Χάρτης 86 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-86/biblia/ghrammata-os-ghefires
Το βιβλίο του Χαρίτου είναι μια γέφυρα, μικρή σε μέγεθος αλλά μεγάλη σε νοήματα. Μια γέφυρα που επιχειρεί να ενώσει όσα συνήθως στέκουν απέναντι: την πίστη με τη μη πίστη, το αρχαίο με το σύγχρονο, αλλά και έννοιες που συναντιούνται και συνομιλούν σε ένα δημιουργικό όριο, όπως το πεζογράφημα, η επιστολογραφία και η ποίηση.
Ας ξεκινήσουμε από τη γοητευτική τους αφετηρία: είκοσι έξι σύντομες επιστολές του Ιησού προς τη μητέρα του, που βρέθηκαν ―λέει η ιστορία― σε έναν πήλινο κύλινδρο στη Συρία. Γραμμένες σε περγαμηνή, περιπλανώμενες μέσα στους αιώνες, ενώ κάποιοι αποφάνθηκαν με βεβαιότητα πως ήτανε πλαστές.
Η συζήτηση γύρω από τη γνησιότητα αυτών των χειρόγραφων έχει το δικό της ενδιαφέρον, αλλά ο συγγραφέας δεν θα παγιδευτεί εκεί, ωστόσο, εγώ ας σταθούμε λίγο παραπάνω σε αυτό το σημείο. Ενώ γνωρίζουμε πως το «κυρίως πιάτο» του έργου είναι οι ίδιες οι επιστολές, η απόφαση να πλαισιωθούν και να «αγκαλιαστούν» από την αμφιβολία του εάν είναι αυθεντικές ή όχι, δίνει εξαρχής στον αναγνώστη, ένα λογοτεχνικό συμπέρασμα: τι σημασία θα μπορούσε ποτέ να έχει τι είναι αληθινό ή όχι, σε ζητήματα τέχνης, πίστης και αγάπης;
Οι επιστολές είναι φτιαγμένες από λέξεις και οι λέξεις φτιαγμένες από γράμματα και ούτε ένας τόνος ή μια άνω τελεία δεν φέρει το φορτίο της καταγγελίας, της σημαντικής Αρχής που απαιτεί την υπόκλιση του αναγνώστη, του πιστού ή του μη πιστού, συνεπώς ο συγγραφέας στο σύντομο αρχικό του μήνυμα, εκμυστηρεύεται στον αναγνώστη πως οι επιστολές, αυθεντικές ή μη, βρίσκονται σε μια ιερή αποστολή. Λέει: «παρακαλώ μη διακόψετε τη διαδρομή τους, γιατί κουβαλάνε ένα πολύτιμο μήνυμα.» Σε αυτό το σημείο μπορεί κανείς να οραματιστεί τα σύνορα στα οποία εξετάζουμε τους ανθρώπους, ως νόμιμους ή παράνομους- έτσι και το αρχικό σημείωμα, σταματάει στο νοητό μας σύνορο και ευγενικά μας υπενθυμίζει πως ίσως να μην έχει σημασία τίποτα από αυτά. Το αρχικό σημείωμα σηκώνει την μπάρα των συνόρων, εύκολα και αβίαστα, χρησιμοποιώντας μονάχα το ένα χέρι και έτσι οι επιστολές συνεχίζουν τη διαδρομή τους.
Επιστρέφουμε στη σημασία της μικρής γέφυρας με τα μεγάλα νοήματα: Τα γράμματα αγνοούν τους πολέμους, τις σταυροφορίες και τις τελετουργίες μιας αυτοαποκαλούμενης ιεραποστολικής πολιτικής· γεφυρώνουν την πίστη με την αμφιβολία σε έναν κοινό τόπο, ως ψυχικές θέσεις που, ενώ μοιάζουν αντίθετες και αλληλοαποκλειόμενες, καταλήγουν αδερφικές.
Μια κοινή γη όλων είναι να είσαι γιος ή κόρη, συχνά έχοντας την πεποίθηση πως μόνο ο γονιός μπορεί να σε ανακουφίσει εάν του πεις τον πόνο σου. Κοινή γη είναι και το να ψάχνεις τον εαυτό σου, ενώ συχνά σταματάς, γυρνάς και κοιτάς με αγωνία πάνω από τον ώμο σου, για να συναντήσεις το βλέμμα σου με το βλέμμα της μητέρας. Κοινή γη όλων μας είναι και το ταξίδι ανάμεσα στην αμφιβολία και στην πίστη. Στο Γράμματα στην Παναγία αυτές οι θέσεις δεν συγκρούονται, αλλά συναντιούνται εκεί όπου μπορούν να δώσουν τα χέρια: στην ανθρώπινη ανάγκη, στην περιπέτεια και την αγωνία, που μένουν κοινές μέσα στον χρόνο, παρόμοιες για όλους, απ’ όπου και να ερχόμαστε, απ’ όπου και να επιστρέφουμε.
