Χάρτης 86 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-86/biblia/aghalmata-ektos-moiseioi

Στην ταινία του Πατρίς Λεκόντ «Εξομολογήσεις πολύ προσωπικές»
ένας ψυχαναλυτής λέει σ’ έναν φοροτεχνικό: «Οι δουλειές μας μοιάζουν. Οι πελάτες μας έχουν την ίδια νεύρωση: τι να δηλώσεις, τι να κρύψεις.»
Κάτι ανάλογο θα μπορούσαμε να επισημάνουμε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και για την ποίηση και πιο συγκεκριμένα για την επιλογή του τίτλου μιας ποιητικής συλλογής και τη σχέση της με τον συμβολισμό και την απόκρυψη, τις δηλώσεις και τις άπειρες αθέατες συνδηλώσεις. Τι αντέχει κάθε φορά το συνειδητό να ανασύρει από το υποσυνείδητο, πόση γύμνωση σηκώνει ο ψυχισμός τού εκάστοτε ποιητή να φέρει στο φως της γλώσσας;
Για μένα προσωπικά κάθε ποιητική συλλογή και ο τίτλος της φέρουν το ίδιο ειδικό βάρος που εμπεριέχεται στη διαδικασία του ονείρου. Εκεί το υποκείμενο δεν παίρνει προφυλάξεις, δεν μεταμφιέζει την αλήθεια και αφήνεται ελεύθερα να εκφράσει το αυθεντικότερο κομμάτι του εαυτού του.
Η Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου με τον τίτλο που επιλέγει να λειτουργήσει ως επιστέγασμα των ποιημάτων αλλά και με το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής προσομοιάζει την πορεία της ύπαρξης με περιήγηση σε Μουσείο. Τουτέστιν: Άνθρωποι περιτριγυρισμένοι από αγάλματα ή αγάλματα περιβαλλόμενα από ανθρώπους μάς παρουσιάζουν την αγαστή συνύπαρξη δύο εννοιών: της ακινησίας και της ζωτικότητας, της θνητότητας εν προόδω που είναι ο άνθρωπος και του θανάτου από καιρό συντελεσμένου που είναι ήδη τα ομοιώματα υπάρξεων με πρόσωπο, ζωή και ανδραγαθία.
Μες στο Μουσείο βιώνεται κάτι που παραπέμπει στις σκοτεινές αίθουσες του κινηματογράφου, όπου, λίγο πριν την προβολή της ταινίας που επιλέξαμε για να ψυχαγωγηθούμε, παρελαύνουν μπροστά μας οι γνωστές ως «σκηνές από τα προσεχώς». Και οι σκηνές αυτές δεν είναι άλλες από την υπενθύμιση πως όλη η αγαλματώδης παρουσία του παρόντος, αγαλματώδης με την έννοια του κάλλους που το αντίκρυσμά του φέρει αγαλλίαση, όπως επισημαίνεται από τον Ησύχιο, θα προσλάβει τελικά τη μετέπειτα ερμηνεία της, εκείνην που προσέδωσαν στα αγάλματα οι Λατίνοι, τονίζοντας αυτή τη φορά την ακινησία που προέρχεται από το «ίστημι». «Statue» λοιπόν το άγαλμα που ως ασάλευτο υιοθετήθηκε από όλες τις λατινογενείς γλώσσες. Και ναι είναι «σκηνές από τα προσεχώς» η ασάλευτη ζωή, ο πετρωμένος χρόνος, η αμίλητη εικόνα των νυν αγαλμάτων που μάχονταν άλλοτε ως πρόσωπα υπαρκτά θεών και ανθρώπων να επιβάλλουν την αξία και τη φήμη της. Κι όμως, ανάμεσα στους ανίδεους περιπλανώμενους επισκέπτες, ανάμεσα σε αυτούς που απλώς καταβροχθίζουν εικόνες και θεάματα στην πρωινή τους βόλτα στο μουσείο υπάρχουν και οι ποιητές που είναι σε θέση να ακούν όλα όσα ψιθυρίζονται.
