Χάρτης 86 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-86/klimakes/oi-aisthiseis-epi-to-erghon-i-mono-to-mistirio

«Ελπίδας ύλη: το απροσπέλαστο – τανύζει αστραπές / να το σπαθίσει· θητεύει στο ξεφάντωμα των φθόγγων». Να ποιο θα μπορούσε να είναι το έργο της ποίησης, σύμφωνα με ένα δίστιχο από το ποίημα «Αγχιβασίην», ένα από τα τέσσερα της τρίτης ενότητας του βιβλίου του Κώστα Μπουρναζάκη, που κλείνει το βιβλίο του Εικόνες, με τρόπο ευσύνοπτο, αφού στις προηγούμενες δύο έχει περιηγηθεί ποιητικά τόσο τις αισθήσεις όσο και την ερωτική συνάντηση. Εντέλει την ερωτική συνάντηση με τον κόσμο της φύσης και του παρελθόντος, και βεβαίως με τον άλλον. Η τελευταία αυτή ενότητα δανείζεται τον τίτλο της από το βιβλίο ή μάλλον καλύτερα τον δανείζει σ’ αυτόν. Η γέφυρα λοιπόν που προσφέρει μια προσέγγιση στο απροσπέλαστο, η αστραπή του λόγου, μια θητεία στο δικό του ξεφάντωμα, αυτή θα μπορούσε να είναι η ποίηση, μια έκλαμψη, μια σταθερή φλόγα που ανάβει αίφνης και φωτίζει στη σύντομη επαφή με κάθε εμπειρία της ζωής. Σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση μας καταθέτει ο Κώστας Μπουρναζάκης τα είκοσι οκτώ όλα κι όλα ποιήματα του βιβλίου του, η έκταση καθενός από τα οποία όμως ξεφεύγει συνήθως από τα όρια της μιας σελίδας, αναπτύσσεται εντέλει σε ένα ποιητικό θεώρημα, όχι με την έννοια της θεωρίας, αλλά της θεώρησης της ίδιας της ποιητικής εμπειρίας και ειδικά μιας εμπειρίας ευφρόσυνης του κόσμου και του άλλου.
«Ο θρίαμβος της δίνης του φωτός / είν’ η μετόπη του αγαθού»: όλο το βιβλίο ακολουθεί αυτή την πορεία, είναι μια ποιητική κατάφαση του κόσμου σε μια εποχή που ο κόσμος κλυδωνίζεται όλο και περισσότερο και μοιάζει να κινείται σαν υπνωτισμένος προς την καταστροφή. Αντίθετα με αυτή την κίνηση, ο Μπουρναζάκης ανακαλύπτει σαν για πρώτη φορά πως «όλα προτρέπουν τη ζωή να ’ναι ζωή / μας σκέπουν λάμψεις κι αγγελίες αίσιες, / ναι, ο ζόφος έχει αλαλαγμούς και ρήσεις σαν τη θύελλα, / μα τώρα είναι πέρα απ’ τον ορίζοντα, μέσα σε φύλλα τυρκουάζ κι ασάλευτα.» Δεν αρνείται δηλαδή ο ποιητής τον ορίζοντα της καταστροφής, αλλά μέχρι να πλησιάσει, ευχόμαστε να μην πλησιάσει και όσο κινούμαστε προς αυτόν εκείνος να απομακρύνεται κατά τη συνήθειά του, μας καλεί να ζήσουμε τη ζωή όπως είναι και όπως έρχεται κυρίως μέσα από τις αισθήσεις, και από τα ευφρόσυνα αισθήματα που αυτές δημιουργούν. Πρόκειται για «εικόνες με τους ήχους των βημάτων μας» αλλά και για «μια χαίτη μελαψών παλμών / τρέχει σ’ αυτό το καλντερίμι, πάνω σ’ εκείνο τον γκρεμό / που σφύζει με τα κρόταλα της θάλασσας» όπως και για «αραβουργήματα