Το παιδί πατέρας: ο ρομαντισμός της πρώτης ποιητικής κατάθεσης

Το παιδί με το περιστέρι / Πάμπλο Πικάσο 1901
Το παιδί με το περιστέρι / Πάμπλο Πικάσο 1901

 

Γιάννης Αθανασόπουλος, Εγκαίνια, εκδ. ΑΩ

——————

Το παιδί με το περιστέρι είναι ο πίνακας με τον οποίο ο ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο έκανε την είσοδό του, το 1901, στη μπλε περίοδο της δημιουργίας του, μία περίοδο που ταυτίζεται με τη μελαγχολία που περνούσε ο καλλιτέχνης, περίοδο όμως που έδωσε έργα απαράμιλλης γοητείας στις πόλεις Βαρκελώνη και Παρίσι. Στην τέχνη πολλές φορές διαπιστώνουμε πως το ψυχολογικό αντίτιμο μίας δημιουργίας, όπως το πληρώνει ο καλλιτέχνης, είναι μεγάλο.
Το παιδί με το περιστέρι είναι ένας πίνακας αθωότητας από έναν ζωγράφο ενήλικα, πλην νέο. Είναι η παιδική ηλικία αφαιρετικά και χρωματικά αποτυπωμένη στον καμβά. Το “εγώ” της παιδικής ηλικίας, το τόσο εύθραυστο και όμως έτοιμο να ριχτεί στον κόσμο, αυτό το “εγώ” είναι που καλεί τον αναγνώστη από το εξώφυλλο έως τη σελίδα 9, έως το πρώτο ποίημα του Γιάννη Αθανασόπουλου στη συλλογή εγκαίνια: “Γράφεις «πώς» και μένει «Εγώ», / γράφεις «γιατί» και μένει «Εγώ», / γράφεις «Εγώ» και δεν μένει Συλλαβή ίνα ειπωθεί. / Αφού αυτό θες. / Γράψε στο χαρτί ένα ξέπνοο, ρημαδιασμένο «Εγώ» και, να (!). / Ξεμπέρδεψες από εκείνο που πασχίζει να αποδειχθεί. / Εύκολες λύσεις, μέχρι τις επόμενες”. (“οι λέξεις”).
Οι λέξεις. Οι ανακατωμένες, οι μπερδεμένες λέξεις. Με αυτές ξεκινάει η ένταξη ενός παιδιού στο συμβολικό πεδίο της ύπαρξης, με αυτές ξεκινάει ο Αθανασόπουλος τη συλλογή του. Η οποία δύναται να αναγνωσθεί ως μία ωδή φτιαγμένη από ενήλικα, φθογγώσα όμως από το παιδί από το οποίο προέρχεται αυτός. Παιδί ως προς την αδιαμεσολάβητη σχέση με τα πράγματα που αναδύονται στις λέξεις του, ενήλικας όμως ως προς την επαγωγική σχέση με αυτά, αυτήν που τον οδηγεί στην εξαγωγή ενίοτε οδυνηρών συμπερασμάτων. Ο Αθανασόπουλος είναι γνώστης, δυστυχώς – δυστυχώς, καθότι γνώση ίσον όχι μακαριότητα – των δυνάμεων που ταλανίζουν το “εγώ” στη γένεσή του και εφεξής: “Επικίνδυνο να αναρωτιέσαι περί ξεχωριστού από δεύτερο χέρι, / Ίσως και τρίτο, και τέταρτο –ποιος ξέρει σίγουρα;– / Σβήνουν τον κάθε ένα, / Ξεχνούν το κάθε ολόκληρο, / Στριμώχνονται μαζί με τα Δια/Ταραγμένα μας, εκείνα, / Τα πολύτιμα, ίδια μας” (“από δεύτερο χέρι”). Και είναι το αντίτιμο που πληρώνει, αυτή η έλλειψη μακαριότητας λόγω της γνώσης των πολύτιμων διαταραγμένων μας, και στη δική του συγγραφική δημιουργία.
“Το παιδί είναι πατέρας του ανθρώπου” έλεγε ο Άγγλος Ρομαντικός ποιητής William Wordsworth, για να συνοψίσει όλα αυτά που εννοούμε ως βίωμα οι άνθρωποι: προερχόμαστε από ένα παιδί, από συγκεκριμένες αναμνήσεις και παρουσίες ή απουσίες. Δεν ξεχνάμε τίποτα, όμως θυμόμαστε πολύ λίγα, έλεγε ο Freud. Και ίσως κάποιες φορές πρέπει να επιστρέψουμε στον τρόπο του παιδιού από το οποίο προερχόμαστε. Ένα παιδί μπορεί πολύ εύκολα, ξανά και ξανά, πεισματικά, να πει όχι. Ο ποιητής, ο Αθανασόπουλος εν προκειμένω, αυτός που “γελάει από ωριμότητα” στο ποίημα “επί σκηνής”, στο ίδιο ποίημα την καταθέτει την ενήλικη αδυναμία του, που κάποτε ήταν παιδική παντοδυναμία: “Δεν έμαθα – ακόμα – να λέω Όχι, επί τόπου”. Να το πάλι, το αντίτιμο που πληρώνεις για να αλλάξεις κατάσταση, από παιδί ενήλικας, από τη μη γλώσσα στη γλώσσα, από το όχι στο μη όχι, από τη μη γνώση στη γνώση, από τη μακαριότητα στη μη μακαριότητα. Μας το θυμίζει το ποίημα “Ορίζουν”:

Αυτό.
Εκείνο.
Μαζί.
Ορίζουν.
Δεν διορθώνουν.
Δεν αλλάζουν.
Μην αλλάζεις.
Μείνε.
Το έμαθες.
Το αγόρασες.
Το πλήρωσες.
Το έμαθες.
Κέρδισες Αυτό και έχασες Εκείνο.

Το γλωσσικό σύμπαν, το δομημένο με ήχους και σημασίες και σημεία στίξης, αυτό είναι που επικυρώνει την είσοδο του παιδιού στο συμβολικό, κατά Λακάν, πεδίο – τον χώρο όπου καθείς εμπίπτει και σε έναν ορισμό. Το ποίημα “σημεία” φαντασιώνεται, ίσως, την επιστροφή στο φαντασιακό, σε ένα προ-γλωσσικό επίπεδο όπου κανένας δεν κρίνεται ή ορίζεται κάπως:

Δυσκολεύομαι με τα σημεία στίξης.
Να σταματάς, να εννοείς και να προσθέτεις.
Καλύτερα να αφαιρείς, γλιτώνεις φόβο.
Θέτεις θαυμαστικά – κρίνεις ένταση.
Θέτεις ερωτηματικά – κρίνεις απορία.
Θέτεις αποσιωπητικά – κρίνεις επεξήγηση.
Βάζεις Τελεία. Και Κρίνεσαι.

Επιστροφή στον Πικάσο. Το Παιδί με το Περιστέρι το ζωγράφισε όταν ήταν είκοσι ετών και πάσχιζε να αφήσει ένα καλλιτεχνικό αποτύπωμα. Επισκέφθηκε πρώτη φορά το Παρίσι το 1900, και επέστρεψε το 1901 για να συμμετάσχει σε μία έκθεση. Η έκθεση ήταν απόλυτα επιτυχής και το τέλος του 1901 είναι η εποχή που ο Πικάσο φεύγει από τον Ιμπρεσιονισμό και εγκαινιάζει μία αφηρημένη τέχνη. Εγκαινιάζει τέχνη “στα σχήματα”. Σε τούτη την αφαίρεση των σχημάτων πατάει και ο Αθανασόπουλος για να περιγράψει την ανθρώπινη κατάσταση:

Περπάτα.
Κάνε ένα τετράγωνο γύρω από την καθημερινότητα. Φαντάζει
προτροπή ή –ακόμα χειρότερα–
Η αίσθηση μιας Προσταγής.
Περπάτα λίγο ακόμη.
Κάνε έναν κύκλο γύρω από την αλάνα όπου έπαιζες, εκείνη
όπου γεμίζεις από χώματα καθαρά.
Φαντάζει παλινδρόμηση ή –ακόμα καλύτερα–,
Η αίσθηση του Παρελθόντος.
Περπάτα και σταμάτα.
Κάνε ένα τρίγωνο γύρω από τα σακατεμένα μπερδέματά μας.
Φαντάζει πονεμένο
ή ακόμα χειρότερα,
ή ακόμα καλύτερα,
η αίσθηση του Αναξιαγάπητου.