Στα μουσεία κρατάμε τον οδηγό του μέλλοντος / Σε κάθε άγαλμα βλέπουμε ένα δικό μας χέρι / να χάνεται / ανάμεσα σε Άρτεμη και Αφροδίτη / εκτοξευμένοι σε μια διάσταση που προσδοκούμε // […] για να καταλήξει: […] Οι ποιητές μόνο ξεχωρίζουν ανάμεσά μας / Η σιωπή τους ραγίζει τα αγάλματα / Η γλώσσα τους συγκολλά το παρόν ― «Η ξενάγηση θα κρατήσει όσο η ζωή»
Κι ενώ μόνο οι ποιητές ξεχωρίζουν ανάμεσα στο μουσείο που είναι η ίδια η ζωή, η αποστασιοποίηση και η σιωπή τους διαρρηγνύει τους ιστούς, θραύει το ενιαίο του νοήματος, αποσυνδέει τους χρόνους της κοινής ζωής θνητών και τεθνεώτων φέροντας στο φως μια αποσπασματική διαλείπουσα φωνή που μοιάζει με τραύλισμα, κάποτε και αλαλία.
Κι όμως η γλώσσα σαν κόλλα και σαν επίδεσμος συνδέει τους ιστούς και συγκολλά το παρόν στην ολότητά του. Όσο για τη ζωή περιγράφεται εύστοχα ως ξενάγηση στο μουσείο κάτι που δημιουργεί αίσθημα εγρήγορσης αλλά και σεμνότητα καθώς το μέλλον όλων μας είναι ένα βήμα, μια αναπνοή μακρυά απ’ το να γίνουμε αγάλματα. Προς το παρόν όλοι εμείς, τα εκτός μουσείου αγάλματα, παίζουμε και χαριεντιζόμαστε με την Τέχνη και τη φήμη αδιαφορώντας για το ματαιόδοξο του εγχειρήματος να φερόμαστε λες και πρόκειται να παραμείνουμε εσαεί εκτός του χώρου. Το ποιητικό υποκείμενο διαπιστώνει «το πένθος των αυτοβιογραφιών», μοιάζοντας να συμφωνεί με τη Μαρία Νεφέλη του Ελύτη, όταν διαπίστωνε: «Κρίμας, κρίμας κόσμε σε εξουσιάζουν μέλλοντες νεκροί».
Ως εκ τούτου, επιλέγει από την πληθώρα των κτήσεων και κατακτήσεων τη μινιμαλιστική αρχιτεκτονική της νέας της ζωής κρατώντας τα απολύτως απαραίτητα ήτοι:
Το σπίτι πλάι στη θάλασσα / Αφρός / να πηγαινοέρχεται στις ακτές των χρόνων / Παράθυρα ανοίγουν / Τινάζουν στον ήλιο / παλιές κουβέρτες / χαλιά με απόμακρα βήματα // Καλή νοικοκυρά του Σαββάτου η θάλασσα / περνάει όλες τις γωνιές/ Απομακρύνονται ενοχλημένες δυο αράχνες / που αγκιστρώθηκαν σαν σπασμένοι πολυέλεοι / πάνω στις μέρες μας // Μετά από τόση εκκαθάριση / τόση αρμύρα για το ξέπλυμα / πεντακάθαρο μένει ένα γέλιο παιδικό / καθισμένο μονίμως στο κατώφλι / Τρώγοντας μια ζαχαρωμένη φέτα ψωμί / σκουπίζεται με την αναστροφή του κόσμου / Λιτή χορτάτη η χαρά. ― «Μίνιμαλ»
Η συνειδητοποίηση βέβαια του λιγοστού χρόνου που έχει στη διάθεσή της η θνητή ύπαρξη κάποτε κινητοποιεί μια μανιώδη, αδηφάγα θα έλεγα, τάση επίδειξης και εξουσιαστικής συμπεριφοράς σε όλα τα επίπεδα, μια εναγώνια μάχη επικράτησης με κάθε τίμημα σε έναν κόσμο επιλήσμονα και φυσικά εγωκεντρικό. Η ποίηση ωστόσο, αν παραφράσουμε τα λόγια του Ηράκλειτου για το Μαντείο των Δελφών, που «ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει», κατανοούμε ότι δεν κρούει απλώς κώδωνες κινδύνου, για να περιγράψει την αδιανόητη αλαζονεία των όντων αλλά επισημαίνει, όπως σημαίνουν οι καμπάνες τη νύχτα που μαίνεται η φωτιά.
