Χάρτης 86 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-86/biblia/i-ithiki-tis-anaghnosis-mesa-apo-tin-anazitisi-taitotiton

«Στέκομαι σαν θεατής εκεί πίσω, είμαι παρ’ όλα αυτά εγώ ο ίδιος και παρακολουθώ τον εαυτό μου, που είμαι ο άλλος και ταυτόχρονα εγώ, ένας άνθρωπος πίσω απ’ την εικόνα του».
Η λογοτεχνία, με εργαλείο τη γλώσσα, διαθέτει δυνάμει ηθική διάσταση, γιατί μας δίνει τη δυνατότητα να επικοινωνούμε με τους άλλους μέσα από αντικρουόμενες πολλές φορές απόψεις στην προσπάθειά τους να ισορροπήσουν. Και τούτο διότι η χρήση της γλώσσας με οποιονδήποτε τρόπο κι αν την χρησιμοποιεί, απευθύνεται όχι μόνο στη νοητική πλευρά του ανθρώπου αλλά και στη θυμική, θέτοντας έτσι τον αναγνώστη προ «των ευθυνών» του μπροστά στο κείμενο, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα το γεγονός ότι ένα ευρύ πεδίο συζητήσεων ανοίγεται μέσω του ερωτήματος, κατά πόσο «μπορούμε μέσω της λογοτεχνίας ή της κριτικής να μιλήσουμε εξ ονόματος άλλων που θεωρούνται ή νιώθουν περιθωριοποιημένοι ή υποδεέστεροι» (Τζιόβας: 545).*
Περνώντας από την «ερμηνευτική της υποψίας» όπως την αντιλήφθηκε ο Ρικέρ, βάσει της οποίας το φαινομενικό νόημα ενός κειμένου υποκρύπτει σκοτεινά κίνητρα, αδήλωτα ενδιαφέροντα ή ιδεολογικές προθέσεις, η Φέλσκι έρχεται να υποστηρίξει ότι αυτή η οπτική υποβιβάζει το κείμενο με το σκεπτικό ότι πρέπει να το προσεγγίζουμε όχι ως ήδη γνωστό αλλά ως ριζικά άγνωστο, επιτρέποντάς μας έτσι να υπερβούμε ή να ανατρέψουμε τις προκαταλήψεις. Ο κίνδυνος βέβαια που ελλοχεύει, υπερτονίζοντας τη μοναδικότητα της λογοτεχνίας, είναι να παραβλέψουμε τη σχέση της με την καθημερινότητά μας. Αντί λοιπόν να τη βλέπουμε ως χρήσιμη, θα πρέπει να τη βλέπουμε ως χρησιμοποιήσιμη
μετατρέποντας έτσι την ανάγνωσή της σε πεδίο εξερεύνησης κάποιων περαιτέρω αναγκών μας και όχι μόνο σε μια απλή αισθητική ικανοποίηση. Το κείμενο γίνεται εξωστρεφές και μένει να διερευνηθεί ο τρόπος που ανταποκρίνεται το κοινό σε μία ευρύτατη γκάμα κειμένων, ποιες οι συναισθηματικές του αντιδράσεις και τα ηθικά του διλήμματα, οι ταυτίσεις και οι αρνήσεις του.
Ο δομισμός και ο μεταδομισμός, μέσα στην απόλυτη κυριαρχία του, εξαφανίζει την ηθική από τον χώρο των λογοτεχνικών σπουδών. Επανέρχεται όμως για να απειλήσει μάλιστα δυναμικά την πρωτοκαθεδρία της έννοιας της «κειμενικότητας», όχι μόνο στη λογοτεχνία αλλά και στην ηθική, τη φιλοσοφία και την πολιτική. Κι αυτό γιατί καμία θεωρητική προσέγγιση δεν μπορεί να αγνοήσει την ανάγκη του ανθρώπου να κάνει ηθικές κρίσεις δεδομένου ότι αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με κάθε ενασχόληση που αφορά τον ίδιο και τον κόσμο του.
Σε αυτό συνέβαλε η θέση του Φουκό «με την ανάδειξη της μέριμνας για τον εαυτό ως ηθικού προστάγματος» (Τζιόβας: 552) και του Λεβινάς με «τον ορισμό της ηθικής ως σεβασμού στην ετερότητα και αναγνώρισης της ξενότητας του Άλλου». Όλη αυτή η περιδίνηση οδήγησε, περί τα τέλη του εικοστού αιώνα, κάποιους φιλόσοφους (Martha Nussbaum) μετατόπιση της ηθικής από τη φιλοσοφία προς τη λογοτεχνία, ως προτιμότερο μέσο για ηθικό αναστοχασμό.
Η σχέση του αναγνώστη με το κείμενο είναι ο κρίκος που συνδέει τη λογοτεχνία με την ηθική, καθώς η τελευταία είναι πράξη και όχι ένα σύνολο κανονιστικών αρχών. Θεωρείται δε προσωπική πρακτική και εντάσσεται στις πρακτικές της νεωτερικότητας.
