Χάρτης 86 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-86/kinhmatografos/o-ti-apomenei-meta-to-kinighi-toi-loyka-ghkoiantanino
1 Η πλοκή είναι φαινομενικά απλή. Η καθηγήτρια ηθικής φιλοσοφίας Άλμα Ίμχοφ, με φόντο το Πανεπιστήμιο του Γέιλ και αναφορές σε Αντόρνο και Φουκό, βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους εκ των οποίων η μία ―η διδακτορική της φοιτήτρια― κατηγορεί τον άλλον ―καθηγητής του ίδιου πανεπιστημιακού ινστιτούτου και στενός φίλος της Άλμα― για σεξουαλική κακοποίηση. Το θέμα, φυσικά, παίρνει κοινωνικές διαστάσεις τόσο εντός όσο και εκτός πανεπιστημιακού περιβάλλοντος. Ωστόσο, καθώς η πλοκή εξελίσσεται, μαθαίνουμε περισσότερα πράγματα για τη ζωή της Άλμα παρά για το τι πραγματικά συνέβη ανάμεσα στους δύο και τι πρόκειται να συμβεί από δω και πέρα. Ο Γκουαντανίνο, για μία ακόμη φορά, σκηνοθετεί μία ταινία της οποίας το θέμα είναι η ζωή ενός προσώπου και οι άνθρωποι που συσχετίζονται μαζί του ‒ όπως στο Είμαι ο έρωτας (2009) ή το Να με φωνάζεις με το όνομά σου (2017).
Δεν είναι το ίδιο το περιστατικό της κακοποίησης εκεί όπου εστιάζει η αφήγηση, αλλά η συμπεριφορά των ατόμων που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα και οι αποφάσεις που παίρνουν σε δεδομένες χρονικές στιγμές ως επακόλουθο του συγκεκριμένου γεγονότος ― με έναν τρόπο, η εμπλοκή του προσωπικού με το ηθικό. Μέσα σε αυτό, η Άλμα παραμένει το πρόσωπο που κρατάει την αφήγηση. (Η Τζούλια Ρόμπερτς δεν απουσιάζει σχεδόν από κανένα πλάνο.) Ταυτόχρονα, η ταινία προσπαθεί να διχάσει καθώς δεν είμαστε τελείως σίγουροι για το τι έγινε ή για ποιον λόγο έγινε. Ή καταφέρνει κάτι τέτοιο έως ένα σημείο. Μετά από αυτό μπορούμε να είμαστε αρκετά σίγουροι. Αλλά το πιο πιθανό είναι ότι έχουμε ήδη διχαστεί και με έναν τρόπο πάρει το μέρος της μίας ή της άλλης πλευράς.
Το πολιτικό, γεωγραφικά και χρονολογικά, τοποθετημένο σκηνικό είναι εκείνο του κινήματος MeToo και της κουλτούρας της ακύρωσης ενός προσώπου, συνήθως με ορισμένα προνόμια και ένα κεφάλαιο, όπως το πολιτισμικό κεφάλαιο. Το παραπάνω, βέβαια, παραμένει ένα φόντο. Η ταινία δεν επιχειρεί να δώσει κάποιες γρήγορες και εύκολες απαντήσεις στο πώς διαχειριζόμαστε ανάλογες καταστάσεις ή τι πρέπει να γίνεται. Την ίδια στιγμή, όμως, φροντίζει να θέσει ορισμένα ερωτήματα γύρω από την υπεράσπιση του θύματος ή του θύτη, τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα σε αυτούς τους δύο (κάνοντας τες πιο συγκεκριμένες: καθηγητής και φοιτήτρια), τον ρόλο της φυλής, του φύλου και της σεξουαλικότητας στο σύγχρονο πολιτικό πλαίσιο και την ευαισθητοποίηση (ή την επιφανειακή ευαισθητοποίηση) γύρω από τις φωνές που δεν ακούγονται και τόσο, όπως και τον ρόλο της τάξης και των προνομίων αναφορικά με την πρόσβαση στη γνώση και το πανεπιστημιακό περιβάλλον. Το τελευταίο μοιάζει να είναι εκείνο που κάνει την ταινία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και εκείνο που επιχειρεί και πάλι να διχάσει το κοινό.
