Χάρτης 86 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-86/poiisi-kai-pezografia/o-nikhterinos-peripatos-toi-kanape
Το έργο του Ρέμπραντ φον Ράιν, του 1642, που απεικονίζει τον λόχο της Πολιτοφυλακής του λοχαγού Κοκ, το έχουν δει όλοι, όσοι έχουν επισκεφθεί το Rijksmuseum, στο Άμστερνταμ. Αυτό το τεράστιο, σημαντικό έργο, κόπηκε και από τις τέσσερις μεριές του το 1715, ώστε να χωρέσει ανάμεσα σε δύο πόρτες μιας αίθουσας του Δημαρχείου του Άμστερνταμ! Το 1911, ένας άνδρας έσκισε τον καμβά με μαχαίρι, ενώ το 1975, ένας άνεργος δάσκαλος κατάφερε μερικά κοψίματα με μαχαίρι ψωμιού και το 1990, ένας άνδρας που είχε αποδράσει από ψυχιατρείο, ψέκασε με οξύ τον πίνακα καταστρέφοντας, ευτυχώς, μόνο το βερνίκι. Όλες οι ζημιές αποκαταστάθηκαν από τους συντηρητές.
Μετά τον καθαρισμό του, το 1946-47, αποκαλύφθηκε ότι το έργο δεν ήταν σκοτεινό, το βερνίκι μόνο είχε μαυρίσει, με τον καιρό. Αλλά ήταν πλέον αργά για να αλλάξει κανείς τον τίτλο, με τον οποίο είχε γίνει γνωστό. Η νυχτερινή περίπολος!
Τελευταία, οι επισκέπτες μπορούν να δουν το έργο, με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, στην αρχική του μορφή· μαζί με τα κομμάτια δηλαδή που είχαν αφαιρεθεί και χάθηκαν στη συνέχεια.
Τον νυχτερινό περίπατο του καναπέ όμως, τον είδαν μόνο λίγοι αργοπορημένοι διαβάτες το βράδυ της παραμονής του Αγίου Ιωάννου, μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Έναν καναπέ να περιφέρεται υποβασταζόμενος από δύο άτομα και ακολουθούμενος από δύο πολυθρόνες, τέσσερις καρέκλες, ένα τραπέζι χαμηλό και δυο μικρά λίγο ψηλότερα το ένα πίσω από το άλλο, όπως τα κοτόπουλα την κλώσα. Νυχτερινή μετακόμιση; Και ναι και όχι. Δανεικά έπιπλα, για μια μέρα! Αυτή, της ονομαστικής εορτής τού πατέρα.
Ας τα πάρω όμως, από την αρχή.
Μετά τον πόλεμο, τον εμφύλιο και την αστυφιλία που ακολούθησε, η έλλειψη στέγης στις πόλεις ανάγκασε δύο και τρεις οικογένειες να μένουν μαζί ― πριν η αντιπαροχή δώσει τη μοιραία λύση, αναγκαία μεν για τη συνέχιση της ζωής, τραγική δε, για την όψη της πόλης! Αυτό συνέβη και στη δική μου οικογένεια. Όλοι μαζί λοιπόν! Δύσκολο για τους ενήλικες, μαγευτικό για τα παιδιά. Οι γονείς μου, η αδελφή μου κι εγώ, η γιαγιά, η θεία, ο θείος, που είχε επιστρέψει από τον πόλεμο σώος, αλλά με σημάδια από τραύματα και από επεμβάσεις στα στρατιωτικά νοσοκομεία της Αφρικής και άλλα τραύματα, που δεν φαίνονταν, τότε τουλάχιστον, όταν ακόμη η ανακούφιση για το τέλος του πολέμου και του εμφυλίου ήταν το κυρίαρχο αίσθημα. Το πώς θα επιβίωναν στο εξής και τι θα τους στοίχειωνε στο μέλλον, ήταν κάτι που θα τους απασχολούσε αργότερα. Και βέβαια, η