Χάρτης 86 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-86/diereynhseis/ghrafontas-ghia-tois-en-zoi-ghrafontas-ghia-tois-en-apoisia
Η άποψη ότι σήμερα δεν κυκλοφορεί «καλή» και «ποιοτική» λογοτεχνία είναι ευρέως διαδεδομένη από πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους και για πολλούς διαφορετικούς λόγους. Φυσικά, η άποψη αυτή δεν μπορεί παρά να είναι λανθασμένη, όπως κι αν την εξετάσει κανείς. Αν και το τι είναι «καλό» και «ποιοτικό» είναι απολύτως υποκειμενικό, δηλαδή η όποια αξιολόγηση δεν δύναται να επαφίεται σε αντικειμενικά, καθολικά και οικουμενικά χαρακτηριστικά, θεωρώ ότι στις μέρες μας υπάρχουν αρκετές γραφές που ακόμη κινούνται στην τροχιά του θαύματος, που ακόμη ζητούν αυτές τις άλλες αισθήσεις και που ακόμη επιμένουν να μιλούν με τη λογοτεχνικότητα εκείνη που παραπέμπει (κι ενδεχομένως να προέρχεται απ’ αυτό) σ’ ένα συγκινησιακό φάσμα μεθόδων, οπτικών, κοινοτήτων και προσωπικοτήτων που γέννησαν και αναζωογόνησαν πολλούς τομείς και φάσεις της λογοτεχνίας.
Ωστόσο, η λογοτεχνία σήμερα έχει απολέσει σε πολύ σημαντικό βαθμό το στοιχείο της πλήρους αισθητικής παρέμβασης, της έκπληξης, της δημιουργίας παρεμβατικού περιεχομένου και της σύστασης εναλλακτικών και συγκρουσιακών μορφών. Δηλαδή, η τωρινή λογοτεχνική κατάσταση έχει απομακρυνθεί από τη λογοτεχνία ως αισθητικο-πολιτικό πεδίο και έχει ενστερνιστεί μια φύση εμπορευματική, καταναλωτική και τεχνοκρατική και εργάζεται μέσω του φαίνεσθαι. Αυτό το γεγονός, του να εντρυφά με μανία στο φαίνεσθαι, ίσως ν’ αποτελεί και το κεντρικό της γνώρισμα, από το οποίο απορρέουν οι ελλείψεις της:
ο τόπος είναι γεμάτος από ανθρώπους που υπερασπίζονται την αφοσίωσή τους, που αφήνουν το δικό τους «λιθαράκι». Με αυτά τα λιθαράκια λιθοβολείται η ποίηση […] θηριοδαμαστές σκιών προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους και τους άλλους πως ό,τι περνά απ’ το μυαλό τους είναι πνευματική σύλληψη, πως ό,τι γράφουν είναι ποίηση (Λειβαδάς, 2023).
Με άλλα λόγια, η λογοτεχνία πλέον έχει αποριζοσπαστικοποιηθεί και στην ουσία, απολογοτεχνικοποιηθεί. Κινείται στη σφαίρα του εφικτού, της βεβαιότητας, του καθησυχασμού και του μετρήσιμου σε αντίθεση με την παλιότερη λογοτεχνία που ενδιαφέρεται για το εν δυνάμει, την ενδεχομενικότητα και τις προοπτικές. Η λογοτεχνία σήμερα δείχνει ζήλο να θεωρηθεί ως αντικείμενο, ως δεδομένο, ως προϊόν προς προώθηση, σε αντίθεση με την παλιότερη λογοτεχνία που δείχνει ζήλο για την ύλη της (και τις δυνατότητες αυτής).
Από την κατάσταση αυτή, ανακύπτει αβίαστα ένα λογικό συμπέρασμα: η γραφή των εν απουσία παρέχει μια ποικιλότροπη ασφάλεια και μια ολοκληρωμένη, «αυθεντική» θέαση περί λογοτεχνίας, σε αντίθεση με τη γραφή των εν ζωή που προσφέρει κυρίως μια απλοϊκή και διαστρεβλωμένη εικόνα για τις λογοτεχνικές πρακτικές.
