούραση,

αν και είναι νοήμον ον
το έχει φέρει στην κατάσταση

δίχως φτερά ή τρίχωμα
σαν κάθε ζώο κανονικό,

προστατευόμενο απ’ το χειμώνα,
με τρόπο αμύνης φυσικό.

(μτφρ. Ν. Π.)

Το τραγούδι των αγυρτών

Είμαστε οι αγύρτες που δρουν μιμητικά,
τριγυρνώντας στον ίσκιο των παλαιών σπιτιών

αντικαθιστώντας τα οικεία πρόσωπα
με άλλα που τους μοιάζουνε κι ας είναι ερμητικά.

Μιλώντας για περιοδείες και ταξίδια
μπαίνουμε στις ζωές των αλλονών,

στις σχέσεις τους αλλάζουμε το σχήμα,
κόλαση γίνονται, κουβάρι, κρίμα.

Και της μνησικακίας ο σπόρος αφού ριχθεί,
φεύγουμε, ικανοποιημένοι και συμπονετικοί:

από μας κάθε έρωτας έχει διαβρωθεί,
κι από μας τα συναισθήματα έχουν χαλάσει.

(μτφρ. Ν. Π.)


Να με διαλύσω

Εκτείνω προς το παρελθόν μου
πλοκάμια μάταια του ονείρου

για να συλλάβω αντικείμενα, χαρτιά
που ίσως δεν υπάρχουν πια·

όμως, θαρρείς από τύψεις,
ξέρω πως τα συμβολικά μου

πλούτη είναι ακόμη εκεί,
στο κλειστό σήμερα σπίτι,

κλουβί για έναν τρελό και μια γριά:
οι φωτογραφίες μου, τότε,

η σφραγίδα με τ’ όνομά μου,
και εγώ, εγώ παντού,

στους καθρέφτες και στους τοίχους.

Μπρος, πρέπει να πάω να ξεμοντάρω
αυτόν τον ναό του εαυτού μου,

να λεηλατήσω, να δωρίσω
στα μουσεία τα πιο σπάνια

αντικείμενά μου και να πετάξω τα υπόλοιπα,
να ξορκίσω το μέρος αυτό,

που προοριζόταν για τη λατρεία μου,
να πεθάνω δίχως να αφήσω

ίχνη επονείδιστα ή άλλης φύσεως,
να διαλυθώ εντελώς, να φύγω

έτσι όπως ήρθα.

(μτφρ. Ν. Π.)

Περί προόδου

Καλότυχοι όσοι σκέφτονται την πρόοδο:
εγώ μονάχα σκέφτομαι τον θάνατο ή το σεξ.

(μτφρ. Ν. Π.)

Σε όποιον δεν ακούει από τούτο το αφτί

Το σπίτι σου είναι μόνο του,
ξασπρίζει βρώμικο μες στο λιοπύρι,

και είμαι και εγώ που αναρωτιέμαι:
όποιος τρέχει πίσω σου

γυρεύοντας λαγνεία
όπως εγώ, είναι καθυστερημένος

ή μήπως ο πραγματικά σοφός;

Όσον αφορά εμένα,
η σοφία αποκλείεται,

αλλά μου αρέσεις τόσο,

που καμιά φορά μου κόβεται η λαλιά,
μόνο γιατί έχω μισοδεί,

ανάμεσα στα ψωριάρικα κλήματα,
το φορτηγό του πατέρα σου.

(μτφρ. Ν. Π.)

Χώρος

Στο δωμάτιό μου δεν υπάρχει τίποτα,
εκτός από το πικάπ κι ένα κρεβάτι?

ούτε στην καρδιά μου υπάρχει τίποτα,
εκτός από ένα παιδί που δεν μου μοιάζει.

Κι έτσι υπάρχει χώρος να κινηθώ
τόσο στην καρδιά όσο και στο δωμάτιο

πέταξα τα κουρέλια στη φωτιά,
τα συναισθήματα, στη θάλασσα.

Δεν έχουν όλοι άδειο δωμάτιο,
δεν έχουν όλοι άδεια καρδιά –

μπορεί ελεύθερα να περάσει
κάθε πρωί κι ένας καινούργιος κόσμος.

(μτφρ. Ι. Ν.)

Ο Εξόριστος

Μια αχτίδα ήλιου στο νερό,
μια λέξη μονάχα,

εδώ όπου μια πέτρινη μέλισσα
προσποιείται πως πίνει απ’ την πηγή.

Βρες αυτή τη μόνη λέξη
και ξαναγίνε για μια στιγμή

σε αυτή την εξορία που σε τυραννά
ο ποιητής που έπαψες να είσαι.

(μτφρ. Ι. Ν.)

Δείξε το σώμα σου γυμνό

Δείξε το σώμα σου γυμνό,
ο κόσμος έχει αυτή την ανάγκη για ομορφιά

για να απαλύνει τις κακές σκέψεις
που είναι πάντα ντυμένες σκέψεις.