Στις επιστολές, η σχέση γιου και μητέρας αποκτά μια προφορικότητα, μια γλυκιά, εξομολογητική οικειότητα. Φυσικά και η Παναγία δεν είναι μόνο η Θεοτόκος∙ αλλά η «μάνα των μανάδων», η σταθερή κουκκίδα πάνω στον χάρτη, η γενέθλια γη και η πόρτα της υποσχόμενης επιστροφής. Είναι εκείνη που δάνεισε το σώμα της στον καινούριο άνθρωπο, άρα τώρα παίρνει αυτά που ο γιος (Ιησούς ή όχι) μπορεί να της επιστρέψει: γράμματα με κόπο, σκόνη, ιδρώτα, ενοχή και τρυφερότητα. Φαίνεται πως ο συγγραφέας κουβαλάει τη μάνα καθ’ όλη τη διαδρομή ως κινητήρια δύναμη, σαν να είναι η σιωπηλή συμβουλάτορας του, με πυξίδα προσανατολισμένη στην αυθεντικότητα, την απαλότητα και τη δικαιοσύνη.
Διάβασα σε μια πρόσφατη συνέντευξη του συγγραφέα πως επέλεξε μια γλώσσα σκυφτή και απογυμνωμένη. Αυτό έρχεται να συναντήσει για ακόμα μια φορά την ιδέα της γέφυρας, μιας και το ταξίδι του περιπλανώμενου δεν είναι μια οργανωμένη προσπάθεια παραδείγματος προς μίμηση. Ένας επιτηδευμένος θρησκευτικός τόνος θα άφηνε τον αναγνώστη με την αίσθηση πως ο Ιησούς είναι influencer. Αντίθετα, λοιπόν στις επιστολές συναντάμε μια καθολική γραφή, που μπορούμε να τη φανταστούμε γραμμένη σε κάθε γλώσσα, που περισσότερο ακούει παρά μιλάει, ενώ σε πολλά σημεία είναι πιο κοντά στην παιδική ματιά, παρά σε αυτή του ενήλικα, την πιο καχύποπτη. Αυτή η αφοσίωση στο ταξίδι θυμίζει την περιέργεια ενός νεαρού ατόμου η οποία τον μαγνητίζει προς την έκθεση στον μακρινό, άγνωστο κόσμο.
Εξίσου σημαντική είναι η θέση της κοινότητας μέσα στο βιβλίο: των φίλων, των συντρόφων, των ανθρώπων που χάνονται και ξαναβρίσκονται. Θα μπορούσε να διαβαστεί ως πολιτική θέση για τη φιλία: οι περιπλανώμενοι που ταξιδεύουν μαζί, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης. Ο πρωταγωνιστής του συγγραφέα δεν κρίνει τη σημερινή, μοναχική εποχή με τους εκατοντάδες τρόπους σύνδεσης, αλλά με νοσταλγία επαναφέρει μια μικρή κοινότητα που θυμάται, πενθεί και αγαπά συλλογικά, μέσα από την χειροπιαστή ανθρώπινη παρουσία, από το βλέμμα, την κίνηση και τη σιωπή που οι άνθρωποι μοιράζονται, όπως μοιράζονται το φαγητό.
Ο Χαρίτος μάς παραδίδει έναν Χριστό που κινείται στην έρημο, μια έρημο που είναι και τόπος και ψυχική κατάσταση. Έναν Χριστό σε αποστολή, όπου γνωρίζει την πείνα, το κρύο, την προδοσία, τον φόβο, την κόπωση, αλλά φορά ένα νέο ζευγάρι άνετα παπούτσια και αισθάνεται ευγνωμοσύνη. Που πεινάει, διψάει, πληγώνεται, και παρόλα αυτά δεν αποχωρίζεται την αποστολή του. Ο συγγραφέας αξιοποιεί τα παραπάνω όχι για να «εκλαϊκεύσει» ή να ηρωοποιήσει τον Θεάνθρωπο, αλλά για να φωτίσει την άυλη αλήθεια που κουβαλάει κάθε σώμα: τη φθορά, αλλά και την ασταμάτητη αναζήτηση νοήματος.
Σε αντίθεση με τη θρησκευτική αρχή που συχνά απαιτεί τη μετατροπή των άπιστων σε πιστών, τα θαύματα που συμβαίνουν στις επιστολές δεν έχουν κρότο, λάμψεις, ουρανοκατέβατες φωνές ή θεαματικές παρεμβάσεις. Είναι μικρά, αδιόρατα, σχεδόν απαρατήρητα. Η συνέπεια του λιτού συνεχίζεται, μιας και η δύναμη των θαυμάτων κρύβεται σε κοινή θέα: Ας μιλήσει ο καθένας για το δικό του θαύμα, όχι ως το υπερβατικό, αλλά ως το μαγικό γήινο, ως την ανθρώπινη επίδραση που αφήνουμε ο ένας στον άλλον. Δεν είναι ας πούμε, ένα μικρό θαύμα που ενάντια σε κάθε στατιστικό του σύμπαντος, γεννηθήκαμε τον ίδιο καιρό με τους αγαπημένους μας και ενάντια σε κάθε πιθανότητα, κάπως τα φέρε η ζωή και τους γνωρίσαμε;
Τα γράμμα είναι και μια ήσυχη αλλά ξεκάθαρη επανάσταση σε έναν πατριαρχικό, αυταρχικό θεό που επιβάλει τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, που έχει ανθρώπους αγαπημένους και διαλεχτούς και άλλους πεταμένους, και ασήμαντους. Ήσυχη αλλά ξεκάθαρη αντίσταση σε έναν θεό που τιμωρεί και δημιουργεί μόνο για να καταστρέψει.