Αναμφίβολα, ο αναγνώστης και ο κριτικός που ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία όπως αυτή δομήθηκε κι εκφράστηκε από ανθρώπους όπως η Αν Σέξτον, ο Φραντς Κάφκα, ο Ρέιμοντ Κάρβερ, ο Γκρέγκορι Κόρσο και η Κατερίνα Γώγου για παράδειγμα, σχεδόν ενστικτωδώς στρέφουν το βλέμμα του ενδιαφέροντός τους στην παλιά και παλιότερη λογοτεχνία. Χωρίς να είναι απόλυτο, αυτή η στροφή πραγματοποιείται, όχι στη βάση ενός ελιτισμού και μιας παρελθοντολαγνείας, αλλά στη βάση μιας ηθικής της απόλαυσης, της πειραματικής αναζήτησης και της μη αποχαυνωτικής τέρψης. Συνεχίζω.
Η λογοτεχνία που γράφεται, εκδίδεται, αλλά και προωθείται σήμερα, στηρίζεται συχνά σε τελείως οπορτουνιστικές επιδιώξεις, σε προσωπικές σχέσεις (ή/και εκμετάλλευσης αυτών) και σε κυριολεκτικές αντιγραφές. Η κινητήρια δύναμη ενός συγγραφέα μοιάζει να μην είναι πια η ακατανίκητη ανάγκη για βύθιση στον απέραντο κόσμο των λογοτεχνικών συμβάντων και πρακτικών (χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού, ο Φραντς Κάφκα), αλλά η προβολή και η καθιέρωση ενός – εξω-λογοτεχνικού – εαυτού.
Συνεπώς, η σημερινή λογοτεχνία βρίσκεται σε ουσιαστική σύνδεση με το νεοφιλελεύθερο αφήγημα – και – της «ψυχοπολιτικής» (βλ. Χαν, 2023, 2025) που επιτάσσει τη δύναμη της άνευ περιεχομένου εικόνας, του συναισθηματικού εκβιασμού και της πολτοποίησης της πνευματικής αναζήτησης και εργασίας με σκοπό τον πολλαπλασιασμό των ακολούθων και των «ακολούθων». Έτσι, η παραγωγή των λογοτεχνικών κειμένων της εποχής μας, απέχει από τους τρόπους και τους λόγους σύστασης αυτών σε παλιότερες περιόδους. Παρατηρούμε μια μετάλλαξη εδώ: η λογοτεχνία μετατρέπεται από συγκρουσιακό κι εναλλακτικό πρόγραμμα που μετασχηματίζει την εμπειρία και προβάλλει έναν άλλο κόσμο και άλλες κατανοήσεις για τον κόσμο σε καταναλωτική εμμονή και αφελή ψυχαγωγία.
Εκεί που η λογοτεχνία των εν απουσία «μπορεί να συντελέσει στην αλλαγή της συνείδησης και των ενορμήσεων […] που μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο» (βλ. Μαρκούζε, 1998: 36), που «αμφισβητεί το μονοπώλιο της κατεστημένης πραγματικότητας να καθορίζει τι είναι πραγματικό» και κατ’ επέκταση αποσκοπεί στην «κοινωνική χειραφέτηση των ενστίκτων της ζωής» (βλ. Μαρκούζε, 1998: 28), η λογοτεχνία των εν ζωή διδάσκει απλώς το πώς μπορείς να θεωρηθείς συγγραφέας. Θα βοηθήσει η παρέμβαση του Ντελέζ εδώ: «μεταξύ όλων αυτών που γράφουν βιβλία με λογοτεχνική πρόθεση […] είναι πολλοί λίγοι αυτοί που μπορούν να αυτοαποκληθούν συγγραφείς» (2024: 19).
Θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό το χάσμα που επικρατεί μεταξύ της σημερινής και της παλιότερης λογοτεχνίας, δίνοντας προσοχή στον τρόπο με τον οποίο εννοείται η γραφή κι από τις δύο. Στη σημερινή λογοτεχνία, η γραφή συνδέεται με την παράθεση, τη σημείωση και την καταγραφή. Δηλαδή συνομιλεί χαρούμενα και άνετα με το πνεύμα του θετικισμού, διεξάγοντας ένα είδος πραγματογνωμοσύνης, θα μπορούσαμε να πούμε.
Τελείως αντίθετη με τη σημερινή γραφή, είναι η γραφή των εν απουσία. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ, με σημεία από ένα άλλο κείμενό μου:
η γραφή δεν είναι ποτέ διεκπεραιωτική, χρηστική και τεχνοκρατική. Δεν είναι βάρος, είδος, κέντρο, νέο, αποτέλεσμα και βάση. Ακόμη, η γραφή δεν είναι κατάσταση – με κάθε έννοια – αλλά διαδικασία. Γρήγορο συμπέρασμα: η γραφή δεν είναι βεβαιότητα και δεν μπορεί να βασίζεται στη βεβαιότητα. Αν είναι έτσι, τότε μάλλον λειτουργεί ως αναγραφή, αναφορά και καταχώρηση. Σε αυτή την περίπτωση η γραφή δρα ως μηχανή χωρομέτρησης και διαπίστωσης – των οικείων συνήθως – χώρων και επειδή δεν καταφέρνει να απεγκλωβιστεί από τη θετικιστική λογική της ποσοτικοποίησης, προβαίνει σε εξαγωγή συμπερασμάτων, κατάθεση προτάσεων και επιβολή καθοδηγήσεων. Αυτό δεν είναι παρά η νέκρωση της γραφής (Κατσιγιάννης, 2025α).
Θέτοντας αλλιώς το ζήτημα η γραφή οφείλει να συνταράσσει, να αποσυναρμολογεί, να αντιστέκεται, να εκστασιάζει και να επιτίθεται, όχι να λουφάζει βολικά και μη αμήχανα στις μεριές που της επιβάλλουν να τοποθετείται μίζερη, άπραγη και βέβαιη:
η γραφή είναι θραύσματα, αποσπάσματα, αποκόμματα. Η γραφή είναι κλωστές πεταμένες τριγύρω. Η γραφή είναι σύμπλεξη κλειδαρότρυπων. Είναι εναλλασσόμενα τοπία, ερεθίσματα, ροή – ροές – και ρεύματα. Η γραφή είναι συντρίμμια που διαρκώς ανασυντάσσονται χωρίς έλεγχο, με ανοικτό και μη στατικό δρομολόγιο και χωρίς σαφή προορισμό. Γραφή σημαίνει αδιάλειπτη και συνεχόμενη κίνηση – φυσική ή μη. Σημαίνει δημιουργία πειραματικών – μη διπολικών – σχέσεων και δικτύων. Γρήγορο συμπέρασμα: η γραφή είναι επιτελεστικότητα, αμφισημία, αντίφαση, πολλαπλότητα. Η γραφή είναι η επαναλαμβανόμενη πράξη της αποβολής του προσώπου, της ταυτότητας και της άρνησης αναγνώρισης πάγιων ιδιοτήτων και χαρακτηριστικών. Δηλαδή, κινείται εναντίον του νόμου, εναντίον των (δια)δρόμων που χαράζει και εναντίον των μεθοδολογιών που επιτάσσει (Κατσιγιάννης, 2025α).
Ζούμε σε μια εποχή που μας θέτει συνεχώς αντιμέτωπους με πολλών ειδών τέλματα. Κάποτε, το να κοιτάζεις για περισσότερο από τον συνηθισμένο/επιτρεπτό χρόνο το παράθυρο δήλωνε ονειροπόληση και σήμαινε αργοσχολία, τεμπελιά και χάσιμο πολύτιμου χρόνου. Τώρα, σήμερα, έχουμε περάσει κατά πολύ απ’ αυτό το στάδιο: τα παράθυρα έχουν λιγοστέψει δραματικά και όσα ακόμη υπάρχουν κανείς δεν τα κοιτά και δεν τα επεκτείνει.
