Χάρτης 89 - ΜΑΪΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-89/moysikh/oi-fterotoi-tenoroi
«Στην καλλιτεχνική ιεραρχία, τα πουλιά ίσως είναι οι μεγαλύτεροι μουσικοί που κατοικούν τη γη» είχε πει ο Ολιβιέ Μεσιάν, ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες του 20ού αιώνα ― και διόλου τυχαία, ορνιθολόγος. Ο Μεσιάν θαύμαζε το κελάηδημά τους και γοητευόταν από τα τραγούδια τους που άκουγε στον κήπο του. Δεν έμενε όμως στο θαυμασμό: τα ηχογραφούσε και τα αξιοποιούσε δημιουργικά στις συνθέσεις του. Ο Κατάλογος Πουλιών (1956-1958), έργο αποτελούμενο από δεκατρία κομμάτια για σόλο πιάνο, ήταν αφιερωμένο στα ωδικά πουλιά της χώρας του. Κάθε κομμάτι ήταν γραμμένο προς τιμήν μιας γαλλικής επαρχίας, και έφερε ως τίτλο το όνομα ενός ενδημικού πουλιού της περιοχής: Συκοφάγος, Κουκουβάγια, Κότσυφας, Κορυδαλλός, Γερακίνα κ.λπ. Κάτι ανάλογο επανέλαβε ο Μεσιάν τριάντα χρόνια αργότερα, με τα Μικρά Σκίτσα Πουλιών (1985). Στον πρόλογο του έργου σημειώνει: «Πρόκειται για έξι πολύ σύντομα κομμάτια. Κάθε πουλί έχει τη δική του αισθητική και οι μελωδικές και ρυθμικές κινήσεις διαφέρουν από το ένα κομμάτι στο άλλο. Τρία από αυτά είναι αφιερωμένα στον κοκκινολαίμη με τα μαργαριταρένια arpeggios του. Το τραγούδι της τσίχλας ξεχωρίζει μέσα από τις επίμονες επαναλήψεις του. Ο ευρασιατικός και βορειοαφρικανικός κορυδαλλός της καλλιεργήσιμης γης και των ανοιχτών τοπίων έχει μια ευφράδεια, η οποία διακόπτεται κατά καιρούς από δύο αργές και δυνατές νότες που αντιστοιχούν στις φάσεις της πτήσης του. Ο κότσυφας τραγουδά ηλιόλουστους και νικηφόρους στίχους». Ειδικά για το κοτσύφι, ο Μεσιάν είχε γράψει παλαιότερα μια ξεχωριστή σύνθεση–ύμνο στο κελάηδημά του. Ήταν το ομότιτλο Κοτσύφι (1952), έργο για φλάουτο και πιάνο, που αναπλάθει το τραγούδι του.
Διαφορετικό τρόπο προσέγγισης είχε ο Φινλανδός συνθέτης Εϊνογιουχάνι Ραουταβάαρα, θέτοντας το ερώτημα: Γιατί να μιμηθούμε τα πουλιά στις μουσικές μας συνθέσεις, όταν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις πραγματικές τους φωνές; Η απάντηση ήταν το Cantus Arcticus, Κοντσέρτο για πουλιά και ορχήστρα (1972), στο οποίο ενσωμάτωσε μαγνητοφωνήσεις από κελαηδήματα διαφόρων πουλιών. Για τις ανάγκες του έργου, ο Ραουταβάαρα ταξίδεψε κοντά στον Αρκτικό Κύκλο (εξού και ο λατινικός τίτλος του κοντσέρτου), καθώς και σε περιοχές της βόρειας Φινλανδίας, προκειμένου να ηχογραφήσει τα καλέσματα διαφόρων πουλιών και να τα εντάξει οργανικά στο έργο του.