Και τώρα μια βαριά σημείωση από τη φεμινιστική ανάγνωση: Διαβάζαμε και διαβάζουμε για γυναικοκτονίες όπου άνδρες σκοτώνουν τις γυναίκες στη ζωή τους. Μια ματιά ενάντια σε αυτό το καθεστώς θέλει έναν άντρα επαναστάτη όπου ανησυχεί για την ευαλωτότητα της μητέρας, όχι ως θεατρική πράξη καλοσύνης, αλλά ως σπαρακτική αγωνία για την εσωτερίκευση του να θεωρεί μια γυναίκα τον εαυτό της αναλώσιμο, λίγο και ασήμαντο μπροστά στην απεραντοσύνη ενός αντρικού κόσμου. Σπαρακτική αγωνία στο ότι η ίδια θα είχε πολύ διαφορετικό ταξίδι από εκείνον, εάν ποτέ το ξεκινούσε, κάτι που θα ήταν ενάντια σε κάθε πιθανότητα, μιας και οι γραφές υπέδειξαν τον γυναικείο ρόλο πιο εσωστρεφή και φροντιστικό.
Στο παράδειγμα των γραμμάτων στην Παναγιά, βλέπουμε έναν γιο που ταξιδεύει αλλά αγωνιά για εκείνη. Μπορούμε να διακρίνουμε έναν γιο που «πέτυχε» ακόμα κι εάν το ταξίδι του δεν ολοκληρώνεται, γιατί το δικό του ταξίδι έστω άρχισε, σε αντίθεση με το δικό της. Ο ίδιος έχει την ταπεινότητα και την αίσθηση ισότητας ώστε να βασανιστεί από αυτή την κοινωνική αδικία. Πρόκειται για έναν γιο, που εάν τον φέρουμε στη σύγχρονη εποχή, θα ήθελε να πείσει τη μάνα να τον ακολουθήσει και να ταξιδέψουν μαζί, να πάει στο Λούβρο, στο άγαλμα της Ελευθερίας, στις πυραμίδες και να δοκιμάσει τα πιο νόστιμα γλυκά από τα καλύτερα ζαχαροπλαστεία.
Για κλείσιμο, λένε πως ο μοναδικός τρόπος να μεταφέρεις κάτι, είναι να είσαι πρώτα εσύ ο ίδιος το παράδειγμα. Το παράδειγμα του θεανθρώπου που έπλασε ο συγγραφέας, δείχνει έναν άνθρωπο που ποτέ δεν λέει πως ξέρει κάτι παραπάνω, είναι περίεργος για τους άλλους και το σημαντικότερο όλων: φαίνεται πολύ συμπαθής, φαίνεται σαν κάποιος που εύκολα θα γινόταν φίλος σου. Κάποιος που θα σου έδινε κάτι εάν απλά του το ζητούσες επειδή θα σε αισθανόταν φίλο του, μέρος της ομάδας του, η οποία είναι το αντίθετο του ελιτισμού. Φαίνεται σαν κάποιον που διψάει για σύνδεση και μόλις σε γνώριζε, αυτή θα ήταν η πρώτη του δουλειά: να βρει τι κοινό έχετε να μοιραστείτε.
«Σε σκέφτομαι εκεί, μάνα. Στο χωριό. Να περπατάς δυο δρόμους. Έναν προς τον ναό. Έναν προς το πηγάδι. Να σε σηκώνει ο ήλιος και να σε κοιμίζει το άστρο. Να ζεις και να περιμένεις. Το γράμμα μου. Μια γιορτή. Έναν γάμο. Έναν θάνατο. Πώς είναι, μάνα; Πάω να το ονομάσω άδικο. Εγώ γυρίζω τον κόσμο. Δεν ξέρω πού πάω. Πού θα είμαι αύριο, αλλά γυρίζω τον κόσμο. Τον κόσμο που μου δόθηκε.
Εσένα ποιος κόσμος σου δόθηκε; Αυτά τα δυο στενά; Ένα κιλίμι και ένα ζευγάρι καινούρια σανδάλια κάθε τέσσερα χρόνια; Οι άνθρωποι δεν είναι δέντρα να υπομένουν τις εποχές ασάλευτοι. Πώς νιώθεις; Ξέρω. Θα πιάσεις με τα χέρια σου νερό κι αλεύρι και θα μου πεις πως βάζω στο μυαλό μου πράγματα περιττά. Την αμηχανία που σου προκαλεί το ερώτημα θα την κάνεις ψωμί. Θα μου πεις πως έχω σημαντικότερα πράγματα να με απασχολούν. Μα για εμένα η ζωή σου είναι σημαντική, μάνα. Θα μου πεις; Θέλω να μου πεις.»