Χάρτης 89 - ΜΑΪΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-89/kinhmatografos/pateras-mitera-adelfi-adelfos
Έχει αναφερθεί πως η αξία και, ενδεχομένως, η επιτυχία ενός δημιουργού συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το κατά πόσο αυτός δεν επιχειρεί, δεν σκοπεύει ούτε θέλει, να επιβληθεί με όχημα την κάθε δική του καλλιτεχνική συμβολή. Η τελευταία ταινία του Τζιμ Τζάρμους είναι μια συγκυρία περιστάσεων, αντικειμένων, μα πάνω από όλα συμπεριφορών που έχουν να κάνουν με τη σχέση ανάμεσα σε αρκετά μεγάλα «παιδιά» και τους γονείς τους, όχι πάντα και αναγκαστικά παρόντες. Όπως σχεδόν σε όλα τα έργα του, έτσι και εδώ, το σενάριο, ιδιαίτερα οι ηθοποιοί αλλά και το σάουντρακ, είναι βασικά συστατικά στοιχεία με τα οποία ο ίδιος επιχειρεί να μας κάνει κοινωνούς των δικών του εμμονών χωρίς διόλου να προσπαθεί να αμφισβητήσει, σίγουρα όχι να ανατρέψει, τις δικές μας βεβαιότητες. Απλά και μόνο μας παρέχει με χαρακτηριστικά πηγαίο τρόπο ορισμένα εργαλεία διαχείρισης στιγμών, καταστάσεων και στιγμιότυπων μιας οικείας, σε όλες και σε όλους μας, καθημερινότητας.
Ένα αυθεντικό ρόλεξ, ο πολύτιμος χρόνος που σημαίνεται με τον ίδιο τρόπο παντού, καθημερινοί αγώνες με σκέιτ, που μας προσγειώνει αφού πρώτα έχουμε πετάξει για όσο κρατάνε λιγότερες από τρεις φευγαλέες αναπνοές, και ένα λογοπαίγνιο, σχετικά με τον «Θείο Μπομπ», που μας θυμίζει την αδυσώπητη εναλλαγή των δεκαετιών με την οποία οφείλουμε να συμβιβαστούμε. Κοινά στοιχεία, αβίαστα ενταγμένα σε τρεις μικρές ιστορίες, τρία κεφάλαια ενός μυθοπλαστικού σύμπαντος που ενώνονται για να φτιάξουν την καινούργια κινηματογραφική πραγματικότητα του επηρεασμένου από το ευρωπαϊκό σινεμά δημιουργού.
Το «Πατέρας Μητέρα Αδελφή Αδελφός», που κέρδισε το χρυσό λιοντάρι στο πρόσφατο φεστιβάλ της Βενετίας, είναι μια σπονδυλωτή ταινία από τρία κομμάτια που στέκονται σε ανθρώπους οι οποίοι γυρεύουν τη ζωή τους σε ισάριθμες περιοχές του κόσμου. Νιου Τζέρσεϊ, Δουβλίνο, Παρίσι.
Το φιλμ αρχίζει να ρολάρει και το πρώτο δίδυμο, που θα μπορούσε να είναι ζευγάρι και όχι αδέλφια, βρίσκεται στο θηριώδες τζιπ του γιου (τον υποδύεται ο Άνταμ Ντράιβερ, ο οδηγός λεωφορείου και συνάμα ποιητής του Paterson) με προορισμό κάπου μοναχικά, στην ύπαιθρο που ζει ο πατέρας (ο Τομ Γουέιτς ίσως να είναι αδύνατο να ξεπεράσει την καταπληκτική ερμηνεία του στο Καφές και Τσιγάρα). Η διαδρομή είναι αποκαλυπτική. Μας φανερώνει τους διαφορετικούς κόσμους που συνδέονται συμβατικά, υποχρεωτικά, με αφορμή μια οφειλόμενη επίσκεψη. Τα όσα λέγονται και τα όσα υπονοούνται μας περιγράφουν χωρίς περιστροφές τον γιό που κάνει τα χατίρια στον αγαπημένο του γονιό, και την κόρη που είναι αυστηρή και δεν πείθεται, δεν υποκύπτει στις παρακλήσεις του καλοπερασάκια πατέρα. Κάποτε το ταξίδι, η διαδρομή που θα ενώσει έστω και λίγες ώρες την οικογένεια, τελειώνει. Το σκηνικό δεν αλλάζει ούτε και στο εσωτερικό του, για την περίσταση, ιδιαίτερα φτωχικού ενδιαιτήματος του πατέρα. Κουβέντες που οφείλουν να ειπωθούν, κινήσεις που μένουν ανολοκλήρωτες και υποσχέσεις που δίνονται για να μην κρατηθούν. Η λύτρωση δεν αργεί να έρθει, και όλοι είναι ευχαριστημένοι καθώς χωρίζουν. Ο γιός θα συνεχίζει να βοηθάει τον πατέρα, η κόρη θα αρνείται και ο γονιός θα περνάει όσο μπορεί καλύτερα, εφευρίσκοντας απώλειες και βλάβες, καθημερινά πρακτικά προβλήματα, η λύση των οποίων, πάντα με τη συνδρομή του καλού του αγοριού, θα του εξασφαλίζουν ένα αξιοπρεπές μεταφορικό μέσο, ένα ακόμη πλούσιο βραδινό γεύμα με κάποια φίλη του. Όλα είναι στη θέση τους, όπως ακριβώς πριν από την επίσκεψη.