Ανάδειξε ό,τι είναι θεϊκό
δίχως να σε νοιάζει μήπως ξεσπάσει σκάνδαλο –

δεν θα πέσει το στερέωμα σαν πέσουν
το κιλοτάκι και το σουτιέν σου

μόνο στις κρύες χώρες οι θεοί
χρησιμοποιούσαν τέτοια ενδύματα. Έπειτα,

σ’ αυτόν τον Όλυμπο που διάλεξες να κατοικείς
με τους εννέα λόφους του Άστεως στα πόδια σου,
θα υψωθεί ένα παλάτι γεμάτο καθρέφτες

και σε κάθε καθρέφτη η αντανάκλασή σου,
και εκεί θα γίνονται οι τελετές του Κράτους,

οι συνελεύσεις, τα τεστ δεξιοτήτων,
παρουσία της γυμνής αλήθειας.

(μτφρ. Ι. Ν)

Όταν εσύ, ποίησή μου, διαβάζεις ποίηση,

Όταν εσύ, ποίησή μου, διαβάζεις ποίηση,
ο ουρανός σκοτεινιάζει μ’ ένα πράσινο φως,

ο κόσμος τρέχει να φύγει απ’ την ακτή
από κάποιο αδιόρατο προαίσθημα καταιγίδας

ή πάλης των στοιχείων,
αστραπές διακλαδώνονται στα καλώδια του τραμ,

και μια βαριά σιωπή πέφτει στην πόλη –
η ποίηση παρατηρεί τον εαυτό της.

Διαβάζεις λέξεις μιας εξαφανισμένης εποχής,
ενός παρόντος που καταρρέει ακατάπαυστα,

γοργά μέσα στο άμορφο παρελθόν,
διαβάζεις για βασιλιάδες και για στέμματα, κήπους και πολέμους,
εσύ που είσαι το στέμμα κάθε αυτοκρατορίας

και ο κήπος του γνωστού κόσμου
και ο πόλεμος με τα νοήματα της φύσης,

διαβάζεις: «ποιος θα πιστέψει τους στίχους μου στο μέλλον
αν τώρα πω όλες τις αρετές σου;»

κι εκείνη τη στιγμή αυτοί οι στίχοι,
σαν βέλος που διαπερνάει τους αιώνες,

καρφώνονται σ’ αυτόν που κάποια μέρα τους ενέπνευσε.
Και τότε το πράσινο σκοτάδι εισβάλλει παντού,

ο κόσμος κρύβεται, τρομαγμένος,

και σε μια σιωπή που θυμίζει σεισμό

υψώνεται η σελήνη πάνω απ’ τα Ρωμαϊκά Κάστρα
και αργά τα κάνει όλα γαλάζια

ενώ εσύ, ποίησή μου, διαβάζεις ποίηση.

(μτφρ. Ι. Ν.)

Παραδίνομαι, είμαι δικός σου, τιμολόγησέ με

Παραδίνομαι, είμαι δικός σου, τιμολόγησέ με
και πούλα με στην αγορά σ’ ένα κοφίνι

αν θες, όπως και να ‘χει απ’ το καλάθι
σε σένα θα γυρίσω σαν σκυλάκι

για να με ξαναπουλήσεις, με ρίγες
βαμμένο ή καρώ, ένα είναι βέβαιο:

αυτός ο σκύλος δεν ξαναλλάζει αφεντικό.
Πώς γίνεται εγώ που χαιρόμουν να κατακτώ

τώρα να χαίρομαι που μ’ έχουν κατακτήσει;
Πάνω τα ποδαράκια, σκύλε, πέσε τ’ ανάσκελα,

κούνα την ουρά στον παράδεισό σου!

Τα θεία είπαν τ’ όνομά σου
και η φωνή τους έφτασε ως το μεδούλι!

Γάβγισε, τρέχα, χόρεψε – τι νίκη
απόλυτη αυτή η παράδοση άνευ όρων!

(μτφρ. Ι. Ν)

Σελίδες/Χουάν Ροδόλφο Ουίλκοκ

Διηγήσεις


Η Ατλαντίδα

Όταν εκείνο το πελώριο νησί που οι αρχαίοι αποκαλούσαν Ατλαντίδα άρχισε να βουλιάζει στον ωκεανό, οι σοφότεροι των κατοίκων αποφάσισαν να επιβιβαστούν στα πλοία και να μετακομίσουν σ’ άλλη ήπειρο. Δυστυχώς τα πλοία τους ήταν μικρά και αρκούσε μονάχα μια καταιγίδα για να καταπιεί όλους τους μετανάστες. Αλλά η μεγάλη πλειοψηφία των Ατλάντων είχαν μείνει στο νησί· πράγματι, όλες οι προφητείες προέβλεπαν σταδιακή ανύψωση του επιπέδου τής στεριάς, και οι νησιώτες, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, πίστευαν περισσότερο στις προφητείες παρά στην πραγματικότητα που έβλεπαν με τα μάτια τους και άγγιζαν με το χέρι. Γι’ αυτό, με βυθισμένες τις παράκτιες πεδιάδες και τα κύματα να απειλούν τους πρώτους λόφους, οι εφημερίδες της Ατλαντίδας εξακολουθούσαν να ενθαρρύνουν τον πληθυσμό: «Έχουμε νέα επιβεβαίωση, προερχόμενη από τις υψηλές επιστημονικές τάξεις του νησιού, ότι προβλέπεται σταδιακή ανύψωση της υφαλοκρηπίδας της Ατλαντίδας, η κίνηση της οποίας φαίνεται να ήταν τόσο αιφνίδια που συμπαρέσυρε τα ύδατα του ωκεανού, το οποίο εξηγεί και το γεγονός ότι τα τελευταία έφτασαν σε ορισμένες περιοχές επίπεδα –κακώς– ανησυχητικά. Εν αναμονή της επικείμενης, αναμφίβολα, επαναφοράς των γεωλογικά εξωθημένων υδάτων, οι επιζήσαντες κάτοικοι και τα ζώα κατέφυγαν στα βουνά που περιστοιχίζουν την πρωτεύουσα. Η κυβέρνηση πήρε τα κατάλληλα μέτρα για να αποφύγει αυτόν τον προσωρινό κίνδυνο, με τα απαραίτητα τείχη και φράγματα, ενώ οι ιερείς με αγάπη αναλαμβάνουν να ευλογήσουν τα επιπλέοντα απομεινάρια».