Πολλοί συνθέτες στρέφονται στο φυσικό κόσμο για να αντλήσουν έμπνευση. Παρά τα υπέροχα είδη φωνών από διάφορα ζώα, το κελάηδημα των πουλιών αποτελεί, διαχρονικά, πηγή έμπνευσης - είτε πρόκειται για το γλυκόλαλο τραγούδι του αηδονιού, είτε για την αδιάκοπη φλυαρία του σπίνου, είτε ακόμα για το μονότονο και διακοπτόμενο κάλεσμα του κούκου. Ανάμεσά τους, το ψαρόνι έχει την τιμή να συνδέεται στενά με έναν από τους διασημότερους συνθέτες. Περπατώντας μια μέρα στην αγορά, ο Μότσαρτ εντυπωσιάστηκε από τη φωνή αυτού του πουλιού και το αγόρασε από ένα ψαρά για να γίνει το κατοικίδιό του. Το ψαρόνι είναι ένα θαρραλέο πουλί που δεν φοβάται να πλησιάσει τους ανθρώπους, για αυτό μπορεί να ζήσει κοντά τους. Για τρία χρόνια το ψαρόνι έκανε συντροφιά στον Μότσαρτ, δημιουργούσε καθημερινά το ηχητικό φόντο του δωματίου του και κατά κάποιο τρόπο αποτελούσε τη μούσα του, μένοντας στην Ιστορία ως «το ψαρόνι του Μότσαρτ». Λέγεται ότι ο κύριος λόγος που αποφάσισε να το κρατήσει ο συνθέτης ήταν το γεγονός ότι αυτό το πουλί διακρίνεται για τις μιμητικές ικανότητες του, αντιγράφοντας ακόμα και ήχους μουσικών οργάνων. Παραμένει άγνωστο εάν ένας (αν όχι ο κύριος) λόγος που έκανε τον Μότσαρτ να «υιοθετήσει» το ψαρόνι ήταν το γεγονός ότι το άκουγε να επαναλαμβάνει με εντυπωσιακή πιστότητα κάποια μουσικά όργανα που χρησιμοποιούσε στις συνθέσεις του. Λέγεται ότι μπορούσε να μιμηθεί δύο έγχορδα (βιολιά, βιολοντσέλα), ένα ξύλινο πνευστό (φλάουτο) και ένα χάλκινο πνευστό (κόρνα).
Όμοια με τη μουσική, η λογοτεχνία γοητεύτηκε από το τραγούδι των πουλιών. Στη σιωπή των τυπωμένων σελίδων, το κελάηδημα παραδοσιακά συμβολίζει την ελευθερία, την ακατέργαστη ομορφιά της φύσης και, φυσικά, την ποιητική έμπνευση. Η φωνητική μουσική των πουλιών ανέκαθεν ασκούσε μεγάλη επίδραση στους ποιητές. Τον έβδομο αιώνα π.Χ., ο λυρικός ποιητής Αλκμάν ισχυριζόταν ότι αναγνώριζε τις φωνές όλων των πουλιών, συνδέοντας συχνά την ποίησή του με το τραγούδι τους. Στο διασωζόμενο έργο του περιγράφονται όχι μόνο τα διάφορα κελαηδήματα αλλά και η σιωπή των πουλιών, όπως σε ένα απόσπασμα όπου υμνεί τον ήσυχο κόσμο που κοιμούνται «οι φυλές των φτερωτών».
Σε μια άλλη λογοτεχνική περίοδο, ο Άγγλος ρομαντικός ποιητής Τζον Κλερ (1793-1864) έγινε γνωστός για τις εξαιρετικά ακριβείς και εξατομικευμένες μεταγραφές του τραγουδιού των πουλιών σε στίχους, καταφέρνοντας να αποτυπώσει το κελάηδημα με τη χρήση ήχων αντί για λέξεων. Τα ηχοποιητικά κείμενά του – τόσο σε πεζό όσο και σε ποιητικό επίπεδο – αποτελούν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του έργου του και ένδειξη του πώς τα πουλιά κίνησαν το ενδιαφέρον του – δεν ήταν απλώς λάτρης της φύσης, ήταν φυσιοδίφης.