Η λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να γλιτώσει φυσικά απ’ αυτόν τον νεοφιλελεύθερο μηχανισμό παραγωγής τελμάτων που μηχανοποιεί την ύπαρξη και τη δράση, αντικειμενοποιεί την ίδια την έννοια της δημιουργίας, αποκόπτοντάς τη από τη σχέση της με τη ζωή και τα περιβάλλοντα της και περιορίζοντάς τη σε άκαρπες αναζητήσεις που μάχονται τον (ανα)στοχασμό, τον διάλογο και τον αντίλογο. Αυτό το τελευταίο είναι πάρα πολύ σημαντικό: η πραγματική λογοτεχνία δεν οικειοποιείται απλώς τον αντίλογο, δεν είναι ότι απλώς τον συμπαθεί για κάποιο λόγο και τον ασκεί με κάποιο τρόπο – κάτι τέτοιο συμβαίνει σήμερα ως επί το πλείστον. Όχι βέβαια. Η πραγματική λογοτεχνία είναι η ίδια ο αντίλογος, ένας βαθύς και διαρκής αντίλογος, δεν ζει δηλαδή μαζί του χρησιμοποιώντας τον, αλλά είναι το ίδιο πράγμα.
Έτσι, η σημερινή γραφή και τα κίνητρά της (όπως ειπώθηκε και παραπάνω) φαίνεται να εκκινούν από την αίσθηση πλήρωσης με την επιφάνεια και να καταλήγουν στην αίσθηση πλήρωσης στην επιφάνεια.
Στο πλαίσιο αυτό, οι ρόλοι και οι συμπεριφορές μεταλλάσσονται: ο αναγνώστης γίνεται-είναι «κερδοσκόπος αναγνώστης» (βλ. Κατσιγιάννης, 2025β), ο κριτικός γίνεται-είναι (ορθο)λογιστής και τεχνοκράτης που είτε συστήνει/πουλά στο κοινό συγγραφείς σαν να μιλά για κοινά προϊόντα είτε προσπαθεί να μπει στη θέση τους και να κλέψει λίγη απ’ την όποια αίγλη τους (βλ. Κατσιγιάννης, 2025γ) και ο συγγραφέας γίνεται-είναι ένα υποκείμενο που δηλώνει διαρκώς και μ’ ευχαρίστηση παρών σ’ ένα κακό, προβληματικό παρόν.
Το δίλημμα λοιπόν «Γράφοντας για τους εν ζωή, γράφοντας για τους εν απουσία», οφείλουμε να το αντιληφθούμε ως ένα μεγάλο πρόβλημα του πολιτισμού και της κοινωνίας μας που οδεύει σε αλλεπάλληλες και παταγώδεις αποτυχίες, θύματα (και εν δυνάμει θύματα) των οποίων είναι η καλλιτεχνική πράξη ως τέτοια και η διάδραση μεταξύ υποκειμένων που ζητούν ολοκληρωμένες και μη πλασματικές λογοτεχνικές εμπειρίες. Και, δυστυχώς, η λογοτεχνία είναι σε μεγάλο βαθμό μέρος αυτού του προγράμματος (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει μόνο σήμερα).