Όσο ανέβαιναν τα νερά, τόσο πιο αισιόδοξες οι ειδήσεις που διέδιδαν τα πρακτορεία, τόσο πιο σύντομα προβλεπόταν να αποσυρθεί η παλίρροια και κατ’ επέκταση να προστεθούν στην εθνική κληρονομιά νέες και απεριόριστες εκτάσεις γης, εμπλουτισμένης από τον γόνιμο χούμο υποθαλάσσιας ζωής χιλιετηρίδων.

Γι’ αυτό κανείς δεν έκανε τίποτα, και όταν ο τελευταίος κάτοικος, που ήταν ο ίδιος πρόεδρος του συμβουλίου, βρέθηκε στο ψηλότερο βουνό της χώρας, με το νερό στο ύψος του στήθους, ακούστηκε να λέει στους υπουργούς του που επέπλεαν τριγύρω του, καθένας γραπωμένος απ’ το γραφείο του: «Κουράγιο, εξοχότατοι, τα χειρότερα πέρασαν».

(μτφρ. Ι. Ν.)

Οι Eραστές

Ο Χαρούξ και η Χαρίξ αποφάσισαν να μην ξανασηκωθούν απ’ το κρεβάτι? αγαπιούνται τρελά και δεν μπορούν να μείνουν μακριά ο ένας απ’ τον άλλον πάνω από εξήντα, εβδομήντα εκατοστά. Οπότε καλύτερα να μείνουν στο κρεβάτι, μακριά από τις απαιτήσεις των εκλεκτών του κόσμου τούτου. Υπάρχει ακόμα το τηλέφωνο, στο κομοδίνο, καμιά φορά χτυπάει διακόπτοντας τις αγκαλιές τους? οι γονείς παίρνουν να μάθουν αν όλα είναι καλά. Αλλά κι αυτά τα οικογενειακά τηλεφωνήματα γίνονται όλο και πιο παράξενα και λακωνικά. Οι εραστές σηκώνονται μονάχα για να πάνε στην τουαλέτα, κι όχι πάντα? το κρεβάτι είναι άνω κάτω, τα σεντόνια φθαρμένα, αλλά εκείνοι δεν το συνειδητοποιούν, ο καθένας βυθισμένος στο γαλάζιο κύμα των ματιών του άλλου, τα μέλη τους μυστικά πλεγμένα μεταξύ τους.

Την πρώτη εβδομάδα τρέφονταν με κρακεράκια, από τα οποία είχαν προμηθευτεί αρκετά. Καθώς τέλειωσαν τα κρακεράκια, τώρα τρώνε ο ένας τον άλλον. Αναίσθητοι από πόθο, ξεσκίζουν μεγάλα κομμάτια σάρκας με τα δόντια, ανάμεσα στα φιλιά καταβροχθίζουν τη μύτη ή το μικρό δαχτυλάκι, πίνουν ο ένας το αίμα του άλλου? έπειτα, χορτάτοι, ξανακάνουν έρωτα, όπως μπορούν, και κοιμούνται για να ξαναρχίσουν όταν ξυπνήσουν. Έχουν χάσει τον λογαριασμό με τις μέρες και τις ώρες. Δεν είναι όμορφοι, αυτό είναι βέβαιο, ματωμένοι, κομματιασμένοι, κολλάνε? αλλά ο έρωτάς τους είναι πέρα και πάνω από συμβάσεις.

(μτφρ. Ι. Ν.)