Πώς είναι άραγε ένα άγαλμα / προτού ανέβει σε βάθρο / πριν γίνει αντικείμενο θαυμασμού / αιτία κατάθεσης στεφάνων ή / στη χειρότερη / καταφύγιο για αδέσποτα πτηνά / πλάνη για ένα σώμα ανθρώπινο / χωρίς τον άνθρωπο να ιδιοκατοικεί εντός του […] Για να καταλήξει: Μα τίποτα δεν συναντούσα πέρα / απ’ το άμορφο / το άυλο / Τίποτα / Μόνο ένα σύννεφο / Για να φυσά ο άνεμος τη μοίρα μας ― «Ατέλειες και ατελιέ»
Η πλάνη λοιπόν καλύπτει την αλήθεια καθώς φτερό στον άνεμο η μοίρα μας κι εμείς θα έλεγα απλώς σύννεφο, ερχόμενο και την ίδια στιγμή αναχωρητικό.
Στην ποίηση της Αρτεμίου απαγγέλλονται κείμενα αφύπνισης, στήνονται σκηνικά και ανεβαίνουν μικρά μονόπρακτα, πότε σε μουσεία και ατελιέ ζωγραφικής ή γλυπτικής πότε σε χώρους ραπτικής με τα πατρόν και τις βελόνες, πότε σε διαμερίσματα που ο επάνω όροφος θορυβεί και ενοχλεί τον κάτω, πότε σε βυθούς όπου κυοφορούνται μνήματα, πνιγμένοι που επανέρχονται με αμφίεση άλλοτε γλάρου άλλοτε δελφινιού, για να θυμίσουν το μισό του κόσμου άκλαυτο και απαρηγόρητο στα αζήτητα.
Ο χρόνος στην ποίησή της θυμίζει το «ιδού καιρός ευπρόσδεκτος ιδού ημέρα σωτηρίας» από τη δεύτερη επιστολή του Παύλου προς Κορινθίους, μια ποίηση που βάζει φωσφορούχα υπογραμμιστικά, για να τονιστούν όσα μας διαφεύγουν, συνθήκες πολέμου και πάθη που εξέπνευσαν. Μια εγερτήρια γραφή που δείχνει προς τον ουρανό αφού όπως γράφει «Ο καιρός αδιάφορος περιπατητής / απομακρύνεται ανασηκώνοντας τα σύννεφα στους ώμους» στίχος με εξαιρετική εικονοποιία που με παραπέμπει στον Καρούζο όταν έγραφε το 1969 στα «Πενθήματα»: «Ο χρόνος είναι κοροϊδευτικός. Είναι αμέτοχος σαν τα περίπτερα στην κίνηση».
Για να συνεχίσει σε άλλο ποίημα «Ο καιρός απτόητος / Περνά και επιμένει / Είτε με ήλιο / είτε με βροχή / κρατάει την ομπρέλα του / μας προστατεύει / από ουρανοκατέβατη χαρά». Ίσως γιατί, όπως ισχυρίζεται και η Δημουλά στο ποίημά της «Προφυλάξεις»: «όσο κι αν ευτυχεί ο ουρανός / όσο κι αν το πιστεύω // ανοίγω την ομπρέλα μου / δεν είναι ξεκάθαρη / καιρική συνθήκη η ευτυχία».
Ποίηση διαυγής και εξομολογητική στο βαθμό πάντα που το ποιητικό «εγώ» υποδύεται μία περσόνα η οποία πίσω από το κείμενο κρύβει τη δική της περιπέτεια βίου. Δεν είναι όμως πάντοτε έτσι. Και αυτό ελάχιστα πιστεύω αφορά στην πρόσληψη του μηνύματος της ανάγνωσης.