Παράλληλα, αν και οι προσωπικότητες των χαρακτήρων δεν αναλύονται εις βάθος, αυτό που εντοπίζει κανείς είναι μία συζήτηση γύρω από την ηθική και την ηθικότητα του χαρακτήρα και των πράξεων. Φαίνεται να κυριαρχούν δύο καίρια ηθικά ερωτήματα που συμπληρώνονται από ένα τρίτο: Κανείς θα διάλεγε να φροντίσει τον εαυτό του; Ή να υιοθετήσει και να επιτελεί μία ηθικά ορθή συμπεριφορά απέναντι στους άλλους (και τον Άλλον); Και, κανείς οφείλει να υπερασπιστεί την αλήθεια (ως Αλήθεια) ακόμη και αν αυτή μπορεί να είναι ηθικά προβληματική και κατακριτέα από τον κόσμο; Η σκηνή από το μάθημα της Άλμα μετά τα μισά της ταινίας δίνει κάποιες απαντήσεις σχετικά με τα παραπάνω, οι οποίες ίσως να συνοψίζονται στο μότο της ταινίας: Δεν χρειάζεται να σε κάνουν όλα να νιώθεις άνετα.
2 Η ταινία τελειώνει με τη φωνή του σκηνοθέτη να επεμβαίνει και να ανακοινώνει ότι ήρθε η ώρα να πέσουν οι τίτλοι ― cut. Κανένας ανάλογος πειραματισμός ή κάποια αντίστοιχη αυτοαναφορικότητα του κινηματογραφικού μέσου στην πορεία του έργου. Η ταινία σε όλη τη διάρκειά της φροντίζει να δηλώνει με τις αισθητικές και τεχνικές επιλογές της ότι είναι μία μυθοπλαστική αφήγηση με κατεξοχήν στοιχεία δράματος και ανατροπές ‒ χωρίς ωστόσο να υπάρχει εκείνη η στιγμή κορύφωσης που θα περιμέναμε. Με έναν τρόπο, η αλήθεια της αφήγησης συγκρατείται μέσα από την ψευδαίσθηση της κινηματογραφικής αφηγηματικής τεχνικής. Η κάμερα μπορεί να διαλέγει χαμηλές γωνίες ή κοντινές λήψεις στα πρόσωπα των χαρακτήρων με θολό φόντο, αλλά αυτά μοιάζουν αναμενόμενα από τον σκηνοθέτη του Challengers (2024). Δικαίως λοιπόν μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν υπάρχει κάποια αισθητική αιτιολόγηση για τη συγκεκριμένη λήψη της τελευταίας σκηνής. Απευθύνεται στην ίδια την ταινία ή τους θεατές της;
Μάλλον ο Γκουαντανίνο θέλει να μας υπενθυμίσει ότι αυτό που είδαμε δεν ήταν παρά μία ταινία, ένα μυθοπλαστικό γεγονός. Μία μυθοπλασία, ωστόσο, που μπορεί να διχάσει σε τέτοιο σημείο ώστε η υπεράσπιση ―του θύτη ή του θύματος― να γίνεται υπερβολική, μία μορφή βίας απέναντι σε κάθε άλλον εμπλεκόμενο. Ή ίσως να επιχειρεί να αναδείξει την σοβαρότητα με την οποία βλέπουμε μία κατάσταση, αγνοώντας πολλές φορές άλλα δομικά χαρακτηριστικά της, όπως τα προσωπικά συμφέροντα, τα προνόμια του κάθε ατόμου και, φυσικά, το τι γίνεται μετά.
Η ταινία δεν συμβιβάζεται. Δεν θέλει να είναι πολιτικά ορθή. Αλλά ούτε και να πάει ιδεολογικά κόντρα σε ένα κίνημα. Τελικά, ίσως να μην προσπαθεί καν να αναδείξει το πόσο σύνθετο και δύσκολο είναι να προσεγγίσει κανείς ένα τέτοιο γεγονός μέσα από πολλές οπτικές. Αυτό που φαίνεται να επιχειρεί είναι να απευθυνθεί σε εμάς ως θεατές, να μας παρακινήσει να σκεφτούμε πώς νομίζουμε ότι θα αντιδρούσαμε και πώς όντως θα αντιδρούσαμε. Ή τις προσδοκίες τρίτων αναφορικά με τη δική μας αντίδραση η οποία μπορεί να διαφέρει από αυτό που οι άλλοι θα περίμεναν από εμάς. Να μας κάνει, εν τέλει, να μην νιώσουμε άνετα πρωτίστως με την κατάσταση και έπειτα με εμάς. Και αυτό είναι που μπορεί να απομείνει μετά το κυνήγι. Εμείς αλλά όχι όπως πριν.