Ο Κένταυρος

Μες στο ατσάλινο πρωινό φως, σπάνια αρπαχτικά πουλιά στροβιλίζονται έτσι ώστε να ασκούνται και να θερμαίνονται, αφού δεν υπάρχει καθόλου κυνήγι: τα μικρά ζώα βρίσκονται στα καταφύγιά τους και τα πουλάκια κάτω από λιγότερο αυστηρούς ουρανούς. Πάνω από την κορυφή του λόφου εμφανίζεται ο Ολίγκορ, με το γκρίζο του σκούφο από προβατίσιο πετσί. Φορά πουλόβερ μέσα από τη ζακέτα, και ένα σακάκι με μάλλινη φόδρα από πάνω. Κάτω είναι γυμνός, και ο αέρας περνά ανάμεσα στα πόδια του, ή ακριβέστερα, ανάμεσα στα άκρα του, και του αναστατώνει την ουρά. Η σιλουέτα του πάνω από τη σιλουέτα του λόφου φέρνει θαμπά στο νου αρχαία ζωφόρο. Ο Ολίγκορ κοιτάζει γύρω του μέσα στο κρύο φως και κουτρουβαλάει ηχηρά την κατηφόρα μέσα από απόκρυμνα, πετρώδη μονοπάτια. Η διπλή του χορτοφαγική και σαρκοβόρα φύση μισεί τούτη την εποχή: από τον Νοέμβριο ως τον Ιανουάριο δεν βρίσκεις να φας στα μέρη αυτά παρά κάστανα και μήλα, και μια δίαιτα που ενέχει μόνο μήλα καταλήγει πάντοτε σε δυσεντερία που την συνοδεύουν παραισθήσεις. Σε τελευταία ανάλυση, θα μπορούσε να προσπαθήσει να φάει φύλλα δένδρων, αλλά τα αειθαλή έχουν σχεδόν όλα πικρά φύλλα.

Ένας κένταυρος είναι υπερβολικά εκτεθειμένος στο κρύο. Άλλους χειμώνες προσπάθησε να βγει με παλτό, ωστόσο η κοιλιά του παρέμενε ασκέπαστη, η κοιλιά του ή το στήθος του, επειδή: πού αρχίζει η κοιλιά, πού τελειώνει το στήθος; - τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα. Το πισινό του μέρος είναι πιο προσαρμοσμένο στη ζωή στο ύπαιθρο, μπορεί να παραμείνει όλη τη μέρα κάτω από τη βροχή σα να μη συμβαίνει τίποτα, μα είναι το μπροστινό που υποφέρει. Καθώς δεν μπορούσε να κουμπώσει το παλτό ως κάτω, προσπάθησε να φορέσει ένα είδος παραφούστανο από σκωτσέζικο μαλλί μέσα από τη ζακέτα, αλλά με τέτοια ποδιά αισθανόταν γελοίος, καθόλου αρρενωπός, οπότε αναγκάστηκε να το βγάλει. Όχι ότι συναναστρέφεται άλλους κένταυρους, δεν είναι ράτσα κοινωνική και άλλωστε έχουν σχεδόν εξαφανιστεί: αλλά για τον Ολίγκορ η εμφάνιση έχει αξία αυτή καθ’αυτή και ένας κένταυρος με ποδιά θα υστερούσε. Ένα ωραίο καστόρινο παλτό που θα του έμπαινε μέχρι την ουρά θα ήταν λοιπόν πολύ πιο κατάλληλο, ωστόσο δεν θα έλυνε το πρόβλημα της κοιλιακής χώρα, και ας μην αναφερθούμε στο άβολο ρεύμα που δημιουργείται πίσω, στην κοιλότητα της μέσης. Για να λέμε την αλήθεια, ο Ολίγκορ δεν έχει δει ποτέ άλλον κένταυρο, αγνοεί πώς ντύνονται τον χειμώνα. Βιαστικά μαζεύει τα τελευταία ζαρωμένα μήλα από τα γυμνά κλαδιά και επιστρέφει στον στάβλο του.

Στον στάβλο, έχει όλα όσα του χρειάζονται για να ζωγραφίσει· ετοιμάζει μια έκθεση. Εγκατέλειψε την αφηρημένη τέχνη και τώρα αφιερώνεται στη νεκρή φύση, κυρίως ονειρικού χαρακτήρα. Καθώς ονειρεύεται σχεδόν πάντοτε τροφές, οι νεκρές του φύσεις αναπαριστούν συχνά μεγάλους σωρούς από κριθάρι κι άχυρο, ή ρέγγες καπνιστές, που του αρέσουνε πολύ, ή κομμάτια ζάχαρης ή ‘αλλες λιχουδιές τέτοιου είδους. Αυτές τις μέρες τελειώνει έναν μεγάλο πίνακα αλληγορικό που καταλαμβάνει τον μισό σχεδόν χώρο του στάβλου. Δείχνει ένα φαρδύ παχνί επενδυμένο με γούνα, στολισμένο εξωτερικά με μεγάλα ασημένια νομίσματα, και, στο κέντρο του, μια πυραμίδα από λουκουμάδες γεμιστούς και περιχυμένους με μέλι και, γύρω γύρω, στιβάδες από φαρμακευτικά φυτά. Πάνω από το παχνί φτερουγίζει ένα ζώο εραλδικό ή μυθικό, με σώμα όρνεου, κεφάλι ερπετού. Πίσω από πόρτα, εμφανίζεται ένα άλογο, απειλητικό. Τα άλογα του Ολίγκορ έχουν κάτι το τερατώδες.

(μτφρ. Ν. Κ.)

