Χάρτης 86 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-86/diereynhseis/aproypotheti-fenaki
Ό,τι η ζωή έχει απολιθώσει συγκαταλέγεται επίσης στα διατηρητέα, στα διαφυλαγμένα. Η νεκρότητα, το μηδέν, τα καταφέρνουν λοιπόν και στο μέλλον, συνεπώς ο ορισμός του μέλλοντος ―στον βαθμό που είναι και της ποίησης ορισμός― είναι πιότερο ένας ορισμός ανεκτίμητου προορισμού που αφήνει τα πάντα αφύλακτα, απροστάτευτα, μέσα στην ψευδαίσθηση των θεμελιωδών αρχών και της πνευματικής/δημιουργικής ανάπτυξης όπου δοκιμάζεται η υπαρκτική πορεία.
Το άγνωστο, συνεπώς, δεν καταπιέζει τον άνθρωπο περισσότερο απ’ όσο τον καταπιέζουν τα ιδανικά με τα οποία προσπαθεί στο άγνωστο ν’ αντισταθεί. Το ίδιο πράγμα ισχύει στην ποίηση.
Μολονότι σήμερα η διάνοια και η δημιουργία αποσιωπώνται ώστε να μην νιώθουν πως προσβάλλονται οι ημιμαθείς και οι ανεπίδεκτοι, η νοηματοδότηση της ύπαρξης και η πρόοδος της τέχνης δεν λιγοστεύει. Όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι το ποίημα είναι μια μίμηση της φύσης, γνωρίζει τι ακριβώς λέει ή εννοεί μόνο εάν αντιλαμβάνεται επίσης το νόημα και το περιεχόμενο των πράξεων που εξαρτώνται απ’ αυτή.
Άμα χαθεί η έννοια της εσωτερικής ανάγκης, δεν απομένει ούτε καν η άρνηση. Εάν η ομορφιά δεν είναι βαρετή το οφείλει στο πως είναι ανελέητη. Ο ποιητικός συλλογισμός, ήτοι η δημιουργία ποίησης, περιέχει την αδυνατότητα, το έλλειμά της, αναφέρεται, δηλαδή τείνει, σ’ αυτό που ανεξέλεγκτα την περιέχει: αυτό το δράμα είναι η βάση της ανθρώπινης αλήθειας.
Κατ’ αυτό μπορεί κανείς να διακρίνει τι ακριβώς σημαίνει αυτός που δεν αναγνωρίζει πως το εύρος είναι εσωτερικό μολονότι προσπαθεί να αποδώσει τις ιδιότητές του στο εξωτερικό – διότι το εξωτερικό (η ιστορική, η κοινωνική και η πολιτική διάσταση) είναι προπέτασμα. Εξ ου και η ποίηση των προπετασμάτων.
Πάνω σ’ αυτό δεν θέτω κάποιο ζήτημα διάκρισης δυνάμεων ή απόψεων, το αντίθετο. Η αλήθεια είναι πως ουδείς γεννιέται αυτοβούλως, συνεπώς δεν γίνεται να απεξαρτηθεί απ’ αυτή τη συνθήκη όποια ανταμοιβή κι αν προσφέρει στον εαυτό του, όποια άποψη κι αν ενστερνιστεί για να δώσει αξία στη δυνατότητα της άποψής του.
Συχνότατα όταν συγκρίνεται μια μέθοδος ποίησης με μια άλλη, ένας τρόπος με έναν άλλον τρόπο, αποδεικνύεται πως τα όριά τους υπόκεινται σε ένα κοινό όριο γλώσσας. Κατ’ αυτό αναδεικνύεται η μία ή η άλλη ποίηση επειδή πήχης είναι ένα κοινό όριο. Εάν όμως κάθε ποίηση αντιμετωπιστεί ως αυτό που πράγματι είναι, δηλαδή ως μοναδική γλώσσα, τότε η σύγκριση αφορά γλώσσες με διαφορετικά όρια τα οποία δύναται να συγκριθούν παρά μόνο ως έτερα περιεχόμενα, άλλα ολοκληρωμένα άλλα εν προόδω. Ο κόσμος γύρω μας και μέσα μας, δηλαδή ο ανθρώπινος λόγος, δεν λειτουργεί ως πληθώρα εκφραστικών τρόπων με αυτόνομα νοήματα μα ως αναζητούμενο νόημα σε συνολικό περιεχόμενο.