Σύμφωνα με τον Δημήτρη Τζιόβα η ηθική της ανάγνωσης ενεργοποιείται με δύο τρόπους: 1. μέσω της ερμηνευτικής απορίας που προκύπτει από το ίδιο το κείμενο και συνδέεται με την αισθητική αξία μέσω της αμφισημίας και 2. μέσω της θυμικής ή ιδεολογικής ανταπόκρισης που σχετίζεται με τη στάση μας απέναντι σε θέματα ετερότητας, βίας ή καταπίεσης, και υποδιαιρείται σε ηθική της απόστασης και σε ηθική της συμπάθειας/ετερότητας που προϋποθέτει συναισθηματική συμμετοχή.
Ο μοντερνισμός εισήγαγε νέους τρόπους απόδοσης της εσωτερικής σκέψης και της ψυχικής λειτουργίας των συγγραφέων, με κυριότερο τη ροή της συνείδησης· ένα αφηγηματικό εργαλείο που τον απομάκρυνε από τους ηθικούς προβληματισμούς του 19ου αιώνα και τον έστρεψε στην καταγραφή της διάσπαρτης, ασταθούς εμπειρίας του υποκειμένου.
Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα ―το οποίο γεννιέται μέσα στη σκιά μιας τραυματικής, οδυνηρής εμπειρίας, αυτής του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου― η πρωτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται όχημα έκφρασης ενός κατακερματισμένου ψυχισμού, μίας διαταραγμένης συνείδησης, η καλύτερη ίσως επιλογή που επιτρέπει στη ροή της συνείδησης να αποδώσει τη θραυσματικότητα και την αστάθεια των σκέψεων του αφηγητή. Ο ήρωας, με μια κοφτή και ασθματική γραφή, αποτυπώνει όχι μόνο το δικό του προσωπικό αδιέξοδο αλλά και την ευρύτερη ψυχική κατάρρευση που επιφέρει ο πόλεμος στους ανθρώπους. Με τον ίδιο πιεστικό και αγωνιώδη τρόπο διερευνάται παράλληλα η ταυτότητα ως θεμελιώδης όρος ύπαρξης. Το «εγώ» —βαθιά πληγωμένο από τον παραλογισμό και την ωμότητα του πολέμου, αναζητά να συλλάβει τον ίδιο του τον πυρήνα· «τι είναι ο άνθρωπος και το όνομά του;» (σελ. 23), αναρωτιέται ο γιατρός Χανς, ο οποίος ομολογεί πως δεν γνωρίζει αν είναι εκείνος ή κάποιος άλλος που αναγκάστηκε να υποδυθεί προκειμένου να επιβιώσει· «όχι εγώ, κύριοι δικαστές, ένας νεκρός είναι αυτός που σας μιλά με το στόμα μου» (σελ. 7), διακηρύσσει από τις πρώτες κιόλας σελίδες.
Η ροή της συνείδησης -μοντερνιστική, σκοτεινή, ψυχαναλυτικά φορτισμένη και ανοίκεια- συνθέτει μια εσωτερική πραγματικότητα σχεδόν σχιζοειδούς χαρακτήρα. Εκεί ο αναγνώστης παλεύει να ανιχνεύσει απαντήσεις για την ταυτότητα, η οποία διαρκώς μετατοπίζεται και δεν παγιώνεται ποτέ. Αυτή η διαρκής αμφισημία αφήνει την ηθική ερώτηση μετέωρη μέχρι την τελευταία σελίδα, καθώς ο αναγνώστης αιωρείται ανάμεσα στην αλήθεια και το ψεύδος, προσπαθώντας να διακρίνει τον αληθινό πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Και ενώ το κείμενο ξεκινά αφήνοντας να λειτουργήσει έντονα η αμφισημία καθώς τα ερωτηματικά πέφτουν σαν σφαίρες πάνω στον αναγνώστη που ηθικά αμήχανος προσπαθεί να δικαιολογήσει το ζωικό ορμέμφυτο της επιβίωσης του ήρωα, λίγο αργότερα η αφηγηματική συνθήκη γέρνει προς την ηθική της συμπάθειας όπου ο αφηγητής, μέσα από μία σειρά συναισθημάτων και ταυτίσεων, απότοκα της τραυματικής εμπειρίας του ήρωα, προσκαλεί τον αναγνώστη όχι μόνο να συμμετάσχει αλλά και να ανταποκριθεί σε αυτά. Έτσι η ανάγνωση αποκτά μία μορφή «ηθικής πρακτικής» (Τζιόβας: 571). Αν τώρα το εν λόγω μυθιστόρημα κατορθώνει να δραστηριοποιήσει τα ηθικά αντανακλαστικά των αναγνωστών μέσα από τα ηθικά διλήμματα που θέτει και τις συναισθηματικές εξάρσεις που μπορεί να προκαλεί, μένει να φανεί, καθώς η ηθική της ανάγνωσης μας δείχνει ότι η λογοτεχνία δεν είναι απλώς αντανάκλαση πολιτικής ιστορίας αλλά και πεδίο ηθικής πράξης όπου ο αναγνώστης καλείται να σκεφτεί, να κρίνει και να πάρει θέση, όποια κι αν είναι αυτή.
Το πολύ ενδιαφέρον επίμετρο της Μαρίας Μαντή σε συνδυασμό με την εξαιρετική της μετάφραση υποστηρίζει, σαν άλλος πυλώνας, την αρτιότητα της έκδοσης.
* Δημήτρης Τζιόβας Η πολιτισμική ποιητική της ελληνικής πεζογραφίας (από την ερμηνεία στην ηθική, 2017, ΠΕΚ