Οι Φτωχοί

Πρόκειται για μια απλή μα συγκινητική τελετή στην πλατεία του χωριού: ο Φρέντζεπ, ο πιο πλούσιος του μέρους, αποφάσισε να μοιράσει τα αγαθά του στους φτωχούς, κινητή και ακίνητη περιουσία, κήπους, λειβάδια και δάση. Πριν τον καταμερισμό, χρειάστηκαν μακριές απογραφές, σπουδή των αιτήσεων, εκτιμήσεις των επιδόσεων και των αντίστοιχων τίτλων. Τώρα όλοι οι φτωχοί είναι δυσαρεστημένοι· ο μόνος ευχαριστημένος είναι ο Φρέντζεπ, που βολτάρει ανάμεσα στους ωφελημένους με την συνείδηση του εκπληρωμένου καθήκοντος, ρωτώντας τον καθένα τι του έλαχε, πώς προτίθεται να το εκμεταλλευτεί, δίνοντας μάλιστα και συμβουλές περί των πιο κατάλληλων καλλιεργειών, αφού γνωρίζει αυτά τα χώματα καλύτερα από οποιονδήποτε. Οι φτωχοί τον κοιτούν στραβά, λυσσασμένα: θα τον έφτυναν καταπρόσωπα αν δεν περίμεναν τις αλλαγές στους τίτλους οικοπέδων.

Ο Φρέντζεπ δεν έχει γονείς· πέρασαν μερικοί μήνες και οι φτωχοί, που ανεξήγητα παραμένουν φτωχοί, τώρα τον διώχνουν μακριά από όλες τις πόρτες. Ο Φρέντζεπ μαθαίνει να κοιμάται στα κοιλώματα των παλιών τοίχων ή αλλιώς κάτω από τις γέφυρες. Παίρνει μαζί του ένα χτυπημένο σκουτέλι και ζητά ελεημοσύνη· στους πλούσιους, αφού οι φτωχοί παρέμειναν φτωχοί. ΄Εχει έναν σκύλο και όταν κάνει κρύο, κοιμούνται δίπλα δίπλα, για να θερμαίνουν ο ένας τον άλλον.

Σιγά σιγά γίνεται σκύλος και ο Φρέντζεπ: οι τρίχες καλύπτουν όλο του το σώμα και πίσω βγάζει μια χοντρή ουρά. Δεν σκέφτεται πια τίποτα, πού και πού κυνηγάει καμιά μίζερη σκύλα, κλέβει τα λουκάνικα του χασάπη. Έχει ωστόσο έντονο αίσθημα ευγνωμοσύνης και του αρέσει να γλείφει το χέρι των φτωχών που του πετάνε πέτρες. Κουνώντας την ουρά, μεταδίδει αρρώστιες διαφόρων ειδών στα παιδιά των φτωχών, με τη γλώσσα του. Τα παιδιά πεθαίνουν και μεταφέρονται στο νεκροταφείο μέσα στα μικρά τους φτωχικά κουτιά· ο Φρέντζεπ και ο φίλος του, το άλλο σκυλί, ακολουθούν την πομπή από μακριά.

(μτφρ. Ν. Κ.)

Ο Άγγελος

Ο άγγελος Ελζέβαρ είναι άνεργος, το μόνο πράγμα που ξέρει να κάνει είναι να μεταφέρει μηνύματα, μα δεν υπάρχουν πια μηνύματα προς μεταφορά, οπότε ο άγγελος τριγυρνά ανασκαλεύοντας τα απόβλητα του μεγάλου δημοτικού σκουπιδότοπου ώστε να βρει χαλασμένες τροφές και υπόλοιπα φρούτων: κάτι πρέπει να φάει κι αυτός. Προσπάθησε να κάνει τσάρκα στις όχθες του ποταμιού ως πόρνη για όλες τις δουλειές τη νύχτα, και πράγματι ξέρει να κάνει πολλά και η αγγελική του υπόσταση τού αφαιρεί κάθε ηθική τύψη· αλλά συνήθως η συνάντηση έχει κακό τέλος, όταν αργά ή γρήγορα ο πελάτης ανακαλύπτει πως ο Ελζέβαρ δεν έχει φύλο: φαινεται πως σε μερικά επαγγέλματα το φύλο είναι ιδαίτερα περιζήτητο, ίσως κι απαραίτητο. Για να ηρεμήσει τον απογοητευμένο πελάτη, ο Ελζέβαρ του δείχνει λίγο πώς πετάει, πρώτα δεξιά κι ύστερα αριστερά, και περνά πάνω από το κεφάλι του, ανακατεύοντάς του τα μαλλιά σαν ελαφύ αεράκι. Αλλά οι πελάτες των οχθών του ποταμιού απαιτούν κάτι πιο συγκεκριμένο από μια συνηθισμένη επίδειξη μετεώρισης, ένας του δάγκωσε τον αστράγαλο, ένας άλλος, καραφλός με περούκα, τον είπε σοδομίτη, ενώ ένας τρίτος τον κατέδωσε στην αστυνομία σύμφωνα με άρθρο του Ποινικού Κώδικα που τιμωρεί την ψευδή αποπλάνηση και δυό άλλα άρθρα του Κώδικα της εναέριας πλοηγίας σχετικά με το αστικό πέταγμα χωρίς τα κατάλληλα δικαιολογητικά. Οπότε ο Ελζέβαρ αναγκάστηκε να μεταφερθεί σε μια άλλη στροφή του ποταμιού, που είναι επικίνδυνα κατοικημένη από οικογένειες και ψαράδες με καλάμι, ακόμα και τη νύχτα.