Ό,τι γίνεται αποδεκτό ως κληρονομιά ικανή να εμπλουτίζει δεν είναι περιεχόμενο εμπλουτιζόμενο από τις αναλήψεις του. Κατ’ αυτό κρίνεται και η ποίηση, η οποία λειτουργεί στη δεύτερη περίπτωση, σ’ εκείνη της εμπλουτιζόμενης ανάληψης.
Στην ποίηση, οι διαδικασίες της αποδημιουργίας και της αναδημιουργίας απαιτούν αντιληπτικές και δημιουργικές διακρίσεις. Μόνο μέσω αυτών αντιλαμβανόμαστε, σε κάποιον βαθμό, τις δεσμεύσεις της ακρίβειας, δηλαδή τη δημιουργική εξάρτηση της πράξης από την επιλογή και της επιλογής από την πράξη. Το πόσο οικείες ή ανοίκειες είναι εντέλει οι επαναφορές του πνευματικού/δημιουργικού ναυαγίου, ή οι επιπλεύσεις του. Το νόημα όσο και το μη-νόημα, δηλαδή, μπορούν να εκπλήσσουν με τα πάντα εκτός από εκείνη την ανάγκη που τα θέλει υπαρκτά και προσβάσιμα.
Μια αντικειμενικότητα στηριζόμενη στα εμπόδια που συναντά στην προσέγγισης της αλήθειας, είναι άκυρη, δεν είναι καν είδος αντικειμενικότητας, καθώς είναι πεποιθησιακή εξαιρεί προφυλακτικώς τα φαινόμενα που συγκροτούν κάθε αυτοπροσδιορισμό, για να προσδιοριστεί όμως η αλήθεια είναι απαραίτητη προϋπόθεση η απαλλαγή από κάθε αυτοπροσδιορισμό. Η «ενότητα» πάνω στην απουσία της οποίας τανύζεται ο άνθρωπος, εξαρτάται πρωτίστως από την απόρριψη προσδιοριστικών (δηλαδή και αυτοπροσδιοριστικών) φαντασιώσεων. Η αξιοπιστία δεν εξαρτάται από ευσεβής πόθους ούτε παραπέμπει σ’ αυτούς. Ακριβώς αυτό συμβαίνει και στην ποίηση.
Η εντύπωση πως κάποιος άλλος βασίζεται, στηρίζεται, στις τοποθετήσεις ενός «ανθρώπου που γράφει», αρκεί για να αποδειχθεί πως δεν μπορεί να γίνει καν λόγος για ποίηση. Το ουσιώδες, η ουσία, δεν είναι υποκειμενική ούτε αντικειμενική, είναι αδιανόητα ειδική, σε τέτοιο βαθμό συγκεκριμένη που αποτελεί αυτό που ο άνθρωπος δεν μπορεί δίχως εκείνη να αποτελέσει.
Η ποίηση δεν επηρεάζει επιλεκτικά έναν δεδομένο παράγοντα, δεν συνδράμει επιλεκτικά για την κατάρρευση ενός συστήματος για το οποίο διαθέτει μια κάποια προδιάθεση «παρέμβασης στα πράγματα», είναι παράγοντας παράβασης, ακόμα και των τρόπων με τους οποίους συμβαίνουν γενικότερα τα παραπάνω, υπό την έννοια πως η παράβαση συγκρίνεται και αποδίδεται από έναν λόγο κοινού κινήτρου· μα δεν συμβαίνει ούτε καν αυτό διότι ο ποιητικός λόγος δεν είναι κάτι που υπάρχει για να χρησιμοποιείται απ’ όσους αναζητούν τρόπο επιβεβαίωσης της σημασίας ενός, λιγότερο ή περισσότερο κοινού, κινήτρου.
Δεν πηγαίνει κανείς πάντοτε από το ένα στο άλλο, κυρίως μεταφέρεται από κάποιο ένα σε κάποιο άλλο ένα, δίχως να προσεγγίζει το άλλο. Αυτό προσφέρει μια «αξιοπιστία» υποτυπωδών παραδειγμάτων και αποπειρών που με λίγη προσοχή μετατρέπονται σε παράταξη στίχων στους οποίους στηρίζεται αυτή η αξιοπιστία ως κοινωφέλεια.
