Χάρτης 89 - ΜΑΪΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-89/hartaki/to-oneiro-ghenna-terata
Εφτά ημέρες η Τεφνούτ έβλεπε το ίδιο όνειρο. Βρισκόταν μπροστά σε έναν καταρράκτη. Το νερό την έβρεχε, γυναίκες με τατουάζ χόρευαν, κάποιος διάβαζε μαγικά ξόρκια, η μορφή ενός άνδρα πρόβαλλε. Ερχόταν πάνω σε μια βάρκα από δέρμα βίσωνα. Την προσέγγιζε, της χάριζε παπαρούνες, εκείνη μέθαγε, ύστερα αυτός μεταμορφωνόταν σε πίθηκο και την έπνιγε στα κρύα νερά.
Μάταια ο πατέρας της προσπαθούσε να την ηρεμήσει. Δεν κατάφερνε να της βγάλει από το μυαλό ότι το όνειρο προμήνυε κάτι κακό. Ταραγμένη έτρεχε κάθε πρωί στον βωμό της θεάς Τεφνούτ· το όνομά της είχε πάρει. Στεκόταν επιβλητική, με τη λιονταρίσια μορφή της, θεά της δροσιάς, υποδεχόταν με τον αδελφό της τον Ήλιο κάθε πρωί. Μετά την προσευχή, η Τεφνούτ έφευγε πιο ήρεμη, πίστευε ότι η θεά την έπαιρνε υπό την προστασία της.
Ήταν το έβδομο πρωινό που έφευγε απ’ τον βωμό της λεοντόμορφης θεάς. Ο ήλιος καυτός, την κομμάτιασε. Είχε μέρες να κοιμηθεί καλά. Έκανε αρκετά βήματα, αλλά η αποπνικτική θέρμη την ξάπλωσε κάτω σαν θερισμένο στάχυ. Όταν συνήλθε, είδε μπροστά της έναν νέο άνδρα. Τα μάτια του είχαν το χρώμα της αρώνιας. Τα μαλλιά, του μαύρου φραγκοστάφυλου. Το χαμόγελο κόκκινο μετάξι.
«Είστε καλά; Θα σας πείραζε να σας οδηγήσω στο σπίτι για σιγουριά;»
Καθόλου δεν την πείραζε την Τεφνούτ γιατί με κρασί είχε γεμίσει ξαφνικά το αίμα της. Η απόσταση μέχρι το σπίτι ήταν κάμποση κι ο άνδρας τής μιλούσε για την έρημο, για τις καμήλες με τους δύο ύβους στη ράχη, το τραγούδι της όασης, τον Δρόμο του Μεταξιού. Η Τεφνούτ κατάπινε τα λόγια του σαν ζώο σαρκοβόρο κι ένιωθε τις φλέβες στοιχειωμένες, το μυαλό κεραυνοβολημένο. Μια σαγηνευτική μελωδία την είχε κατακλύσει και το μόνο που ήθελε ήταν να πέσει σ’ ένα βαρέλι με μούστο μέχρι θανάτου.
Ο νεαρός άνδρας την άφησε στο σπίτι και έφυγε. Η Τεφνούτ για ημέρες κολυμπούσε μέσα σε μια βαθιά κατάμαυρη θάλασσα. Δεν έτρωγε, δεν έπινε, να φύγει ήθελε, δεν ήξερε όμως για πού. Ο πατέρας της ανησύχησε και έβαλε τη θεραπαινίδα τους να ρωτήσει τι της συνέβαινε. Εκείνη τα είδε τα δάκρυα των ματιών της και κατάλαβε.
Για σαράντα μέρες έψαχνε τον άγνωστο άνδρα ο πατέρας. Έβαλε λυτούς και δεμένους να τον βρουν, αλλά ο άνδρας είχε χαθεί. Ντυμένη τον θάνατο η κόρη, μετά τις σαράντα ημέρες, πήγε και πάλι στον βωμό της θεάς. Δίπλωσε το σώμα και εκστασιασμένη από την αίσθηση της παρουσίας της, αποκοιμήθηκε. Ήταν νύχτα και αστροφεγγιά τώρα. Νυχτερίδες και κουκουβάγιες, το φως των πυγολαμπίδων, τα νερά του Νείλου. Ο καταρράκτης έτρεχε, το νερό την έβρεχε, γυναίκες με τατουάζ χόρευαν, κάποιος διάβαζε μαγικά ξόρκια, ένας άνδρας πρόβαλε πάνω σε μια βάρκα από δέρμα βίσωνα. Την προσέγγισε. Στα χέρια κρατούσε ένα μπουκέτο παπαρούνες. Της χαμογέλασε. Τα μάτια του είχαν το χρώμα της αρώνιας, τα μαλλιά του μαύρου φραγκοστάφυλου, το χαμόγελο κόκκινο μετάξι. Όταν άπλωσε τα χέρια να προσφέρει τις παπαρούνες, ήταν πλέον πίθηκος, τα χέρια του απειλητικά στον λαιμό της.
Η Τεφνούτ τινάχτηκε. Δίπλα της βρισκόταν τώρα η Αθώρ, η θεά του έρωτα, του χορού, της μέθης. Την κοίταζε με τα αγελαδίσια μάτια της, κουνώντας αυτιά και κέρατα. Τα μαλλιά της χωρισμένα σε μακριές πλεξίδες και δίπλα της το σείστρο με το οποίο αποδιώχνει τα κακά πνεύματα. Η Τεφνούτ χαμογέλασε και δεν ξαναέκλαψε για τον νεαρό άνδρα.