Τέτοια κωλύματα - φυσικές συνέπειες της ανεργίας – δεν μπορούν ν’απασχολούν σοβαρά έναν άγγελο. Κατ’αρχήν οι άγγελοι είναι οι αθάνατοι, και λίγοι είναι οι θνητοί που θα μπορούσαν να ισχυριστούν το ίδιο. Όσο για την έλλειψη μηνυμάτων, κάποια στιγμή θα σταματήσει. Εγκαθίστανται νέοι πομποί και σίγουρα δεν λείπουν εν δυνάμει παραλήπτες. Στο παρελθόν, του έχει ξανατύχει να βρεθεί χωρίς δουλειά, μην ξέροντας τι να κάνει. Αλλά ποτέ δεν του έλειψαν τα σκουπίδια να φάει· είναι αλήθεια πως η αγγελική πορνεία δεν είναι πια αυτό που ήταν, αλλά κάπως πρέπει να κρατηθεί η επαφή με τους ανθρώπους μέχρις ότου ετοιμαστεί το νέο μήνυμα. Εν τω μεταξύ, ο Ελζέβαρ θα μπορούσε να ξαναβρεί δουλειά στο τσίρκο, αν και τα τσίρκα, όπως η πορνεία, βρίσκονται σε παρακμή: πολλά πράγματα έχουν αλλάξει, δυστυχώς, από τότε που βγήκε η τηλεόραση. Ωστόσο άλλοι ενδιαφέροντες και απερπάτητοι δρόμοι τού ανοίγονται, σε περίπτωση που διαρκούσε η Μεγάλη Ησυχία: ας πούμε το άντεργκράουντ σινεμά, o ψεκασμός των φυτοφαρμάκων, η συντήρηση των υπολογιστών, το καθάρισμα των ανελκυστήρων, ή οι αντρικές επιδείξεις μόδας.

(μτφρ. Ν. Κ.)

Ο Ποιητής

Ιστορεί ο θρύλος το μακρύ προσκύνημα που έκαναν τα πουλιά μέσα από δάση και βουνά, προς έναν θεϊκό προορισμό που θα ήταν ταυτόχρονα διάλυση και ενσωμάτωση. Πολλά πεθάναν κατά το ταξίδι, βασανισμένα από τη δίψα, κoμματιασμένα από εχθρικούς αετούς, τρυπημένα από τα βέλη κυνηγών, σκορπισμένα από καταιγίδες. Πολλά άλλα όμως κατάφεραν να φτάσουν το προδιαγεγραμμένο μέρος όπου από τα δικά τους σώματα θα έφτιαχναν το ομόφωνο σώμα του θεού τους. Αυτός ο θεός ήταν πολύ ελαφρύς, σχεδόν σαν ένα θρόισμα του ανέμου: τα μέλη του υφασμένα από φτερά και ζεστά πούπουλα έλαμπαν μες στον ήλιο μ' όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, τα μαλλιά του ήταν φτερά κορακιού, τα μάτια του φτερά χελιδονιού και τα χείλη του κόκκινα λειριά λοφιοφόρου. Επρόκειτο για τον θεό των πουλιών που έπαιρνε ανθρώπινη μορφή ώστε να εξολοθρεύσει έναν άλλο θεό, εχθρό των πουλιών. Ο αντίπαλος θεός έστειλε καταπάνω του την θεά των φιδιών, της οποίας το λεπιώδες κορμί ήταν φτιαγμένο ολόκληρο από οχιές πλεγμένες μεταξύ τους. Αντί οι δυό θεότητες να καταστρέψουν η μια την άλλη, ένωσαν τη σάρκα τους για έναν ολόκληρο συνεχή αιώνα, ώσπου απέκτησαν έναν γιο, που ήταν ο πρώτος ποιητής, εκείνος που έμελλε αργότερα να διδάξει τους ανθρώπους την τέχνη του λόγου μέσω των μορφών.

(μτφρ. Ν. Κ.)