Σίγουρα, εκείνο το οποίο πρέπει να επιδιωχθεί είναι η αναζήτηση ισορροπιών μεταξύ των «δύο» πόλων του διλήμματος. Όμως, υπάρχει και η ερώτηση/ένσταση: «Με βάση όσα ειπώθηκαν, είναι εφικτή μια τέτοια ισορροπία (τρόμου);». Θέλω να πω, αν οι συνθήκες αντίληψης, νοηματοδότησης, παραγωγής και δημιουργίας της λογοτεχνίας μείνουν ως έχουν, αν δεν σημειωθούν πραγματικές αλλαγές στο λογοτεχνικό κατεστημένο, αν δεν αλλάξει συνολικά η υπάρχουσα κουλτούρα περί λογοτεχνίας και γραφής, πώς είναι δυνατόν να υπάρξει μια τέτοια ισορροπία;
Πριν το τέλος, θα ήθελα να προσθέσω τα εξής. Πρώτον, να επαναλάβω την πεποίθησή μου ότι στις μέρες μας υπάρχουν αρκετές γραφές που ακόμη κινούνται στην τροχιά του θαύματος, που ακόμη ζητούν αυτές τις άλλες αισθήσεις και που ακόμη επιμένουν να μιλούν με τη λογοτεχνικότητα εκείνη που παραπέμπει (κι ενδεχομένως να προέρχεται απ’ αυτό) σ’ ένα συγκινησιακό φάσμα μεθόδων, οπτικών, κοινοτήτων και προσωπικοτήτων που γέννησαν και αναζωογόνησαν πολλούς τομείς και φάσεις της λογοτεχνίας. Δεύτερον, να καταστήσω σαφές ότι σήμερα υπάρχουν χαραμάδες που εκπέμπουν φως πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες, υπάρχουν ρωγμές [(γραμμές φυγής (Deleuze & Guattari, 2017̇ Ντελέζ & Παρνέ, 2022)] στην έμμεση και γλυκιά βία του λογοτεχνικού κατεστημένου που προωθεί και δοξάζει την ουδετερότητα και την παθητικότητα. Και η ανάγκη για ορατότητα και διεύρυνση αυτών των γραφών είναι πολύ απαραίτητη, αν η σκέψη του να παραδοθεί η λογοτεχνία στον παράδεισο της κάθε είδους εκμετάλλευσης είναι μια σκέψη που προκαλεί φόβο και απέχθεια.
Τέλος, ρωτώ κάτι που εντόνως αναρωτιέμαι: θα μπορούσε ο Ρολάν Μπαρτ να γράψει σήμερα την «Απόλαυση του κειμένου»;
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα (μτφρ. Β. Πετσογιάννης), Πλέθρον.
Κατσιγιάννης, M. (2025α). «Φυσικές εργασίες/το σκάψιμο, ή αλλιώς για τη γραφή», τοβιβλίο.net. Ανακτήθηκε 12.10.2025.
Κατσιγιάννης, M. (2025β). «Ο κερδοσκόπος αναγνώστης, οι άμυνες της λογοτεχνίας και “Η τριλογία της Νέας Υόρκης” του Paul Auster». Ποιείν. Ανακτήθηκε 12.10.2025.
Κατσιγιάννης, M. (2025γ). Η λογοτεχνική κριτική ως μέσο και ως πεδίο. Θράκα. Ανακτήθηκε 12.10. 2025.
Λειβαδάς, Γ. (2023). Επιπλέον υπόλοιπα συγκέντρωσης. Νέο Πλανόδιον. Ανακτήθηκε 12.10.2025.
Μαρκούζε, Χ. (1998). Η αισθητική διάσταση: Για μια κριτική της μαρξιστικής αισθητικής (μτφρ. Β. Τομανάς, Θεσσαλονίκη: Νησίδες.
Ντελέζ, Ζ. (2024). Κριτικά και κλινικά (μτφρ. Χ. Κολύρη, επιμ. Γ. Ρήγας), Κέδρος
Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (μτφρ. Κ. Β. Μπούντας, επιμ. Δ. Τουλάτου), Εκκρεμές.
Χαν, Μ.-Τ. (2023). Ψυχοπολιτική: ο νεοφιλελευθερισμός και οι νέες τεχνικές εξουσίας (μτφρ. Β. Τσαλής), Opera.
Χαν, Μ.-Τ. (2025). Η κρίση της αφήγησης (μτφρ. Β. Τσαλής), Opera.