αρωμάτων». Δεν ξέρουμε πού βρήκε αυτό το θάρρος, στις μέρες μας να αναστήσει το καθημερινό θαύμα της ζωής στην ποίησή του, με τρόπο που μπορεί ο καθένας να το μεταλάβει, από το πιο μικρό παιδί (που συνήθως είναι ανοιχτό σε αυτό) μέχρι τον αδιάφορο ενήλικο αλλά και τον πιο ευαισθητοποιημένο λόγω της ηλικίας και πάλι γέροντα. Και αυτή μας λέει είναι η κατάσταση του ανθρώπου: «σαν να ’μαστε ορκισμένοι λες μόνο στου ήλιου τη ματιά, / μόνο γι’ αυτό το πλήγωμα που φέρνει η αύρα απ’ τ’ ανοιχτά». Και μαζί με αυτό «μοναχικές τρεμάμενες πυξίδες σε μια στρατηγική παραδεισένιας ευτυχίας» ή «ακολουθούμε σιωπηλοί / το ρίγος του ασβεστόλιθου· / σκιρτάει στ’ άφοβο χορτάρι / το παρανάλωμα του ήλιου», εμείς οι ίδιοι «μάτια νυχτερινά, γεμάτα / με κοντομάνικα, ηλιοκαμένα μεσημέρια». Η συναισθησία, αυτήν που είχαν ανέκαθεν ανακαλύψει οι ποιητές και τα μικρά παιδιά, εδώ έχει την πρωτοκαθεδρία της: «Σωπαίνεις κι αφουγκράζεσαι / κατάσαρκα τα χρώματα» και «το σύρσιμο μιας σαύρας / που ξάφνου κούρντισε το σκίνο» αλλά και «Τι σμήνη από φωνές ανίσκιωτες!». Αυτό μέχρι να αντιληφθούμε «κατεβασιές αλήθειας σ’ ένα θαύμα», το θαύμα της ζωής που αντί να τα χαιρόμαστε και να το προσκυνάμε το διαλύουμε χωρίς να μπορούμε μετά να ξαναφτιάξουμε εκείνο που μας δόθηκε.
Αυτή την ίδια ομορφιά του κόσμου, αυτήν υπηρετεί κι ο έρωτας, ή μάλλον από αυτήν κατάγεται και το ερωτικό κάλεσμα των ματιών και των σωμάτων, και των ψυχών από κοντά. Σε αυτήν οδηγείται ο ποιητής μετά από μια περιήγηση στην Παλιά Ελλάδα της «Πελοπόννησος» για να αφηγηθεί εκείνες τις ερωτικές συναντήσεις των ανθρώπων που ανακαινίζουν την ερωτική συνάντηση με τον κόσμο και το αισθητό. Αρχίζει ο χορός με αυτήν που είναι «η ωραία γυναίκα με το σκούρο διάδημα / ανοίγει τις στιγμές των οραμάτων, συνάζει αγέρωχα το φως». Από εκεί καλεί στη συνάντηση εκείνους που είναι «οι έφηβοι πολεμιστές να ’ρθουν – καιρός να υπερασπιστούν χωρίς ανάπαυλα / την ομορφιά που χάνεται απ’ τη μνήμη κι ας θάλλει μ’ άλικη ορμή / χίλια σκοτάδια προσπερνώντας, χίλια ποτάμια αγριεμένα, ν’ αστράφτει σαν τον άγγελο, γαλάζια αλήθεια». Η αλήθεια των αισθητών, η αντιληπτική αλήθεια που γίνεται αλήθεια της ζωής και της ψυχής, αυτή είναι το έρμα και η μαγνητική συνθήκη της ζωής, έστω κι αν μεσολαβείται, αφού δεν γίνεται αλλιώς, από χιλιάδες ψέματα. Ο πόλος της παραμένει σταθερά δεμένος δηλώνοντας την αμετακίνητη κατεύθυνση της πυξίδας. Συνάμα αυτή είναι και η ερωτική πυξίδα της έλξης, όποια κι αν είναι αυτή για τον καθένα, όποιον πόλο και να διαλέγει, γιατί αυτή επιστρέφει τον καθένα στον σωματοψυχικό πυρήνα του. Στο ίδιο «άνοιγμα», αυτό που ομολόγησε και ο Ρίλκε, μας οδηγεί ο δικός μας Μπουρναζάκης, δικός μας επειδή το άνοιγμα αυτό έχει τον ελληνικό χαρακτήρα του: «Δεν είναι το απόκοσμο, / το στοργικό της ομορφιάς, / που αναπνέει ανάγλυφα / σ’ αυτό το κατακλυσμιαίο φως, με τα σκοτάδια της ψυχής σιμά – να εξαγνίζονται, / κι η αλλοφροσύνη να σκορπάει / μοιραία ως τη λύτρωση, / εδώ γυρνάει αυτάγγελτο, βαθύ, συνεπαρμένο, / των ουρανών το ξέφωτο.» Και οδηγεί εκεί όπου μας έχει στείλει ένας σπουδαίος πρόγονος να επισκεφτούμε, και στον οποίο ο Μπουρναζάκης έχει θητεύσει τόσο ώστε να θέλει να τον ανακαλέσει ρητά εδώ, σε αυτόν τον πυρήνα που ονομάζεται ο πρώτος εαυτός: «για να συναντηθείς εκεί, κατάμεστος πληγώματα, κατάμεστος κελαηδητά, / με το δικό σου αστρικό, μ’ όλο τον ακατάστροφο, τον πρώτο εαυτό σου.» Τον ελληνικό αυτόν πυρήνα έδειξε ως ορατό μια δεύτερη φορά, μετά τον Σολωμό, ο Σικελιανός. Ο τελευταίος αυτός στίχος «με το δικό σου αστρικό, μ’ όλο τον ακατάστροφο, τον πρώτο εαυτό σου» είναι μια σαφής αναφορά και υπόκλιση του Μπουρναζάκη στον πρώτο από τους παλιούς δασκάλους, στον πρόγονο που έδειξε έναν δρόμο. Ο Μπουρναζάκης άκουσε τον δρόμο του δασκάλου, αλλά πήρε τον δικό του, τον ολόδικό του δρόμο.
Κι αυτός ο δρόμος περνάει από τον έρωτα της γυναίκας, στη δεύτερη ενότητα με τον τίτλο «μόνο το μυστήριο» που κινείται «από την προγενέθλια σκοτεινιά στ’ ανέλπιστο βασίλειο των φιλιών μας». Είναι πραγματικά ανέλπιστο το πριν από τα γέννηση να κάνει την εμφάνισή του σε ένα φιλί, και μάλιστα στο «βασίλειο των φιλιών», οδηγώντας το φιλί στο άπειρο, στο διαγενεαλογικό πριν. Είναι τα ίδια «αγρίμια κι αγριμάκια» που εμφανίζονται εδώ σε μια εκδοχή σπαράγματος «Όταν τ’ αγρίμια των φιλιών μας / σμίγαν και μάτωναν τα χείλη», αγαπητικής συνεύρεσης. Πώς να γίνει αλλιώς αφού «τα σώματα: / νησιά της περιπλάνησης, / σείστρα της μυστικής χαράς, / κοσμήματα ενός εξεγερμένου παραδείσου». Οι μεταφορές βρίσκουν εδώ την πιο εντελή μορφή τους, που μόνον ο ερωτευμένος νους μπορεί να επινοήσει, να οδηγήσει με επιτυχία τα άλματά τους. Και βέβαια η σύλληψη, η αρχική συνάντηση, δένεται μέσα από το βλέμμα: «πράσινα μάτια, πράσινα μάτια / πάνω στο βλέμμα σας / γεννιέται ο χρόνος / δέεται η γη // Ερχόμουν πάντα προς εσάς». Ο έρωτας είναι πάντα γενεσιουργός ζωής, γεννήτορας και δημιουργός κόσμου: «Σεμίραμι του έρωτα, απαραβίαστη φωνή, / της άνοιξης πιο ποθητή που επιστρέφει μέρα, / τη μαγική γραφή του κόσμου ξετυλίγοντας». Μας στέλνει να φέρουμε ξανά τα νέα του κόσμου, να ανακαινίσουμε τον ήδη υπάρχοντα κόσμο, να τον εκτείνουμε ως εκεί όπου δεν φτάνουμε ποτέ.