θεία Αφροδίτη, η παντέρημη εξαδέλφη τής γιαγιάς, που χρόνια πριν, τής την εμπιστεύτηκε πεθαίνοντας ο τελευταίος συγγενής της. Η φιλάνθρωπη γιαγιά, αν και χήρα με τέσσερα παιδιά και ένα πολύ μικρό εισόδημα, την περισυνέλεξε από το πέλαγος των μοναχικών ναυαγών. Η θεία Αφροδίτη, λοιπόν, είχε μια δυσκολία να καταλάβει τι γίνεται με τη ζωή ―τόσο το καλύτερο, θα μου πείτε και ίσως και γι αυτό, ήταν πάντα γελαστή― με γαλάζια μάτια σαν χάντρες, κοντούλα και στρουμπουλή, με ροδαλό δέρμα και αφρώδη γκριζόξανθα μαλλιά, που αργότερα, μου άρεσε να της τα χτενίζω μαζεύοντάς τα ψηλά στο κεφάλι, για να μοιάζει με την Αγγλίδα ηθοποιό Μάργκαρετ Ράδερφορντ. Με πήγαινε περίπατο συχνά, τα απογεύματα, επιδρομή στα σπίτια με κήπους, της πάνω πόλης. Τα λάφυρα ήταν μερικά λουλούδια και ο καφές που απολάμβανε σε μερικά σπίτια. Ήξερε τους πάντες. Και την ήξεραν. Και έβλεπαν με πολλή συμπάθεια, όπως καταλάβαινα, την αθώα ματιά της πάνω στους ανθρώπους, τις παιδικές της απορίες, την αγάπη της για τα λουλούδια. Είχε πάντα ένα καθαρό μαντίλι στην τσέπη της και τίποτε άλλο. Όπως και στη μικρή, από δέρμα μαροκέν τσάντα, την οποία περνούσε στον αριστερό καρπό όταν επρόκειτο να πάει στην εκκλησία. Η επίσημη έξοδος! Ένα νταντελένιο μαντίλι και ένα μικροσκοπικό μπουκάλι άρωμα.
Έτσι, με μια τσάντα μόνο, στον καρπό του χεριού, υποχρεώθηκε να αφήσει το σπίτι της για το ταξίδι χωρίς επιστροφή, η γηραιά κυρία, στην ταινία: Ο κήπος των Φίντζι-Κοντίνι. Η απόλυτη αξιοπρέπεια, απέναντι στην απόλυτη παράνοια και την απόλυτη ντροπή του ανθρώπινου γένους. Βολικό να μην τα σκέφτεται πλέον κανείς αυτά, αλλά τότε, σε τι χρησιμεύει ο χρόνος αν όχι για να θυμόμαστε το χτες, να παρατηρούμε το σήμερα, να απορούμε για όλα και να σκεφτόμαστε πώς θα γίνουμε καλύτεροι; Αυτά, μου έρχονται στο νου, κάθε φορά που βλέπω μια μικρή γυναικεία τσάντα, όπου μια μέρα χρειάστηκε να χωρέσει μιαν ολόκληρη ζωή· μια μέρα, που δεν θα έφερνε ποτέ ένα αύριο.
Επιστρέφω στο συνωστισμό του σπιτιού. Κάποτε, η γιαγιά βρήκε και νοίκιασε ένα σπίτι πολύ κοντά, αφήνοντας στην δική μας οικογένεια το σπίτι που είχε δώσει προίκα στη μαμά, ως πρωτότοκη! Τι αδικία κι αυτή, ο πρώτος τα παίρνει όλα, όπως τον τίτλο του λόρδου και ο τελευταίος κλείνει την πόρτα!
Η γιαγιά λοιπόν έφυγε από το σπίτι μαζί με τον θείο, την θεία ―ο μεγάλος θείος είχε ήδη εγκατασταθεί στην Αθήνα― και βέβαια, την εξαδέλφη Αφροδίτη! Το σπίτι είχε πλέον χώρο. Δεν είχε όμως έπιπλα, στο δωμάτιο υποδοχής. Το σαλονάκι, ήταν της γιαγιάς, όπως και η επιβλητική κονσόλα της σάλας, με τον τεράστιο μπιζουτέ καθρέφτη, απομεινάρια μιας προηγούμενης άνετης ζωής.