O Ματαιόδοξος

Το δέρμα και οι μυς του Φάνιλ είναι διάφανα, σε σημείο που φαίνονται τα διαφορετικά όργανα του σώματός του, σαν κλεισμένα μέσα σε μια βιτρίνα· τα μεν φαινομενικά σε ανάπαυση, τα δε να διακατέχονται από έναν δικό τους ρυθμό, μα στην πραγματικότητα όλα συνεχώς και μυστικώς ενεργά· όπερ αποδεικνύεται ιδιαιτέρως δυσάρεστο για μια σειρά λόγων. Προ παντός, επειδή ο Φάνιλ αρέσκεται στην επίδειξη και δη στην επίδειξη των σπλάχνων του: δέχεται τους φίλους του με εσώρουχο, στέκεται στο παράθυρο γυμνόστηθος, ξαπλώνει στο ντιβάνι, πρώτα μπρούμιτα κι ύστερα ανάσκελα ώστε όλοι να θαυμάσουν τη λειτουργία των οργάνων του, το κόκκινο της καρδιάς, το βιολετί του συκωτιού, το πρασινωπό γκρίζο των εντέρων και το κίτρινο ορισμένων αδένων που ούτε ο ίδιος ξέρει πώς λέγονται. Τα δυό του πνευμόνια φουσκώνουν σαν φυσερό, η καρδιά του χτυπά, τα έντερά του στρίβουν αργά και το αίμα σαν ένα κατακόκκινο πέπλο κυκλοφορεί και χύνεται παντού· εκείνος είναι περήφανος γι’αυτά, και όπως καταφανώς χαίρει άριστης υγείας, οι φίλοι του δεν μπορούν καν να παρηγορηθούν πως θ’ανακαλύψουν στα όργανά του τα πρώτα συμπτώματα κάποιας άσπλαχνης αρρώστιας.

Μα πάντα συμβαίνει ως εξής: όταν κάποιος έχει μια ιδιαιτερότητα, αντί να την κρύβει, περηφανεύεται γι’αυτήν και φτάνει στο σημείο να την μετατρέπει στον ίδιον του τον λόγο ύπαρξης. Ο Φάνιλ θα μπορούσε μια χαρά να ντύνεται σαν όλους: αν άφηνε μούσι και φορούσε ένα χοντρό ζευγάρι μαύρα γυαλιά, ίσως κατάφερνε να περάσει απαρατήρητος. Αλλά θέλει να επιδεικνύεται σα να μην είχαμε όλοι, στο κάτω κάτω, από μια καρδιά, ένα στομάχι και δυό πνευμόνια. Θα έρθει εντούτοις μια μέρα, τουλάχιστον ετούτο εύχονται οι φίλοι του, όπου κάποιος θα του πει: ‘Για δες, τι είναι αυτός ο άσπρος λεκές που έχεις εδώ, κάτω από τη ρώγα του στήθους; Δεν τον είχες.’ Και βλέπουμε τότε τι γίνεται με τις αποκρουστικές του επιδείξεις.

(μτφρ. Ν. Κ.)

Το Λατομείο

Δεν υπάρχει τρελοκομείο στο χωριό, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως μπορούμε να ανεχόμαστε στους δρόμους την παρουσία ενός ανώμαλου, ίσως ακόμα και έκφυλου. Αποφασίστηκε λοιπόν να εγκατασταθεί ο Τσέλιο στο βάθος ενός παλιού εγκαταλειμένου λατομείου· από πάντα ήταν ένας ντροπαλός και υπάκουος νεαρός, κι αν του πεις πως δεν πρέπει να βγει από το λατομείο του, σίγουρα θα μείνει εκεί μέσα. Από τη μια πλευρά του λατομείου, υπάρχει μια φαρδιά και άνετη σπηλιά, με παλιό στρώμα κιόλας που του πέταξαν οι συγχωριανοί του, ο Τσέλιο δεν μπορεί να παραπονεθεί. Είναι αλήθεια πως δεν μπορεί ν' ανάψει φωτιά, αλλά σε τι θα του χρησίμευε η φωτιά; Για τροφή, κάποια συγγενής τού χύνει σχεδόν καθημερινώς ένα υπόλοιπο σούπας· λένε ότι η σπηλιά, παρ' όλο που είναι υγρή, είναι αρκετά ζεστή, ακόμα και τον χειμώνα: τα τοιχία είναι κατακόρυφα έτσι ώστε ο αέρας, στο βάθος, να συντηρείται ευχάριστα στάσιμος και χλιαρός.

Όλοι συμφωνούν πως ήταν σοφή και σωστή ιδέα να κλειστεί έτσι ο Τσέλιο μες στο λατομείο, που ακόμα το λένε με το παλιό του τοπικό όνομα «πετροκοπι»· (και o χάρτης το δείχνει ως Πετροκοπιό). Πράγματι, μερικούς μήνες μετά τον εγκλεισμό του, ο νεαρός μεταμορφώθηκε σ’ ένα είδος ζώου. Έτσι όπως είναι τώρα, μια απλή του εμφάνιση στους δρόμους του χωριού θα αρκούσε ώστε να προκληθούν ένας θεός ξέρει τι αταξίες, λιποθυμίες, ίσως και καμιά πρώιμη κατάληξη εγκυμοσύνης: βραχνός, με μακριά ανάκατα μαλλιά, γυμνός κάτω από τα κουρέλια που κρέμονται ακόμα πάνω στο στήθος και στους μηρούς του, βρώμικος και γεμάτος αίματα, με τα μάτια του να πετάγονται έξω και σκαμμένα μάγουλα, εκείνος που πριν μόλις λίγο καιρό ήταν από τα πιο καλά παιδιά του χωριού είναι σε τέτοιο χάλι που μπορούμε να λέμε πως πρόκειται για σκέτο θέαμα. Τα απογεύματα της Κυριακής, υπάρχει πάντα ένα μικρό πλήθος περιέργων, γύρω γύρω από το Πετροκοπιό, που τεντώνουν τον λαιμό σαν να ήταν ο ζωολογικός κήπος του μέρους: τα κορίτσια γελάνε, τα αγόρια πετάνε πέτρες και εν τω μεταξύ, ο Τσέλιο τρέχει από ‘δω κι από ‘κει, συχνά μπουσουλώντας καθώς το βάθος του λατομείου είναι αρκετά γλιστερό, ζητώντας τροφή ώσπου κάποιος να του πετάξει ένα κομμάτι ξερό ψωμί και τότε ο Πέτρος κρύβεται μέσα στη σπηλιά του για να το καταβροχθίσει με την ησυχία του. Τότε οι περίεργοι απομακρύνονται, διασκεδασμένοι και ικανοποιημένοι. Η νύχτα πέφτει, ο Πέτρος ξαπλώνει πάνω στο αχυρένιο του στρώμα, καλύπτεται με παλιές εφημερίδες που τις φυλάει από την υγρασία μέσα σε μια τρύπα του τοιχίου της σπηλιάς και φέρνει στο νου τις πιο ωραίες σκηνές των ταινιών που έδειχναν την Κυριακή στο χωριό. Έπειτα αποκοιμιέται.