Ο Αθανασόπουλος παρουσιάζει, χωρίς τις υπερβολές που ενίοτε φέρει η πρώτη ποίηση ενός ποιητή, την ταπεινή του φιλοδοξία για το δικό του καλλιτέχνημα: “Χάνω το μέτρημα και γράφω. / Γράφω κάτι, που πόσο θα ήθελα να μοιάζει με Ποίηση. / Φερόμενη ως φέρελπις” (“όταν γράφω”). Σε άλλο ποίημα το θέτει ακόμη ειλικρινέστερα: “Μήπως και ξέρω τι γράφω, ελεύθερος συνειρμός να τιμωρεί / εκείνα που δεν ξέρουν να σηκώσουν αναστήματα. / Έλα κοντά μου να βρω εκείνον που δεν έψαξα ποτέ.” (“κοντά μου”).
Έχει όμως η ποίησή του κάποια διακριτά στοιχεία πρώτης ποίησης: έναν εξομολογητικό τόνο προς τον αναγνώστη. Μια προσπάθεια να χτιστεί μία σχέση ειλικρινής ανάμεσα στον ποιητή και σε αυτόν που τον διαβάζει. Εμφανίζεται πραγματιστής, όταν δηλώνει πως δεν προσπαθεί να φτιάξει άλλους κόσμους, γιατί αρκούν αυτοί που έχει. Εκτίθεται ειλικρινώς όταν παραδέχεται τι παθαίνουν τα λόγια του. “Απόψε μεσολαβεί ταχυπαλμία και πιέζονται τα λόγια. / Δεν βγαίνουν εμπρός” (“τα δεκανίκια”). Μα δεν έχει κάθε ποιητής, μεγάλος ή νέος, την ίδια αγωνία τελικά; Δεν θέλει κάθε ποιητής να του δοθεί η σεφερική χάρη, να μιλήσει απλά; Διαβάζοντας το ποίημα “του ακροβάτη” βλέπει κανείς αυτή τη διαπραγμάτευση του μηνύματος ανάμεσα σε δύο – ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, ή ανάμεσα σε δύο καταστάσεις: “Είτε σκοτώνουν, είτε επιβραβεύουν, τον ίδιο ήχο φέρουν”. Αυτή η σχέση πομπού-δέκτη, η οποιαδήποτε δυαδική σχέση, αυτή που αφορά την κατανόηση ενός μηνύματος, αυτή η συνύπαρξη του εγώ με το εσύ συγκρατεί και το ποίημα “εγκαίνια”.
Ο ποιητής Αθανασόπουλος και η περσόνα ενός παν-ώριμου παιδιού. Αυτοί οι δύο συχνά συνομιλούν στους στίχους των ποιημάτων. Ο πρώτος για να γειώσει, να εξηγήσει, να ορίσει όσα το δεύτερο επιθυμήσει ή αποτολμήσει. Κάπου, άλλωστε, το λέει και ο ίδιος ευθαρσώς: “Παιδιά και παιδιάστικοι ενήλικες σε αναγκαστικές δηλώσεις. / Έπαιξα, / έπαιξα και έχασα” (“έπαιξα”). Στα ποιήματα “κάπου”, “σαν συνταγή”, “της ώρας”, “εκτελέστηκαν” μπορεί ίσως κανείς να διαβάσει την ειρωνεία που επιφυλάσσει η πραγματικότητα απέναντι στα θέλω του ανθρώπου. Ο Αθανασόπουλος έντεχνα γράφει έτσι ώστε να μην αντιλαμβάνεσαι αν το προτασιακό περιεχόμενο εκπορεύεται από παιδικές/άχρονες ή ενήλικες/συγκεκριμένες επιθυμίες. Ίσως γιατί η ευαισθησία των στίχων του – ευαισθησία με την έννοια ότι κατατίθενται με την πατίνα από όλες τις προσλαμβάνουσές του – είναι μεγάλη, κι έχει μία αθωότητα όλο αυτό, μία αγνότητα που ξεπερνάει τον ενήλικα, και οδηγεί πίσω στον πατέρα του ανθρώπου, στο παιδί: “Θυμάσαι τι σου είπα; / Μπορείς να μου θυμίσεις πόσο σε αγάπησα όταν κατάλαβα / αυτούς τους πρεσβευτές δρόμους;” (“όταν κατάλαβα”). Αν δεχτούμε τον ορισμό της ποίησης ως “αυθόρμητη υπερχείλιση δυνατού συναισθήματος”, όπως έλεγε ο ρομαντικός Άγγλος ποιητής Wordsworth, αυτό το δυνατό, ευαίσθητο, άδολο, αγνό, ρομαντικό, παν-ώριμα παιδικό συναίσθημα έρχεται και σε άλλα ποιήματα του Αθανασόπουλου: στα “ξεκαθαρίσματα”, στο “για σένα”, στο “από την κούνια μου”. Σε αυτό το τελευταίο ποίημα, ο “ασυγχώρητος” ποιητής, αυτός που αλλού αυτοπροσδιορίζεται ως και ο ίδιος “σε αναζήτηση συγχώρησης”, αυτός, στον μεγαλόκαρδο χώρο που δημιουργούν οι ειλικρινώς κατατεθειμένες λέξεις του, δίνει το συγχωροχάρτι στον αίτιο όλης αυτής της κατάθεσης, εξομολόγησης, συλλογής. Με αυτήν τη συλλογή ο Αθανασόπουλος εγκαινιάζει τη δική του θητεία στην ποιητική δημιουργία – ένα βιβλίο, που ίσως είναι ο πατέρας των μελλοντικών του δημιουργιών.

 

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: