Χάρτης 86 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-86/klimakes/akhni-skiaghrafia-tis-thlipsis-kai-tis-akanonistis-proodoi-tis-lithis
[ πέμπτο μέρος ]
And death shall have no dominion
Dylan Thomas
J’avais le vertige de voir au-dessous de moi et en moi pourtant comme si j’avais des lieues de hauteur, tant d’années
Marcel Proust
α. Πεδικλώνεις τον χρόνο, τον χαλάς πριχού σε χαλάσει αυτός, ο δόλιος δυνάστης, ο στενογράφος της ζωής και θυμησιάρης, ο μοβόρος μάστορας, τον μαλάζεις με μαλαγανιές, αφουγκράζεσαι το θρόισμα των φύλλων, ενδίδεις στο θρόισμα των φύλων, μπαγλαμαδιές στην άβυσσο και τα σκυλιά λυμένα, θυμάσαι; — θυμάμαι να λες, κάνεις άλλωστε άλλο τίποτα από το να θυμάσαι, ήδη από τότε που διαπίστωσες μέσω Marguerite Duras ότι ο μηχανισμός της σάρκας είναι (φευ!) εξαιρετικά ακριβής, και ότι ο άνθρωπος είναι ένα εργοτάξιο παραγωγής αναμνήσεων, κι είχατε πει με τον Θάνο Σταθόπουλο να βάλετε μπροστά τη φάμπρικα μιας πολαρόιντ καθημερινώς για να βλέπετε το θάνατο να κάνει καλά τη δουλειά του, θα είχατε τώρα, υπολογίζω με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια, 1986 έως 2026 σαράντα επί τριακόσιες εξήντα πέντε ίσον δεκατέσσερις χιλιάδες εξακόσιες πολαρόιντ, πάει να πει μια οιονεί εικαστική installation του δικού σας Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν, αλλά και διά τον εγλεντζέ σας, ως έλεγεν ο mutual friend, ο μέγας μακαρίτης Ηλίας Λάγιος.
β. Τρεις θάνατοι, ψελλίζεις, που τους συνδέουν του χρόνου τα τερτίπια — στις 26 Δεκεμβρίου του 2027, τρεις δεκαετίες από το θάνατο του πατέρα· σβήνει στο περίφημο ΝΙΜΤΣ, το 417 Νοσηλευτικό Ίδρυμα Μετοχικού Ταμείου Στρατού, στην ηλικία στην οποία τρικλίζει ο γράφων σήμερα, εξήντα έξι ετών, καταβεβλημένος αλλά πάντα κοκέτης ο πατέρας, και ο θάνατος αναγγέλλεται παγερά, μια οθόνη που επαναλαμβάνει με κόκκινα γράμματα τη φράση No Data from Bed, αυτό είναι ο ορισμός του θανάτου, λοιπόν, Μηδέν Δεδομένα από την Κλίνη, μια κατραπακιά στην λυτρωτική διαδικασία του πένθους, μάλιστα, στην εποχή μας οφείλουμε να επινοήσουμε εκ νέου το πένθος, και η επίμονη, εμμονική, εμμένουσα περιδιάβαση στις 448 συν 496 συν 576 συν 512 συν 420 συν 296 συν 404 σελίδες του Proust είναι βαθμίς κρίσιμη για την επανεπινόηση του πένθους, καθόσον κάθε βιβλίο, πέραν όλων των άλλων, είναι μια πένθιμη διαδικασία —κάθε μυθιστόρημα διατεινόταν ο μπαγάσας ολκής, ο Henry Miller είναι ο τάφος ενός έρωτα—, είναι ο τρόπος μας να ξεγελάμε την απώλεια βιώνοντάς την στο έπακρο και καταγράφοντάς την με πειραγμένη ακρίβεια, συνδέοντας τα φαινομενικώς ασύνδετα και ανακαλύπτοντας ακαριαία κάποιες συμπτώσεις, λόγου χάριν ότι στην κηδεία του Κορνήλιου Καστοριάδη διαβάστηκαν οι σελίδες 148 έως 153 από τον πέμπτο (και λατρεμένο μου) τόμο του Αναζητώντας όπου συναντάμε ένα εξαίσιο εγκώμιο της τέχνης, του ποιείν, της καλλιτεχνικής δημιουργίας και του περάσματος διά της δημιουργίας σε μιαν άλλη σφαίρα ζωής, με αφορμή τον θάνατο του συγγραφέα Μπεργκότ («Ήταν νεκρός. Νεκρός για πάντα; Ποιος είναι σε θέση να το πει;» & «Έτσι, η σκέψη πως ο Μπεργκότ δεν ήταν νεκρός για πάντα δεν είναι απίθανη» & «Τον έθαψαν, αλλά όλη τη νεκρώσιμη νύχτα, στις φωτισμένες προθήκες, τα βιβλία του, αραδιασμένα τρία τρία, ξαγρυπνούσαν σαν άγγελοι μ᾽ ολάνοιχτα φτερά και φάνταζαν, γι᾽ αυτόν που δεν υπήρχε πια, σαν το σύμβολο της αναστασής του») — και, επί του προσωπικού, επιστρέφοντας ρημαγμένος στο σπίτι εκείνη τη νύχτα της 26ης Δεκεμβρίου του 1997, βρίσκω στον τηλεφωνητή του σταθερού το μακάβρια αλλόκοτο μήνυμα Πέθανε ο μπαμπάς και κατάφερα να συνέλθω από την ταραχή όταν αντιλήφθηκα αργότερα ότι ο καλός φίλος που άφησε το μήνυμα εννοούσε τον Κορνήλιο Καστοριάδη που είχαμε την ωραία συνήθεια, στις συζητήσεις μας, να αποκαλούμε Μπαμπά, καθόσον τόσα μας διδαξε, τόσα μας έδωσε, και από τόσα μας έσωσε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, οπόταν κι αποφύγαμε κομματικές εντάξεις και άλλες στριμόκωλες καταστάσεις.
γ. Αντιγράφω από το τετράδιο εργασίας: «Είναι ένα κουραστικό ύφος αλλά δεν κουράζει τον νου. Η καθαρότητα της φράσης είναι αθροιστική και εκρηκτική. Η κούρασή μας είναι η κούραση της καρδιάς, μια κούραση του αίματος. Είμαστε εξαντλημένοι και θυμωμένοι μετά από μία ώρα, βυθισμένοι, υποταγμένοι από την κορύφωση της μιας μεταφοράς μετά την άλλη: αλλά ποτέ κατάπληκτοι. Το παράπονο ότι είναι ένα περίπλοκο ύφος, γεμάτο περιφράσεις, σκοτεινό και αδύνατον να το παρακολουθήσεις, δεν έχει καμία απολύτως θεμελίωση». Ιδού πώς μεταφράζει, ο εκλεκτός Θωμάς Συνεωνίδης (εκδ. Εστία, σ. 111) την αγαπημένη μου (έστω: μία από τις αγαπημένες μου) παραγράφους του πολύτιμου πονήματος Proust ενός μόλις εικοσιτετράχρονου Samuel Beckett, πονήματος γραμμένου στα αγγλικά, το οποίο μετέφρασε ανεπίληπτα στα γαλλικά η Édith Fournier, και δεν είναι διόλου χαμένος χρόνος να δούμε και τη δική της εκδοχή της πολύτιμης παραγράφου, είπε (νοερά) στην (απούσα εκείνη τη νύχτα της 14ης Ιουλίου του σωτηρίου έτους 2024) μεταμοντέρνα Βεατρίκη του ο Συγγραφέας του Μυθιστορήματος, αντιλαμβανόμενος, όχι δίχως κάποια τάση να μεμφθεί τον εαυτό του για την κιτρινισμένη από τη νικοτίνη επιφάνεια των νυχιών του δείκτη και του μέσου στο αριστερό του χέρι καθώς και για την (δικαιολογημένη, πάντως, από τις περιστάσεις) επέλαση της σκόνης στα ράφια των βιβλιοθηκών του, ενώ άρχισε να διαβάζει μόνος, καίτοι (πάντα) απευθυνόμενος στην απούσα, και τα λοιπά: “C’est un style fatigant, mais pas pour l’esprit. La clarté de la phrase est composée d’une série d’accumulations et d’explosions ; la fatigue que l’on éprouve est une fatigue du cœur, une anémie du sang. Au bout d’une heure, ce n’est pas l’hébétude mais l’épuisement et la colère qui vous gagnent, submergé, anéanti que vous êtes par l’écume et le déferlement d’une métaphore après l’autre. Le reproche fait à ce style d’être alambiqué, plein de périphrases, obscur et impossible à suivre, est absolument sans fondement.”
δ. Αντιγράφω από ένα αβανγκάρντ μυθιστόρημα που θα σκάσω αν δεν το μεταφράσω: I said Eric Thucydides Vassily Grossman Proust Bela Lugosi Béla Tarr Vassilis Vassilikos Audre Lorde Ntozake Shange.
ε. Διαισθάνομαι την τάση προς έφεση αντικαταστάσεως μιας από τις κρισιμότερες μαντλέν της παρέας, ήτοι του Jameson, με την λεπταίσθητη μαντλέν Paddy που είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε φλυαρώντας και αναμιμνησκόμενοι πολλά και διάφορα, χάρις στον λίαν εκλεκτό Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη, ο εν λόγω Πεντζίκης, ο Θάνος Σταθόπουλος, και ο Κυριάκος Μαργαρίτης, όντας άλλωστε και οι τέσσερίς μας μνήμονες μνηστήρες της Μνημοσύνης, φιλότιμοι εκδρομείς στα σοκάκια και τις αλέες του παρελθόντος από όπου αντλούμε και ανασύρουμε περιστατικά και συμβάντα, μουσικές που μας καθόρισαν, συγγράμματα που μας προσδιόρισαν, ταινίες που μας όρισαν, αείζωοι κοινωνούντες, της μεθέξεως μεθύστακες, γραφιάδες άνευ χαρτοφυλακίου, snipers της εμπνεύσεως, δολιοφθορείς των συμβάσεων, δραγουμάνοι του διαστήματος ως ήθελεν ο συγχωρεμένος φίλος Πητ Κουτρουμπούσης, στις λόχμες δαπανημένοι, κατά τον μέγιστο Γιώργο Β. Μακρή, cosmonauts of inner space ως αυτοχαρακτηρίζονταν οι σεπτοί πρόγονοί μας Alexander Trocchi [1925–1984] & William Seward Burroughs [1914-1997].
στ. Si du moins il m’était laissé assez de temps pour accomplir mon œuvre, je ne manquerais pas de la marquer au sceau de ce Temps dont l’idée s’imposait à moi avec tant de force aujourd’hui, et j’y décrirais les hommes, cela dût-il les faire ressembler à des êtres monstrueux, comme occupant dans le Temps une place autrement considérable que celle si restreinte qui leur est réservée dans l’espace, une place, au contraire, prolongée sans mesure, puisqu’ils touchent simultanément, comme des géants, plongés dans les années, à des époques vécues par eux, si distantes, – entre lesquelles tant de jours sont venus se placer – dans le Temps. / Marcel Proust