Χάρτης 89 - ΜΑΪΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-89/hartaki/to-likaki-moi-itan-ekei
Καβάλησα το μηχανάκι και φόρεσα το κόκκινο κράνος μου. Η μητέρα στάθηκε στο κεφαλόσκαλο και μου πέρασε το σακίδιο στην πλάτη.
«Να προσέχεις», μου είπε.
«Ναι, μαμά».
Έβαλα μπρος το μηχανάκι και κατηφόρισα μέχρι τον κεντρικό δρόμο. Απ’ τους καθρέφτες έβλεπα τη μαμά πίσω να με χαιρετάει από μακριά κι όλο να μικραίνει.
Έκανα δεξιά σ’ ένα στενό που δεν είχα ξαναμπεί. Προχωρούσα αργά. Το μηχανάκι σχεδόν στο ρελαντί σαν να απορούσε με την αλλαγή της διαδρομής. Παρατηρούσα τα χαμηλά σπίτια με τους ξύλινους φράχτες που περιστοίχιζαν τους κήπους, τις πολυκατοικίες με τις φυλλωσιές ανάμεσά τους. «Και να σκεφτείς πως μέχρι πριν λίγα χρόνια εδώ ήταν δάσος», αναλογίστηκα και συνέχισα πιο πέρα. Περιπλανήθηκα για λίγο ακόμα σε άγνωστα δρομάκια, ώσπου έφτασα στο σπίτι της γιαγιάς.
Κατέβηκα, έβγαλα το κράνος κι έστησα το μηχανάκι στα μεταλλικά του πόδια. Η εξάτμιση άχνιζε απ’ το κρύο. Χτύπησα το μικρό τζαμάκι πίσω από τα κάγκελα της εξώπορτας και περίμενα. Σε λίγο άκουσα τη γνωστή φωνή.
«Σπρώξε την πόρτα και μπες, ανοιχτά είναι».
Μπήκα κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Το σπίτι ήταν ζεστό και μοσχομύριζε γεμιστά. Κρέμασα το κόκκινο κράνος στην είσοδο και προχώρησα μέχρι το δωμάτιο της γιαγιάς. Το λυκάκι μου ήταν εκεί. Ξαπλωμένο όπως πάντα στο κρεβάτι, φορώντας το νυχτικό και τη σκούφια της. Με κοίταξε με μάτια γεμάτα έκπληξη και απορία. Μάλλον κάπως έτσι το κοίταξα κι εγώ.
«Καλώς την», ακούστηκε η φωνή της γιαγιάς απ’ την κουζίνα. «Ήρθες πάνω στην ώρα. Έλα, μόλις τα έβγαλα το ταψί απ’ τον φούρνο».
Χαμογέλασα στο λυκάκι και πήγα στην κουζίνα. Χώθηκα στην αγκαλιά της γιαγιάς και την φίλησα. Έβγαλα το σακίδιο απ’ την πλάτη μου κι αρχίσαμε να φλυαρούμε για χίλια δυο, ενώ εκείνη έκοβε τη σαλάτα. Για τους καινούργιους φίλους μου, για το πλεκτό που μόλις άρχισε, για τα μαθήματα και τις εξετάσεις μου, για την υδρορροή του σπιτιού της που θέλει επισκευή.
«Κάτσε», μου είπε.
Έτρεξα πίσω στο δωμάτιό της. Το λυκάκι μου ήταν πάντα εκεί.
«Θα έρθεις; Έχω φέρει και γλυκό», του είπα και του έκλεισα το μάτι.