Χειμώνιαζε σιγά σιγά και πλησίαζε η ονομαστική γιορτή του πατέρα.
Κόσμος πολύς θα κατέφθανε, για να ευχηθεί. Σοκολατάκι, λικέρ, πτιφούρ, τυπικές συζητήσεις και όλες οι αηδίες της εποχής, μιας εποχής όπου η μικροαστική κουλτούρα είχε σαρώσει σαν επιδημία την κοινωνία της πόλης μας, μια κουλτούρα που δεν διατηρούσε τίποτε από τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου της υπαίθρου αλλά δεν είχε και καμιά σχέση με την αστική συμπεριφορά, διότι το δείγμα της ήταν πολύ μικρό, ώστε να αφομοιώσει τους νεοφερμένους. Το αποτέλεσμα ήταν ένα συνονθύλευμα, από συνήθειες του τόπου, ήδη ποικίλες, από την εποχή της ανταλλαγής των πληθυσμών, με άλλες, δυτικόφερτες. Η υπόθεση προσπαθεί ακόμη, να ξεκαθαρίσει!
Οι επισκέπτες όμως θα κατέφθαναν ― διαφορετικά, κάτι θα είχε πάρει το αυτί μου σχετικά με δημοσίευση στην εφημερίδα, στη στήλη “μη εορτάζοντες”, οι οποίοι δήλωναν ότι δεν θα δεχθούν επισκέψεις!
Πού θα κάθονταν λοιπόν οι επισκέπτες; Κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να μεταφέρουμε τη νύχτα, το σαλόνι της γιαγιάς. Από φαντασία, η οικογένεια, τα πήγαινε πάντα καλά, όπως και από άγχος! Δικό μας! Παραγωγή μας! Όπως λέει ο γιος μου.
Την παραμονή του Άη Γιαννιού, λοιπόν, το βράδυ, ξεκίνησε η επιχείρηση, νυχτερινός περίπατος του καναπέ! Ο καναπές, οι δύο πολυθρόνες και η συνέχεια της πομπής. Από σκούρο ξύλο, στο χρώμα του μαονιού -άραγε ήταν μαόνι ή απλά, ξύλο βαμμένο σε σκούρο κοκκινωπό χρώμα;- με μπορντό βελούδο στο κάθισμα.
Οι δύο πολυθρόνες, με σκληρή, ξύλινη πλάτη, κανονική σε ύψος -όχι σαν τις ψηλές, όπου κάθονται συνήθως οι γαλαζοαίματοι και οι επιφανείς- είχαν παρελθόν με τις μετακινήσεις, εκτός σπιτιού. Είχαν μεταφερθεί στον Άγιο Δημήτριο για τα θυρανοίξια του Ναού, το 47, στα οποία θα παρευρίσκονταν και οι βασιλείς. Ο Παύλος και η Φρειδερίκη.
Αυτή η πληροφορία με παρηγόρησε πάρα πολύ! Σκεφτόμουν, ότι εφόσον ολόκληρος Άγιος δεν είχε δικές του πολυθρόνες και δανείστηκε από τη γειτονιά, γιατί να έχουμε εμείς; Και κουβαλούσα αγόγγιστα μαζί με κάποιον άλλον βέβαια, μια καρέκλα από ένα τετράγωνο πιο πέρα, όπου έμενε η γιαγιά και μετά από λίγες μέρες, στην αντίστροφη διαδρομή. Η επιστροφή του δανεικού καναπέ και των συνακόλουθων! Νύχτα πάντα! Να γίνουμε όσο γίνεται λιγότερο ρεζίλι στους γείτονες!
Και όμως, διέρρευσε! Ο γιατρός δεν έχει καναπέ στο σπίτι του! Αν γνώριζα τότε κάτι, έστω ελάχιστο, για την τέχνη και για τη νυχτερινή περίπολο του Ρέμπραντ, πολύ θα το διασκέδαζα! Όρθιοι ή καθισμένοι σε πολυτελή πολυθρόνα ή στον ξύλινο πάγκο του Μουσείου, η απόλαυση της τέχνης είναι ακριβώς η ίδια! Για όλους! Και θα έλπιζα επίσης, ότι κάποιος από αυτούς, τους ροδαλούς Ολλανδούς, θα φιλοτιμούνταν να βοηθήσει ένα μικρό κορίτσι που προσπαθούσε να σηκώσει το βάρος μισής καρέκλας για να τηρηθούν τα κοινωνικά προσχήματα.
Συχνά, είχα μια τρελή επιθυμία, την ώρα που κάποιος ―από τους όχι πάντα συμπαθείς επισκέπτες― θα ετοιμαζόταν να καθίσει, να του τραβήξω την καρέκλα και να σωριαστεί στο πάτωμα! Στο κάτω κάτω, θα ήταν μια κίνηση έντιμη, θα αποκαθιστούσε την αλήθεια και την πραγματική εικόνα του δωματίου υποδοχής του σπιτιού μας. Ένα δωμάτιο, με οκτώ παράθυρα, που οι τουρκομπαρόκ φεγγίτες του, καμπυλωτοί και αυθάδεις έφταναν ως το ταβάνι, αλλά, χωρίς έπιπλα!
Αυτή, η ιεροτελεστία του χειμώνα επαναλήφθηκε τουλάχιστον, δυο με τρεις χρονιές. Ωσπου ο μπαμπάς ανακάλυψε έναν μαραγκό, ο οποίος του υποσχέθηκε να κατασκευάσει σε μια πολύ λογική τιμή ένα σαλονάκι που η ομορφιά του θα ήταν αξέχαστη! Πράγματι, το σαλονάκι μού έμεινε αλησμόνητο και έλαβε την άγουσα, όταν η αδελφή μου κι εγώ αναλάβαμε την αισθητική του σπιτιού!
Μετά τις 5 το απόγευμα, οι επισκέπτες άρχιζαν να καταφθάνουν. Διάρκεια της επίσκεψης, περίπου ένα τέταρτο. Κανόνες απαράβατοι! Όπως και το ότι οι κύριοι απαλλάσσονταν μπαίνοντας από το παλτό, το καπέλο (ρεπούμπλικα ή ίντεν) το κασκόλ (μάλλινο ή λευκό μεταξωτό, οι πιο ψαγμένοι) ενώ οι κυρίες κρατούσαν το παλτό, ή τη γούνα τους! Κάθονταν με τις γάμπες ενωμένες, λίγο λοξά ―φορώντας εκείνα τα λεπτεπίλεπτα γοβάκια, με λογικό τακούνι, δε λέω, αλλά δεν προφύλαγαν από το κρύο, όπως βέβαια ούτε οι λεπτές κάλτσες στο χρώμα του δέρματος― κρατώντας μια μικρή τσάντα δίπλα, στο κάθισμα, κολλητή στο σώμα τους, λες και ήμασταν κλέφτες στην οικογένεια και φοβούνταν μήπως κάποιος την αρπάξει! Και τι να είχαν μέσα; Λίγα χρήματα, ένα μαντίλι, ένα καθρεφτάκι και ίσως και το κόκκινο των χειλιών, ώστε να ανανεώσουν το μακιγιάζ, ανάμεσα σε δυο επισκέψεις, στην είσοδο ενός σπιτιού.
Ίσως όμως και να κουβαλούσαν τις λίρες τους! Η λέξη «έπαιζε» τότε, είτε μιλώντας για προίκες, είτε για λίρες που αποκαλύφθηκαν σε τοίχους και πατώματα, σε σπίτια Εβραίων και που τις κράτησαν, ακόμη και στην περίπτωση που οι απόγονοι της οικογένειας είχαν επιστρέψει από την κόλαση των στρατοπέδων! Έτσι, έλεγαν, εμφανίστηκαν ξαφνικά κάποιες δραστηριότητες, για τις οποίες θα είχε απαιτηθεί λογικά ένα κεφάλαιο, του οποίου η προέλευση παρέμενε σκοτεινή!
Επισκέψεις λοιπόν, στη σειρά! Εορταστικό μεροκάματο του τρόμου! Στον προϊστάμενο, στον διευθυντή, στον συνάδελφο. Προς το βράδυ, κατέληγαν στους πιο κοντινούς, ξαδέλφια και θείους-θείες, από τη μια ή την άλλη μεριά, ελπίζοντας και σε ένα ποτήρι κρασί μαζί με κάτι αρμυρό! Το στομάχι τους θα ήταν χάλια, φαντάζομαι, από τα ηδύποτα και τα σοκολατάκια!
Αυτή τη μέρα, συνήθως κρύα και με χιόνι μερικές φορές, οι πήλινες σόμπες, μία σε κάθε δωμάτιο, έκαιγαν από το πρωί.
Οι σόμπες αυτές έρχονταν από τη Γαλλία, εδώ και πάνω από έναν αιώνα, σε κομμάτια. Δηλαδή, χωριστά ο εσωτερικός μεταλλικός σκελετός, η αρματούρα, που θα στήριζε όλο το οικοδόμημα, χωριστά η βάση, το καπάκι, η μαντεμένια πόρτα και η εσωτερική σχάρα, καθώς και τα τετράγωνα, ανάγλυφα πλακάκια που θα την “έντυναν” γύρω γύρω. Συναρμολογούνταν στον τόπο παραλαβής, χτίζονταν εσωτερικά με πυρότουβλα και αλείφονταν με λάσπη από πυρόχωμα, ώστε να κλείσουν όλες οι ρωγμές και να μην βγαίνει καπνός. Κρατούσαν τη ζέστη για ώρες πολλές, σε αντίθεση με τις μαντεμένιες, που απέδιδαν γρήγορα αλλά κρύωναν το ίδιο γρήγορα.
Οι αναμμένες σόμπες γέμιζαν το σπίτι με μικρούς θορύβους, που δεν έμοιαζαν με ανθρώπινα λόγια, αλλά με μια μυστική διάλεκτο που μόνο εκείνες κι εγώ κατανοούσαμε. Ήταν οι φίλες μου, με τις οποίες μοιραζόμουν ένα σωρό μυστικά. Ο ψίθυρός τους έδιωχνε μακρυά το κρύο, τη μοναξιά και το φόβο για τις σκοτεινές γωνίες του σπιτιού. Γιατί τα σπίτια δεν τα φτιάχνουν στρογγυλά; Αναρωτιόμουν! Αυτό όμως, κρατούσε μόνο, μια μέρα το χρόνο. Το βράδυ, το πανηγύρι τέλειωνε, σαν τις χαρές της ζωής. Η ώρα του αποχωρισμού έφτανε. Μια μια οι σόμπες έσβηναν, ο ψίθυρος γινόταν όλο και πιο αδύναμος, ο ύπνος βάραινε τα παιδικά μου βλέφαρα. Του χρόνου πάλι! Η τελευταία σκέψη πριν αποκοιμηθώ· ο αποχωρισμός που υπόσχεται! Έτσι μόνο, αντέχεται.
Είδα κι έπαθα αργότερα να καταλάβω τι σχέση είχε ο νυχτερινός περίπατος του καναπέ των παιδικών μου χρόνων, με τα καναπεδάκια που πρόσφεραν στις δεξιώσεις, όπως άκουγα να λένε!
Αλλά ακόμη πιο μεγάλο αίνιγμα, ήταν να διαχωρίσω τις μελιτζάνες παπουτσάκι, που απεχθανόμουν, από τα παπουτσάκια που φορούσα.
Ξεκαθάρισαν και αυτά και άλλα με τα χρόνια και έφυγαν από τη σκέψη μου μαζί με τη μαγεία που έσερναν. Την αναζήτησα αλλού, αργότερα, στον κόσμο όπου οι καναπέδες δεν τρώγονται και όπου τα ταψιά δεν έχουν μέσα παιδικά παπουτσάκια. Πόσο δύσκολη αυτή, η αναζήτηση! Πόσο δύσκολη! 'Ομως, κάποιες φορές...κάποιες φορές...
[ Σκόπελος, 2025 ]