Εάν υπάρχει πράγματι μια σοφία με την οποία ο άνθρωπος μπορεί ν’ αρχίσει να συγκεκριμενοποιεί την προσέγγισή του στην αλήθεια, αυτή είναι ένα και το αυτό με το πως τίποτα δεν είναι ίδιο για κανέναν. Η ποίηση λοιπόν είναι και γίνεται το απολύτως αντίθετο
του αποκαλούμενου βασικού επιπέδου όπου κοινωνικές δραστηριότητες αμοιβαίας σταθεροποίησης απαιτήσεων, διευκρινίσεων, διαθέσεων και παρορμήσεων, μετατρέπονται ή μετασχηματίζονται ώστε να χρησιμοποιούνται ως σταθερές στάσεις ή πεποιθήσεις.
Εφόσον οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν πλέον εκείνο που δεν γνώριζαν με τον ισχυρισμό εκείνου που γνώριζαν, η τέχνη της ποίησης τούς είναι πιο ξένη, άβολη και απεχθής από ποτέ. Τα πάντα κατακλύζονται από ανάγκη για θετική ή αρνητική όψη, κατακλύζονται από θετικές και θετικότερες, αρνητικές και αρνητικότερες, όψεις, οι οποίες δεν συνδηλώνουν απλώς ό,τι μπορούν να συνδηλώσουν, εφαρμόζονται καθολικά στις τέχνες, οι οποίες μοιάζει να υπάρχουν πια μόνο για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού.
Η «ποιητική γραφή» έφτασε στο σημείο να αποτελεί ενέργεια υπό «περιορισμό», ενέργεια λόγω «ανωτέρας βίας», είτε ―κι αυτό είναι ακόμα πιο φαιδρό― να αποτελεί ενέργεια υπό τον φόβο «δυσμενέστερων κακών».
Ουδείς διερωτάται πλέον για τις σκοπιμότητες της δράσης στη βάση μιας ευθύνης που δεν δύναται να είναι ατομική δίχως να απαιτούνται σ’ αυτή κοινωνικές εξηγήσεις. Ουδείς διερωτάται σε διάσταση πνευματική. Οι κοινωνικές εξηγήσεις αυτής της περίπτωσης ταυτίζονται με μια πρακτική εξουσία δίχως ήθος και διάνοια, οι χρήστες της οποίας επικαλούνται αντ’ αυτής την ιδέα μιας «αυτονομίας» η οποία δεν μπορεί παρά να είναι από κοινού στοχευμένη, κατανοούμενη ως πεποίθηση αιτιολογημένη στο πως είναι κακό να μην την έχει κανείς.
Το πως η ποίηση βρίσκεται σε λίστα απαράδεκτων και αποκρουστέων πρακτικών, το οφείλει στο ότι είναι αυτό που είναι και αυτό που γίνεται λόγω εκείνου που είναι και εκείνου που γίνεται, ειδάλλως θα επαρκούσε ως επιλογή, κλίση και δημοσιοποίηση. Αντιθέτως, δημιουργείται πάντοτε με εκείνο που την καθιστά αυτό που είναι και αυτό που γίνεται. Εκπληρώνεται, δεν εκπληρώνει, όντας μη εξαρτώμενη από εντυπώσεις που διέπουν το κατεσταλμένο ένστικτο, όντας ανεξάρτητη από αμφιθυμικές παραδοχές.
Ως εμπειρία, η ποίηση είναι αποκλίνουσα σε σχέση και σύγκριση με τον αυθορμητισμό ενός διακηρυκτικού συναισθήματος. Ο πόνος για να υπονομεύσει πρέπει πρώτα να έχει εδραιωθεί. Αυτό σημαίνει βάση στην ποίηση. Εκεί δεν βρίσκεται κάτι που εξαιτίας του λειτουργεί η ποίηση, εκεί βρίσκεται η ποίηση.
Όσο κάποιος προτείνει αυτό που αποκαθιστά δεν έχει ιδέα τι σημαίνει μαρτύριο.
Κολιούρ / Ιούνιος 2025