Συναρθρώνοντας το παρελθόν με το παρόν, το 2012 κυκλοφόρησαν τα Φωτεινά Φτερά (Columbia University Press), σε επιμέλεια του Αμερικανού ποιητή Μπίλι Κόλινς και εικονογράφηση του Ντέιβιντ Άλαν Σίμπλεϊ. Πρόκειται για μια εικονογραφημένη ανθολογία ποιημάτων για πουλιά, με ακριβείς ορνιθολογικούς πίνακες, η οποία συνδυάζει πάνω από 100 κλασικά και σύγχρονα έργα ποιητών. Ξεκινώντας από τον Κάτουλλο και το σπουργίτι, οι συνδυασμοί ποιητών και πουλιών περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων: τον Ουάλας Στίβενς και τον κότσυφα, τη Μάριαν Μουρ και τον πελεκάνο, τον Τόμας Χάρντι και την καρδερίνα, τη Σίλβια Πλαθ και τον φασιανό, τον Τζον Άπνταϊκ και τον γλάρο, τον Γουόλτ Ουίτμαν και τον αετό κ.λπ.
«Ελπίδα είναι κάτι με φτερά», έγραψε η Έμιλι Ντίκινσον. Στο ομώνυμο ποίημά της, το κελάηδημα των πουλιών αντιπροσωπεύει την ανθεκτικότητα της ελπίδας. Η Ντίκινσον την παρομοιάζει με ένα πουλί που «κουρνιάζει» στην ψυχή, τραγουδά ασταμάτητα χωρίς λέξεις και προσφέρει παρηγοριά στις δυσκολίες. Τα πουλιά του Κίλινγκγουορθ, ένα αφηγηματικό ποίημα του Χένρι Γουόντσγουορθ Λονγκφέλοου γραμμένο το 1863, αφηγείται την ιστορία των χωρικών του Κονέτικατ που εξοντώνουν τα πουλιά της περιοχής θεωρώντας τα παράσιτα, με συνέπεια να υποστούν μια καταστροφική επίθεση εντόμων και να κατανοήσουν την οικολογική αξία των πουλιών. Τα συχνότερα αναφερόμενα πουλιά και οι συμβολισμοί τους στο ποιητικό πεδίο περιλαμβάνουν πολλά γνώριμα είδη: Ο κορυδαλλός συμβολίζει την ανερχόμενη έμπνευση και την αιθέρια μουσική, ενώ το χελιδόνι συνδέεται με τις ποιμενικές σκηνές και τον ερχομό της άνοιξης (αν και ένα μόνο δεν την φέρνει, σύμφωνα με την γνωστή φράση). Αναπάντεχος είναι ο συμβολισμός του κούκου στη σαιξπηρική λογοτεχνία, όπου ως έκφραση αναφέρεται στον κερατά. Στην αντίθετη άκρη βρίσκεται τα αηδόνι, που συμβολίζει την ποιητική ψυχή, την ομορφιά, αλλά και τη θλίψη. Στην εμβληματική Έρημη χώρα του Τ. Σ. Έλιοτ, το τραγούδι του αηδονιού αποτελεί ένα κεντρικό, τραγικό σύμβολο που συνδέεται με τον μύθο της Φιλομήλας: Μια σκοτεινή ιστορία βίας και εκδίκησης, στο τέλος της οποίας οι θεοί μεταμορφώνουν τα τρία κεντρικά πρόσωπα σε πουλιά (αηδόνι, χελιδόνι και τσαλαπετεινό). Πολλοί ποιητές, συμπεριλαμβανομένων των Πέρσι Σέλεϊ (Προς ένα κορυδαλλό) και Τζον Κιτς (Ωδή σε ένα αηδόνι), συχνά θεωρούσαν τα πουλιά ως «αθέατους μουσικούς», ή ως σύμβολα ακηλίδωτης δημιουργικής ιδιοφυΐας. Γενικότερα, το τραγούδι των πουλιών ερμηνεύεται πολλές φορές ως μεταφορά για την γραφή της ποίησης: αυθόρμητη, μοναχική και μελωδική.
Οι φωνές των πουλιών μπορούν να χωριστούν σε δύο βασικές κατηγορίες. Αρχικά είναι το τιτίβισμα, που χαρακτηρίζεται από ένα κοφτό και επαναλαμβανόμενο ήχο, είτε για να ειδοποιήσει για κάποιο κίνδυνο, είτε για να διατηρήσει επαφή με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Πολύ πιο σύνθετο είναι το κελάηδημα: Πέρα από την ποικιλία έχει πολύ μεγαλύτερη διάρκεια καθώς συνεχίζεται για ώρες. Πρόκειται για το αρσενικό που επισημαίνει σε άλλα πουλιά ότι αυτή είναι η περιοχή του. Τραγουδάει για να δώσει το στίγμα του στο διαρκή ανταγωνισμό, αλλά και για να καλέσει το θηλυκό με το όμορφο κελάηδημά του. Τα πουλιά έχουν διάφορους τρόπους για να αναγνωρίζουν τα μέλη της ομάδας τους. Πολλά εκπέμπουν στιγμιαίες κλήσεις, ή προχωρούν σε πιο σύνθετα κελαηδήματα, που τα βοηθούν να αναγνωρίσουν το ένα το άλλο. Αυτά τα μελωδικά σήματα μπορούν να δηλώσουν ταυτότητα και να ενισχύσουν τους κοινωνικούς δεσμούς μέσα στην ομάδα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν οι ορνιθολόγοι καταμετρούν τα πουλιά στη φύση, βρίσκουν τα είδη με βάση τον ήχο και όχι την οπτική επαφή. Το τραγούδι των πουλιών ξεκινά το χειμώνα και γνωρίζει την αποθέωσή του την άνοιξη και το καλοκαίρι. Ο κοκκινολαίμης, ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς τενόρους (και) της ελληνικής ορνιθοπανίδας, είναι από τα πλέον αγαπητά είδη για τα όμορφα χρώματά του, αλλά κυρίως για το δυνατό, μελωδικό κελάηδημά του. Τραγουδά όλες τις εποχές του χρόνου, αν και το χειμωνιάτικο ρεπερτόριό του είναι λιγότερο περίπλοκο από τον πλούτο του κορυφαίου ανοιξιάτικου ήχου του. «Τα πουλιά που κελαηδούν γύρω σας είναι μια όμορφη συνειδητοποίηση ότι η ζωή είναι απίστευτα καλή. Αφήστε αυτόν τον ήχο να γίνει ένα ευχάριστο διάλειμμα στη ρουτίνα σας», διακηρύσσει η Ινδή συγγραφέας Χαράλ Νάγκτα. Η ευχαρίστηση που νιώθουμε στο άκουσμα των τραγουδιών μπορεί να αποδοθεί σε διάφορους παράγοντες, με την συχνότητα και τον τόνο να αποτελούν τους κυριότερους. Τα κελαηδήματα διαθέτουν συχνά ένα εύρος συχνοτήτων που είναι καταπραϋντικό για το ανθρώπινο αυτί. Η ακρόασή τους μπορεί να μειώσει το άγχος και να προκαλέσει μια ευεργετική χαλάρωση. Τα μελωδικά μοτίβα είναι ένας άλλος αποφασιστικός παράγοντας στην ψυχική μας διάθεση. Τα τραγούδια των πουλιών συχνά περιέχουν περίπλοκες μελωδίες και ρυθμούς. Οι παραλλαγές στον τόνο και το ρυθμό μπορούν να δημιουργήσουν μια αίσθηση αρμονίας και ομορφιάς που έχει θετική επίδραση στο ανθρώπινο ακροατήριο.
Η πολιτιστική σημασία αυτών των τραγουδιών δεν πρέπει να αγνοείται: Σε πολλούς πολιτισμούς, τα πουλιά και τα τραγούδια τους εξυμνούνται στην τέχνη, ενισχύοντας την εκτίμησή μας για αυτά. «Θα ήθελα να ζωγραφίσω τον τρόπο που ένα πουλί τραγουδάει», είχε πει ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ιμπρεσιονισμού. Στην ανέφικτη επιθυμία του Κλοντ Μονέ, ένας σύγχρονος Τούρκος θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και στοχαστής, ο Μεχμέτ Μουράτ Ιλντάν, προσθέτει με βεβαιότητα: «Όπου υπάρχουν πουλιά, υπάρχει ελπίδα». Τα πουλιά, ανάλογα με την ηλικία, τραγουδούν διαφορετικά - τα μικρότερα έχουν συνήθως ψηλότερες φωνές, τα μεγαλύτερα πιο βαθιές και μελωδικές. Πολλά πουλιά αλλάζουν κατά τη διάρκειά του τραγουδιού τον τόνο, όπως το ανερχόμενο κελάηδημα του καναρινιού και της καρδερίνας, ή τα κλιμακούμενα σφυρίγματα του τρυποφράχτη. Στον αντίποδα αυτών των τενόρων βρίσκονται πουλιά με πιο διακριτικό ήχο, όπως το σπουργίτι με το «τσιριτρό», που ανέδειξε ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου στο ρεφρέν του πασίγνωστου παιδικού ποιήματος Σε μια ρόγα από σταφύλι. Αναμφίβολα, το αηδόνι ερμηνεύει ένα από τα πιο μελωδικά τραγούδια που ακούγονται στη φύση, με δεύτερο (κατά πολλούς) στη φωνητική ιεραρχία, το κοτσύφι. Το φλύαρο, βαθύ, πλούσιο και αργό με παύσεις τραγούδι του κότσυφα, υμνήθηκε από τον Βρετανό ποιητή, συγγραφέα, κριτικό, αλλά και φυσιοδίφη Τζόφρι Γκρίγκσον: «Ο ήχος του είναι ώριμος, με την ποιότητα ενός φλάουτου και τη δομή ενός διακοπτόμενου ρυθμού, που εκπέμπεται σαν να υπάρχει όλος ο χρόνος για τραγούδι».
Μερικά πουλιά έχουν την ικανότητα να είναι επιτυχημένοι μιμητές. Το ψαρόνι, σαν εκείνο που αγάπησε ο Μότσαρτ, εκτός από μουσικά όργανα, μπορεί επίσης να μιμείται τις φωνές άλλων ζώων ξένων προς το είδος του, όπως γάτες, σκύλους, ακόμα και κατσίκες. Κορυφαίοι μιμητές πάντως, θεωρούνται οι ατριχόρνιθες. Αυτό το αξιοσημείωτο είδος που ανήκει στην οικογένεια των Μιμίδων (Mimidae, εκ της μίμησης) έχει καταγραφεί να επαναλαμβάνει με άνεση τα τραγούδια άλλων πουλιών, καθώς και μια μεγάλη γκάμα ήχων που ενίοτε φτάνει μέχρι και τους συναγερμούς των αυτοκινήτων. Ορισμένα αρσενικά, μάλιστα, έχουν την ικανότητα να αλλάζουν το ηχόχρωμα της φωνής τους ώστε να μοιάζει με τη φωνή των θηλυκών της ομάδας τους. Αξιοποιώντας αυτή τη μοναδική ικανότητα στην περίοδο του ζευγαρώματος, η οποία γίνεται άπαξ του χρόνου (με τα αρσενικά ικανά να εκσπερματώσουν, επίσης άπαξ), βάζουν σε εφαρμογή το στρατηγικό τους σχέδιο. Οι μιμητές κρύβονται σε πυκνούς και απρόσιτους θάμνους και με την ψευδή φωνή τους καλούν τα υπόλοιπα αρσενικά. Τα τελευταία, μη μπορώντας να προσεγγίσουν το αντικείμενο του πόθου τους, εκσπερματώνουν λόγω ανεκπλήρωτης επιθυμίας και αποσύρονται από τη μάχη. Όταν το πεδίο είναι ελεύθερο, οι μιμητές βγαίνουν από την κρυψώνα τους και έχουν την άνεση να διαλέξουν όποιο ταίρι τους αρέσει, χωρίς ανταγωνισμό.
Η εκμάθηση των φωνητικών κλήσεων και τα μαθήματα ωδικής ξεκινούν από νωρίς. Τα νεαρά πουλιά παρατηρούν και μιμούνται τα μεγαλύτερα πουλιά, κάτι που τα βοηθά να κατανοήσουν τη δυναμική της ομάδας και να αναγνωρίσουν τις οικείες φωνές στο κοπάδι. Παράλληλα, εμπλουτίζουν το ρεπερτόριό τους, επαναλαμβάνοντας τις «άριες» των καλλίφωνων ενηλίκων. Τι συμβαίνει όμως, όταν ανάμεσα στα μεγαλύτερα πουλιά ελλοχεύουν κάποια κακόφωνα; Σε μια τέτοια περίπτωση, η αντίδραση είναι άμεση. Σύμφωνα με παρατηρήσεις, φαίνεται πως οι κακόηχοι αποβάλλονται από την ομάδα, όμοια με τον φιμωμένο Κακοφωνίξ στο πάγιο φινάλε των κόμικς του Αστερίξ.

Συνήθως, το τραγούδι των πουλιών είναι πιο διαδεδομένο νωρίς το πρωί, καθώς αυτή είναι η στιγμή της γενικότερης ησυχίας και ο ήχος μπορεί να φτάσει πιο μακριά. Συχνά, η χορωδία της αυγής είναι πιο έντονη από ό,τι αργότερα μέσα στην ημέρα. Ανάμεσα στους δυνατούς τενόρους ξεχωρίζει ένας που διαθέτει την πιο δυνατή κλήση στο βασίλειο των φτερωτών. Ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των στρουθιόμορφων που διαβιούν στην Κεντρική και την Νότια Αμερική. Το συγκεκριμένο είδος καταγράφηκε να παράγει ήχο που φτάνει τα 125 ντεσιμπέλ ― τον δυνατότερο για πουλί. Όταν καλεί το ταίρι του, η φωνή του μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα ακοής σε όποιον άνθρωπο βρεθεί κοντά, καθώς το τύμπανο των αυτιών αρχίζει να δυσκολεύεται από ήχους που ξεκινούν από τα 85 ντεσιμπέλ, δηλαδή 40 μονάδες κάτω από τον ήχο αυτού του φωνακλάδικου πουλιού.