(μτφρ. Ν. Κ.)

΄Ιλιο Κόλλιο

Ο κοινωνικός λειτουργός Ίλιο Κόλλιο αντιμετωπίζει τεράστιες δυσκολίες στην εκτέλεση των καθηκόντων του ως κοινωνικός λειτουργός επειδή από τις θηλές του βγαίνει ένα είδος πηχτού λαδιού, σαν μηχανόλαδο, το οποίο, όπως είναι φυσικό, κυλάει μέχρι τα πόδια του, και αυτό τον κάνει να γλιστράει πολύ, πέρα από το ότι είναι και μια ανεξάντλητη πηγή λιπαρών κηλίδων, άκρως αποκρουστικών, ακόμη δε και επικίνδυνων, καθότι μπορούν να αναφλεγούν με σχετική ευκολία. Το σώμα του είναι τόσο ολισθηρό που πλέον δεν μπορεί να βαδίσει. Κάθε φορά που σηκώνει το ένα πόδι καταλήγει φαρδύς-πλατύς στο πεζοδρόμιο, και έτσι, μπρούμυτα, προσπαθεί να μετακινηθεί έστω και μόνο με τα χέρια, ό,τι όμως πιάνει του γλιστράει, και με μεγάλη δυσκολία καταφέρνει να συρθεί με τους αγκώνες μερικά μέτρα ακόμη. Δουλειά του είναι να λύνει τα προβλήματα των ατόμων καθώς και των οικογενειών, να δίνει συμβουλές, να προσφέρει παρηγοριά, να εξηγεί, να γιατρεύει, να εμψυχώνει. Πώς γίνεται να προσφέρει παρηγοριά σε αυτές τις συνθήκες ενός διαρκούς ολισθήματος; Έχει δοκιμάσει να βαδίσει με χοντρές λαστιχένιες μπότες, ήταν όμως το ίδιο, καθώς ερχόταν η στιγμή που το λάδι από τις θηλές ξεχείλιζε από τις μπότες και έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή. Δοκίμασε επίσης, χωρίς αποτέλεσμα, κάτι σαν ένα αδιάβροχο κορμάκι για εφήβους. Παρόλα αυτά οφείλει –είναι υποχρέωσή του- να βοηθά τον πλησίον. Μόλις κλείνει η πόρτα ενός διαμερίσματος, ανάμεσα στους τοίχους του αρχίζουν να αναβράζουν τα προσωπικά προβλήματα σα μια ορδή από σκυλιά και γατιά φυλακισμένα μαζί. Από δρόμο ακούει κανείς οι κραυγές της απελπισίας, όπως τις ονομάζουν, τα ουρλιαχτά των ανυπεράσπιστων θυμάτων που τα συντρίβει ο οδοστρωτήρας μιας ζωής υπερβολικά πολύπλοκης για το φτωχό τους το μυαλό. Στη είσοδο του ισογείου ο Ίλιο Κόγιο, τον οποίο έχουν καλέσει να έρθει από μακριά, χάρη στις ικανότητές του όσον αφορά την παροχή βοήθειας, πεσμένος φαρδύς-πλατύς στο πάτωμα μέσα στη λιμνούλα του λαδιού από τις αστείρευτες θηλές του, μάταια προσπαθεί να προχωρήσει με μικρές συσπάσεις της κοιλιάς, όπως κάνουν τα σκουλήκια. «Έρχομαι αμέσως, έρχομαι αμέσως!» ακούγεται να κραυγάζει και, όταν τελικά φτάνει στα σκαλιά, γλιστράει στα πρώτα σκαλοπάτια και πέφτει ξανά προς τα πίσω. Έχει ήδη καταλερώσει την είσοδο χωρίς να έχει βοηθήσει κανέναν. Ο Ίλιο Κόλλιο έχει επιβάλει στον εαυτό της ένα έργο ανέφικτο.

  (μτφρ. Ν. Π.)

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: