Χάρτης 86 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-86/eikastika/proseghghiseis-se-orismenes-sighkiries-sto-telos-toi-perasmenoi-khronoi
Η πρώτη.
Η παρουσίαση του Martha Graham Dance Company στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ( Νοέμβριος 2025 ) με τρεις χορογραφίες Chronicle (1936), Errand into the maze ((1947) και Cave (2022) στην επετειακή παράσταση The First and the Future. Aυτό το ρηξικέλευθο και επιδραστικό για το σύγχρονο χορό μπαλέτο υπηρετεί 100 χρόνια πλέον την διδασκαλία της δημιουργού του Μάρθας Γκράχαμ για τη σημασία του πάθους, της δραματικής έντασης και της εσωτερικής έκφρασης στη μοντέρνα κίνηση.
Το πρώτο από τα δύο παλαιότερα έργα, το Chronicle, του 1936, είναι μια καταγγελία της πολιτικής καταπίεσης, του ναζισμού τότε ― η Γκράχαμ, ας μην ξεχνάμε, αρνήθηκε να συμμετάσχει στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών του Βερολίνου και σήμερα κρατάει την γενικότερη αξία μιας απόλυτης δήλωσης κατά του ολοκληρωτισμού, ενώ το δεύτερο Errand into the maze του 1947, εμπνευσμένο από το μύθο του Μινώταυρου, είναι μια συμβολική εσωτερική καταβύθιση, η προσπάθεια του ανθρώπου να αντικρίσει και να αντιπαλέψει την αγωνία της ύπαρξης. Και τα δύο δοσμένα με ευαισθησία και πρωτότυπη δημιουργικότητα, το σώμα ως χειρονομία διαμαρτυρίας, η χειρονομία και κίνηση ως δικαίωση της ζωής .
Εξήντα τόσα χρόνια πριν, κατά την πρώτη επίσημη εμφάνιση του συγκροτήματος στην Αθήνα το Νοέμβριο του 1962 με την ίδια τη Μάρθα Γκράχαμ, το γεγονός κοινοποιείται με μία αφίσα, εμβληματική έκτοτε για την εξέλιξη της ελληνικής γραφιστικής. Η δημιουργός της Αγνή Κατζουράκη, που μόλις είχε αποφοιτήσει από τη Σχολή ζωγραφικής Slade του Λονδίνου και είχε ενταχθεί στο διαφημιστικό γραφείο K&K των Φρέντι Κάραμποτ και Μιχάλη Κατζουράκη, συνθέτει τολμηρά, ξεπερνώντας τους τεχνικούς περιορισμούς της εποχής, φωτογραφίες σε αρνητικό της κίνησης των χορευτών με την επωνυμία του συγκροτήματος σε μπολντ κεφαλαιογράμματο αλφάβητο. Το πεδίο χωρισμένο σε δύο τομείς, άσπρο-μαύρο, αντιπαραθέτει το βαρύ όνομα της χορογράφου με την αέρινη κίνηση του μπαλέτου και οπτικοποιεί δυναμικά με πολλαπλές αντιθέσεις το μήνυμα.
Η δεύτερη.
Δεν είναι τυχαίο πως η παραπάνω αφίσα περιλαμβάνεται σε μια νέα έκδοση, στον συλλογικό τόμο Women Graphic Designers. Rebalancing the Canon, που πρόσφατα κυκλοφόρησε σε επιμέλεια Elizabeth Resnick, ομότιμης καθηγήτριας στο Κολέγιο Τέχνης και Σχεδιασμού της Μασαχουσέτης στη Βοστώνη (Bloomsbury Visual Art, Λονδίνο-Νέα Υόρκη-Δουβλίνο 2025, σελίδες 574).
Ο τόμος χωρισμένος σε τρεις περιόδους αποτιμά το δημιουργικό έργο 44 γυναικών στο ντιζάιν του 20ού
αιώνα. Η πρώτη περίοδος με τίτλο «New Millennium Pioneers (1875-1920)» αναφέρεται στις: Uemura Shôen, Jane Atché, Varvara Stepanova, Fré Cohen, Ans van Zeijst, Maria Keil, Saloua Raouda Choucair, Dorrit Dekk, Roswitha Bitterlich. Η δεύτερη, «Modernist Trailblazers (1925-1939)» στις: Anita Klinz, Jacqueline S. Casey, Lora Lamm, Claudia Morgagni, Nelly Rudin, Dorothea Hofmann, Karmele Leizaola, Gülümser Aral Üretmen, Tomiko Miho, Anneliese Ernst, Dolly Sahiar, Odiléa Toscano, Thérèse Moll, Eiko Emori, Dorothy E. Hayes, Agni Katzouraki, Bonnie MacLean. Και η τρίτη περίοδος, «Postmodern Innovators (1940-1970)» στις: Eulindra Lim, Elizabeth Fitz – Simon, Anna Monika Jost, Anna Eymont, Myriam Kin-Yee, Alison Hulett, Trish de Villiers, Mahnoosh Moshiri, Arlette Haddad, Farideh Shahbazi, Polly Bertram, Sylvia Harris, Kyungja Keum, Winnie Wai-kan Kwan, Elisabetta Ognibene, Mara de Oliveira, Marjaana Virta, Sujata Keshavan.
Είναι γεγονός ότι σε τέτοιου είδους εγχειρήματα μπορούν να εμφιλοχωρήσουν ποικίλες ενστάσεις. Το ενδιαφέρον ωστόσο εδώ είναι, πέραν από τη δεσπόζουσα αισθητική επίδραση μιας δυτικής παιδείας, η παρουσίαση δημιουργών που έχουν να αντιπαλέψουν αρνητικά προδιαθετημένα περιβάλλοντα είτε λόγω εποχής είτε λόγω πολιτικών ή φυλετικών ή θρησκευτικών προκαταλήψεων, αλλά και δημιουργών που προχωρούν σε πρωτοποριακές συλλήψεις.
Έτσι η Uemura Shôen (1875-1949), αντιστρατεύεται την πιεστική, ανδροκρατούμενη κοινωνία της Ιαπωνίας ή η Γαλλίδα Jane Atché (1872-1937), παρουσιάζει τολμηρά την πρώτη γυναίκα που καπνίζει ή βάζει μια θρησκευόμενη να διαφημίζει ένα ποτό, το λικέρ La Célestine, παίζοντας με την ονομασία.
Η Fré Cohen (1903-1943), φεμινίστρια και σοσιαλίστρια στο Άμστερνταμ, βοηθούσε επί πολλά χρόνια ομόθρησκούς της Εβραίους να ξεφύγουν από το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας, ώσπου και η ίδια έχασε τη ζωή της.
Η Dorothy E. Hayes (1935-2015), η Αφροαμερικανίδα γραφίστρια, πρωτεργάτης στην διάδοση της ιδέας του μαύρου καλλιτέχνη και σχεδιαστή σε μιαν εποχή θεσμικών διχασμών και συγκρούσεων.
Η Saloua Raouda Choucair (1916-2017), σημαντική Λιβανέζα εικαστικός, που διασταυρώνει γόνιμα τον ισλαμό-αραβικό γεωμετρικό σχεδιασμό με τη δυτική αφαίρεση ή η Bonnie MacLean (1939-2020), εισηγήτρια των τολμηρών ψυχεδελικών εικόνων στις αφίσες της ποπ αντικουλτούρας του μοντερνισμού των σίξτις και σέβεντις.
Οι σύγχρονές μας τέλος Ιρανές Mahnoosh Moshiri και Farideh Shahbazi, προσπαθούν να υπάρξουν και να δημιουργήσουν μέσα σε ένα ασφυχτικό θεοκρατικό καθεστώς, όπου η οικονομική ανεξαρτησία των γυναικών είναι σε διαρκή αμφισβήτηση.
Η τρίτη συγκυρία,
στο τέλος του περασμένου χρόνου, μας αποκαλύπτει την εκπληκτική πορεία μιας γυναίκας, που κατέληξε σε μιαν απρόσμενη για την εποχή της και απρόβλεπτη ως αποτέλεσμα δραστηριότητα, σ’ εκείνην του πολεμικού ανταποκριτή με ξεχωριστής μάλιστα σημασίας αποτύπωμα. Πρόκειται για την αναδρομική έκθεση φωτογραφίας της Αμερικανίδας Lee Miller (1907-1977) στην Tate Britain του Λονδίνου (Οκτώβριος 2025-Φεβρουάριος 2026 και στη συνέχεια στο Musée d’Art Moderne στο Παρίσι ως τον Ιούλιο).
Η Lee Miller εμφανίζεται ως φωτομοντέλο στη Νέα Υόρκη την περίοδο του Μεσοπολέμου με φωτογραφίες στο περιοδικό Vogue αρχαιοελληνικής εμπνεύσεως, όπως απαιτούσε το πνεύμα της μόδας της εποχής εκείνης, συνδέεται κατόπιν στο Παρίσι με τους υπερρεαλιστικούς κύκλους και τον σπουδαίο, όσο και ιδιόρρυθμο, συμπατριώτη της Man Ray, με τον οποίον συνεργάζεται στους φωτογραφικούς πειραματισμούς και τις αντισυμβατικές, προκλητικές λήψεις, περνάει ένα διάστημα στην Αίγυπτο, όπου σε ανοικτό πεδίο και με τη νέου τύπου Rolleiflex μηχανή της ασκείται σε εκείνη την ιδιαίτερη ικανότητα λήψης, που απαιτεί η στιγμιαία, η τυχαία, η έξω από το στούντιο σύνθεση, και καταλήγει στο Λονδίνο με το ξέσπασμα του πολέμου έτοιμη, όπως αποδείχτηκε, να αποτυπώσει με ιδιαίτερη διαύγεια το άλεσμα σωμάτων και ψυχών, που πρόκειται να επιφέρει η βαρβαρότητα του Ναζισμού.
Σε έναν τομέα όπου η αντρική παρουσία κυριαρχεί, όπου ακόμη περισσότερο σπανίζει φωτογράφος στην πρώτη γραμμή και η γυναίκα ως πολεμική ανταποκρίτρια δεν νοείται καν εκείνη την εποχή, η Lee Miller με πείσμα και αυτοπεποίθηση θα ξεκινήσει από το βομβαρδισμό του Λονδίνου, για να περάσει στα προκεχωρημένα χειρουργεία της Νορμανδίας και στις μάχες γύρω από το Saint-Malo. Φωτογραφίες που συλλαμβάνουν το καίριο, την ατμόσφαιρα της στιγμής, αλλά και μερικές με ίχνη υπερρεαλιστικής πραγματικότητας.
Σε κάποιες σκηνές, που όμοιες έτυχε να καταγράψουν και άλλοι, όπως ο Robert Capa, θα φανεί και μια σημαντική διαφορά στην οπτική γωνία προσέγγισης. Είναι η διαπόμπευση νεαρών γυναικών ―συνεργατών (πραγματικών ή νομιζομένων) του κατακτητή― από έξαλλους Γάλλους. Εδώ η μοναδική ευαισθησία της Lee Miller εστιάζει με οίκτο και κάποια τρυφερότητα στα πρόσωπα-πορτρέτα, στο βλέμμα των δύστυχων αυτών υπάρξεων.
Το αποκορύφωμα της δουλειάς της είναι οι σοκαριστικές φωτογραφίες μέσα και έξω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης Dachau και Buchenwald, όταν φτάνει μαζί με τους πρώτους Αμερικανούς στρατιώτες. Καθώς η φωτογραφική μηχανή εκείνη την εποχή δεν έχει φακό με ενσωματωμένη δυνατότητα αλλαγής της εστιακής απόστασης (zoom) η Lee Miller δεν διστάζει να πλησιάσει, να μπει στους χώρους με τα στοιβαγμένα νεκρά σώματα ή να σκαρφαλώσει η ίδια στα βαγόνια μεταφόρτωσης. Κατάφερε έτσι με ευκρίνεια στη σύνθεση και κατευθείαν στόχευση να αποκαλύψει μιαν άγνωστη και αδιανόητη ωμότητα, να φωτίσει το απόλυτο ζόφος εκείνου του πολέμου που έληγε στην Ευρώπη.
Προσεγγίσεις σε ορισμένες συγκυρίες στο τέλος του περασμένου χρόνου, οδηγούν αναδρομές σε ιδιοφυείς δημιουργίες.