Διαυγής λοιπόν και σταράτη μιλά για τον έρωτα και τη διάψευσή του, για τη συντήρηση των ψευδαισθήσεων, έως καιρού βέβαια, ενώ μιλά και για το πένθος των απωλειών και την προσπάθεια του όντος να ισορροπήσει στο μεταιχμιακό στάδιο της επικείμενης απορρόφησής του στον βυθό της παραίτησης, ώστε να αποφύγει τη σύνθλιψη.
Ευρηματικό το ποίημα «Μετά τις σπηλιές», όπου η απουσία που παρουσιάζεται ως ο άλλος που πλέον κατοικεί στον επάνω όροφο (ίσως στον ουρανό, ίσως απλώς μακριά από εμάς) αυτός ο άλλος λοιπόν μαστορεύει, καρφώνει το πάτωμα, για την ακρίβεια στερεώνει τα βήματά του στο παρκέ, μια προσομοίωση αγαλματοποίησης και ακινησίας, μια οριστικοποίηση του αμετακίνητου, κάτι ωστόσο που έχει άμεσο αντίκτυπο, καθώς το αμετάκλητο προεκτείνεται και παρασύρει στη δίνη του και αυτόν που μένει πίσω ή όπως γράφει στον κάτω όροφο.
Μαστορέματα αποβραδίς / Στον πάνω όροφο κάποιος καρφώνει το πάτωμα / Στερεώνει τα βήματά του στο παρκέ / Οι πρόκες χώνονται μέχρι το ταβάνι μου / Σταλακτίτες από σίδερο αιωρούνται πάνω από τη σπηλιά μου […]
Η προσπάθεια αντίστασης στη διάρκεια ενός πένθους από το οποίο κινδυνεύουμε και εμείς με ακινητοποίηση αποδίδεται κινηματογραφικά και έντεχνα, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος του διδακτισμού.
[…] Ο ι πρόκες σου κατέβηκαν πολύ χαμηλά / Με πόνεσαν / Πρώτα στα μάτια / μετά στο σώμα, στο μυαλό / Λίγο ακόμα να καθυστερούσα / θα έμενα κι εγώ καρφωμένος / στο πάτωμά μου // Τότε αποφάσισα τη μετακίνηση / πήρα τον άνεμο που άφησες / με έσπρωξα με φόρα / στο απολωλός συναίσθημα // Από τότε πέφτω και πέφτω πίσω σου / Εσύ με την αγάπη μου αλεξίπτωτο / Εγώ με το κενό του σώματός σου ― «Μετά τις σπηλιές μας»
Ο έρωτας παρουσιάζεται ηττημένος στην ποίηση της Αρτεμίου, καθώς δεν επαγγέλλεται για την Εύα κανέναν πλέον ψευδαισθητικό παράδεισο. Μια γενναία απομάκρυνσή της από την ηθελημένη παραπλάνηση, καθιστά μοναδικό ένοικο της υποτιθέμενης Εδέμ τον Αδάμ, ο οποίος συνωμοτεί με τον Όφι, για να υφαρπάξει αυτός ερήμην της το μήλο. Σε αυτή την αντιστροφή της γνώριμης συνθήκης σχολιάζεται η έγκαιρη αποστασιοποίηση της γυναίκας από την ευθύνη της έξωσης από τον Παράδεισο.
Από τον Μιχαήλ Ψελλό μάθαμε ότι «κατὰ τὸν Σιμωνίδην ὁ λόγος, τῶν πραγμάτων εἰκών εστίν». Αυτή την εικόνα των πραγμάτων θίγει και η ποίηση της Αρτεμίου ως ένα πλάγιο σχόλιο στις κοινωνικές συμβάσεις και στην υποκρισία που δεν κρύβει παρά φόβο και μόνο φόβο περιθωριοποίησης του ανθρώπου από την κοινώς αποδεκτή νοοτροπία κι ας είναι πλέον παρωχημένη καθώς αντικαθιστά το ειλικρινές «είναι» από το πεποιημένο «φαίνεσθαι».