Εστιάζοντας στα διαφορετικά κελαηδήματα, οι ορνιθολόγοι συμπεραίνουν ότι τα περισσότερα πουλιά κελαηδούν δυνατά για να δείξουν την καλή φυσική τους κατάσταση. Σύμφωνα με μελέτες, τα πιο ισχυρά έχουν περισσότερο χρόνο και ενέργεια για να δουλέψουν το φωνητικό τους στυλ ― και να προσελκύσουν τα θηλυκά με το πλούσιο ρεπερτόριό τους. Όταν οι ερευνητές αναλύουν τα τραγούδια των πουλιών, συχνά δεν τα ακούν αλλά κοιτάζουν ειδικά φασματογράμματα τα οποία αποτελούν οπτικοποιήσεις αρχείων ήχου. Στα πειράματά τους εντόπισαν ένα τραγούδι με εμφανή εξάπλωση των φωνητικών συλλαβών, που φαινόταν να τραβά την προσοχή των θηλυκών. Παρατήρησαν ότι τα θηλυκά προτιμούσαν μακρύτερες «διαδρομές» μεταξύ των συλλαβών. Για να ελέγξουν την ισχύ αυτής της παρατήρησης δημιούργησαν συνθετικά τραγούδια στον υπολογιστή, προκειμένου να δουν αν τα θηλυκά εξακολουθούσαν να προτιμούν εκείνα με τη μακρύτερη διάρκεια και την ποικιλία των συλλαβών. Το εύρημα της μελέτης ήταν συνεπές με αυτό που έχει ανιχνευτεί σε πολλά είδη πουλιών: Όσο μεγαλύτερη πολυπλοκότητα υπάρχει σε ένα τραγούδι, τόσο πιο ελκυστικό είναι για το υποψήφιο ταίρι. Όπως επισημαίνουν στην έρευνά τους: «Πολλά σήματα στην επικοινωνία των ζώων προορίζονται να είναι ένα ειλικρινές και ποιοτικό σήμα της μιας πλευράς προς την άλλη – και αντιστρόφως». Στην ίδια έρευνα διαπιστώθηκε ότι ανάμεσα στα νεαρά πουλιά παρατηρούνται διαφορές στην ταχύτητα εκμάθησης μοτίβων τραγουδιών, καθώς τα πιο μικρόσωμα ή ασθενικά υστερούν σημαντικά. Κάτι που υποδηλώνει ότι όσα έχουν καλύτερη φυσική κατάσταση μπορούν να μάθουν περισσότερα, γρηγορότερα, και καλύτερα ― οι ταξικές διαφορές είναι εδώ φωνητικές.
Συμμέτοχος στην προσπάθεια βελτίωσης και ενίσχυσης των φωνητικών επιδόσεων των πουλιών, ένας Βρετανός, επίσης συνθέτης, επινόησε ένα πρωτότυπο σύστημα εκμάθησης. Η πατέντα του Ρίτσαρντ Ρόντνεϊ Μπένετ βασίστηκε σε μια δική του, επί τούτου γραμμένη σύνθεση. Στις Έξι μελωδίες για την εκπαίδευση των ωδικών πτηνών (1981), ο Μπένετ χρησιμοποίησε ως εργαλείο εκπαίδευσης το φλάουτο, για να διδάξει σε διάφορα ωδικά πουλιά να επαναλαμβάνουν τις μουσικές φράσεις. Η παρτιτούρα αποτελείται από έξι απλά, μελωδικά κομμάτια που ήταν προσεκτικά οργανωμένα, ώστε να μπορούν να τα μιμηθούν εύκολα τα νεαρά πουλιά. Το μουσικό πείραμα δοκιμάστηκε σε ένα καναρίνι, μια δεντροσταρήθρα (της οικογένειας του κορυδαλλού), ένα ψαρόνι και, ως ύψιστη δοκιμή, σε ένα αηδόνι της Ανατολικής Ινδίας - και στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Η διδασκαλία τραγουδιών στα πουλιά, άλλωστε, δεν είναι πρόσφατη ιστορία. Η πρακτική αυτή ήταν δημοφιλής στην Ευρώπη κατά την περίοδο του μπαρόκ, με τους ιδιοκτήτες των ωδικών πουλιών να παίζουν ή να σφυρίζουν κατ’ επανάληψη μελωδίες, για να τα ωθήσουν να τις αναπαράγουν. Μακράν όλων αυτών των πειραματισμών, από το προνομιακό πεδίο της δικής του τέχνης, ο ποιητής Ε. Ε. Κάμινγκς έχει γράψει: «Προτιμώ να μάθω σε ένα πουλί πώς να τραγουδά, παρά να διδάξω σε δέκα χιλιάδες αστέρια πώς να μην χορεύουν».
(Στο βίντεο, η Γαλλίδα πιανίστα Μαρί Βερμολέν ερμηνεύει το πρώτο από τα «Μικρά σκίτσα πουλιών» του Ολιβιέ Μεσιάν, αφιερωμένο στον κοκκινολαίμη)