«Κι ο λίγος ίσκιος μας αδέξια κοχλάζει», να ακόμη μία εκδοχή του φωτός και της θερμότητας. Μόνον η ποίηση μπορεί να συμπυκνώσει σε μια τέτοια πλάγια μορφή την ένταση ενός βιώματος. Το ίδιο επανέρχεται σε όλη την έκταση του βιβλίου σαν για να μιλήσει για αρτεσιανά βιώματα με τον τρόπο ενός αναβλύσματος που μόλις το διακρίνεις: «εύκολα όμως χάνεις την κραυγή τους και πάλι λίγα προλαβαίνεις / κρατώντας την ανάσα και τα μάτια σου, προσηλωμένο στηθοσκόπιο στη γη». Με αυτό τον τρόπο ο ποιητής χωράει το θαύμα σε λίγες λέξεις, χωρίς να αγγίζει το υψηλό παρά μόνον μέσω του χαμηλού, χωρίς δηλαδή να τον απασχολεί η ρητορεία που καιροφυλαχτεί στη γλώσσα και στη χρήση της τόσους αιώνες. Το πέρασμα από το γύρω και το παντού στο συγκεκριμένο και περιορισμένο του καθενός γίνεται αυτομάτως: «Στεφανωμένο το στερέωμα παντού / κι εμείς η νοσταλγία του, / μια δίψα που δεν είχαμε / μια πείνα που δεν ξέραμε» ή «Ο σπαραγμός των ουρανών / κρατά για τόπο μέσα μας / τ’ ασίγητο ποτάμι της καρδιάς μας / που πλημμύρισε» ή πάλι «κι έμενε δίχως βάρος η ψυχή κι η γη φτερούγα των αισθήσεων / ζωγραφισμένη απαρχής πέρα απ’ το χρόνο». Η αρχή του χρόνου, η αρχή των πραγμάτων, η γένεση του κόσμου, του καθενός το πρόσωπο που γεννιέται μέσα από τους πολλούς («τα πρόσωπά μας αναβλύζουν / μελετηρά στ’ άγνωστα πλήθη») μια ολόκληρη γενεαλογία του κόσμου και των ανθρώπων και των λέξεων.
«Άλλαξε τώρα· φύγε· αγωνίσου· / κατόρθωσέ το· κατευθύνσου· γνώρισε· / υπάρχει μια εκπλήρωση, μια ανταμοιβή της έκλαμψης, βγες από τ’ άντρο· / διάστικτος των κεραυνών, προσάναμμα καλοκαιριού, / ζήσε με μάτια απέραντα· αυγή της προϋπάντησης – / κύμα, ποτάμι κι έρωτας ο κόσμος / και ρίχνεται στο στήθος σου / να υπάρξει.» Αυτοί είναι οι τελευταίοι στίχοι από το ποίημα «Το δαχτυλίδι του Μίνωα». Ίσως να έχει μια ιδιαίτερη σημασία για τον Κώστα Μπουρναζάκη αυτή η σειρά προστακτικών που έρχονται να κλείσουν με τρόπο κυκλοτερή το ποίημα, σαν δαχτυλίδι που η Κρήτη του δίνει διώχνοντάς τον να φύγει για να ζήσει τον κόσμο. Πρόσταγμα για τον καθένα και πρόταγμα για τον καθένα, αφού «κύμα, ποτάμι κι έρωτας ο κόσμος / και ρίχνεται στο στήθος σου / να υπάρξει». Δεν υπάρχεις εσύ, ο καθένας από μας, αλλά «ο κόσμος ρίχνεται στο στήθος σου να υπάρξει». Δεν νομίζω πως υπάρχει πιο ωραία αντιστροφή, πιο βαθιά αληθής, για το πώς όχι μόνο ερχόμαστε στον κόσμο και πηγαίνουμε προς αυτόν, αλλά κυρίως πως ο κόσμος έρχεται προς το μέρος μας με αυτή την ορμή που «ρίχνεται», πού αλλού από «το στήθος», για «να υπάρξει» – ο κόσμος μέσα μας. Όπως η ποίηση υπάρχει και αναβλύζει και ρίχνεται και μας κατακλύζει με ποιήματα, όπως αυτά του Κώστα Μπουρναζάκη.