Μετά τα ογδόντα / η μάνα μου μεγαλώνει με πρόοδο γεωμετρική / Λέει πως γερνάει και γίνεται / σαν όλες τις γυναίκες του νησιού / χωρίς το πρόσφατο του πένθους / Κάθε πρωί / μαύρο φουστάνι θα φορέσει / Γιατί το μαύρο / γίνεται στολή / σε μια κοινωνία πειθαρχίας / με κανόνες για τους άλλους // Δεν είναι αυτό / το χρώμα του θανάτου μάνα /Είναι το μαύρο της συμμόρφωσης / του φόβου / Τι θα πουν γνωστοί και άγνωστοι / αν διαγνώσουν / την αντίσταση / μια έστω αμυδρή απόπειρα διαφυγής / από τον τάφο που όλο σκάβουνε / για ζωντανούς / συμπαραστάτες μιας συνήθειας //Αυτή η βιάση να θάψουμε / το τέλος πριν το τέλος / Και αν δεν φεύγει επιμελώς / να ντύνεται ολόσωμο το μαύρο / λες και το ζει ως το μεδούλι το φευγιό / Λες και θα χάνεται σιγά σιγά το πένθος / από καλπάζουσα μελαγχολία ― «Το μαύρο δεν είναι χρώμα»
Ο βρετανός ποιητής Πέρσι Μπις Σέλεϊ το 1821 χαρακτήριζε του ομοτέχνους του ως «Οι παραγνωρισμένοι νομοθέτες του κόσμου».
Ωστόσο, ο Άνταμ Κιρς σε φύλλο των New York Times το 2014 έγραψε:
«Οι ποιητές του καιρού μας προτιμούν να βλέπουν τον εαυτό τους όχι ως νομοθέτες αλλά ως μάρτυρες: παρατηρητές ανίσχυροι να αλλάξουν τον κόσμο, ορκισμένοι όμως να πουν την αλήθεια γι’ αυτόν».
Η Ελένη Αρτεμίου συνεχίζοντας το πλάγιο σχόλιό της στην κοινωνική υποκρισία μιλά για «κοινωνικότητες που μας δείχνουν ακοινώνητους», για την ανάγκη πιστοποίησης της ύπαρξής μας στην κοινωνική σκηνή μέσω ενός υπερκαταναλωτισμού που μετατρέπει το «cogito ergo sum», «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω», σε καταναλώνω άρα υπάρχω.
[…] Κρυβόμαστε μέσα στην τελευταία λέξη της μόδας / Αγοράζουμε για να υπάρχουμε / Υπάρχουμε για να καταναλώνουμε το σύμπαν / Το φως / Τον αέρα / Το τηλέφωνο / Έχουμε ανοικτούς λογαριασμούς / και μας πληρώνουν / κάθε πρώτη του σπαράγματος ― «Κοινωνικά και μη»
Όσο για τις σχέσεις στο πλαίσιο της συνύπαρξης στο βιβλίο της Αρτεμίου, κινούνται και αυτές σε ναρκοθετημένη περιοχή, στην οποία οι λέξεις λειτουργούν ως ύλη αναφλέξιμη για την εκρηκτική υπονόμευση του άλλου ανά πάσα στιγμή.
Η ανάδειξη του προβλήματος της ύπαρξης, πραγματοποιείται με ευρηματικούς συσχετισμούς που σαν τις παραβολές του Χριστού λένε αλήθειες.
Άλλωστε, η ποίηση δεν είναι αίθουσα δικαστηρίου, δεν είναι δάχτυλο σηκωμένο στον κόσμο και μηνυτήρια επιστολή κατά παντός υπευθύνου. Είναι προπάντων το κάτοπτρο εκείνο που αντανακλά ο κόσμος το πρόσωπό του. Ο κόσμος έξω και ο κόσμος μέσα. Κυρίως είναι μια περιοχή κατανόησης και αποκάλυψης, ώστε πάνω και πέρα από όλα να κατισχύσει η αγάπη.