Η δεύτερη ιστορία, που εκτυλίσσεται σε ένα παλιό αρχοντικό του Δουβλίνου, κυριαρχείται από την επιβλητική παρουσία της μητέρας (την υποδύεται, με όση πειθώ απαιτείται, η Σαρλότ Ράμπλινγκ), μιας διάσημης συγγραφέως που δεν θέλει να μιλάει με τις δύο κόρες της για τους δικούς της, άλλους κόσμους. Η μια και μοναδική ετήσια συνάντησή τους εξελίσσεται ίδια και απαράλλαχτα με τον γνωστό και ασφαλή, υποκριτικό, τρόπο, δίχως εντυπωσιακές ανατροπές. Η μικρή κόρη (εξαιρετική η Βίκι Κριπς) υποκρίνεται την πλούσια, επιτυχημένη επαγγελματία που όμως δεν έχει να πληρώσει ούτε για την επιστροφή της, η μητέρα φροντίζει να πληρώσει το ταξί, ενώ η μεγάλη, αθεράπευτα ντροπαλή θυγατέρα (η μεταμόρφωση της Κέιτ Μπλάνσετ είναι σαφώς επιτυχημένη και επαρκής) για μια ακόμη φορά αποτυγχάνει να προσεγγίσει την αδερφή της προς την οποία δείχνει να νοιώθει μειονεκτικά. Ο αποχαιρετισμός είναι αναμενόμενα ανεπαίσθητος, εκατό τοις εκατό αδιάφορος, όσο αναμενόμενο είναι και το δώρο της μητέρας που περιλαμβάνει και εκείνο το μοναδικό, το ακριβό κέικ.

Αν δεν υπήρχε το τρίτο, τελευταίο, μέρος ενδεχομένως και να μιλούσαμε για μια ανολοκλήρωτη απόπειρα, για μια τίμια προσπάθεια που έμεινε μετέωρη, για μια ταινία που δεν κατάφερε να μας μεταφέρει το μήνυμα σε όλα του τα συμφραζόμενα. Η τελευταία ιστορία λειτουργεί λυτρωτικά, ως ένας κοινός ιστός, ως να ήταν αυτό που μόνο ήθελε να κάνει ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης αλλά όφειλε να μας προετοιμάσει, να παρουσιάσει πρώτα το καθιερωμένο, προφανές πλαίσιο της συζήτησης. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι, δίδυμα που δεν μοιάζουν αλλά που έχουν τόσο κοινές συνήθειες παρά το γεγονός των ξεχωριστών αναφορών στους διαφορετικούς τόπους που έχουν μεγαλώσει, βρίσκονται στο Παρίσι για να παραλάβουν τα πράγματα των παραβατικών γονιών τους που σκοτώθηκαν σε αεροπορικό δυστύχημα. Εδώ η διαχείριση της απώλειας είναι υποδειγματική. Αυτό που τελικά μετράει είναι η αληθινή, απροϋπόθετη αγάπη που τρέφει ο ένας για τον άλλο, η όρεξη για ζωή πέρα από τις σε κάθε περίσταση αντικειμενικές συνθήκες και το αυθεντικό ενδιαφέρον για μια προσωπική, με σεβασμό στην αξία της αισθητικής αποτύπωσης, ιδιαίτερη, ξεχωριστή θέληση. Πρόκειται για στοιχεία που έχουν εγγραφεί στο γονιδιακό τους αποτύπωμα, και τα οποία μετατρέπουν την αμήχανα δύσκολη, περίπλοκη συνθήκη που εκείνες τις ώρες βιώνουν μαζί, σε μια αθεράπευτα αισιόδοξη συνέχεια της ζωής. Οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες σκιαγραφούνται μαεστρικά σε αυτή την ιστορία και οδηγούν τους δύο νέους ηθοποιούς σε παραδειγματικές ερμηνείες.
Οι εικόνες του Τζάρμους είναι πεντακάθαρες. Αθόρυβα επικροτούν το μεγαλείο της κάθε μοναδιαίας ύπαρξης σε ένα περιβάλλον που δεν ορίζεται από τις στενές χωροταξικές συνιστώσες, ούτε, βέβαια, από έναν χρόνο άχρονο, αστεγή αλλά την ίδια στιγμή, την κάθε στιγμή, μετρήσιμο και κατά το δοκούν αξιοποιήσιμο. Τα πλάνα του υποστηρίζουν στο έπακρο τα λόγια που ο ίδιος ο δημιουργός συνηθίζει να γράφει, σε όλες του τις ταινίες, θυμίζοντάς μας την αξία της καθημερινότητας που της αρκεί η ειλικρίνεια, η ανεπιτήδευτη περιδιάβαση σε αυτά που συμβαίνουν και, πάνω από όλα, η κάθε παραμικρή πρόφαση για να συνεχίσεις να ζεις. Ο αφηγηματικός καμβάς σε συνδυασμό με τον απέριττο ρυθμό και την μουσική στα σημεία εκείνα που υπάρχει η ανάγκη αποφόρτισης είναι στοιχεία που στο μυαλό και την έκφραση του κινηματογραφιστή αποκτούν σημασίες ουσιαστικές, ρόλους διακριτούς και ισχυρούς.
To «Πατέρας Μητέρα Αδερφή Αδερφός» δεν είναι η καλύτερη προσπάθεια του Τζάρμους, αν την εξετάσουμε με όρους αυστηρά κινηματογραφικούς και, σε κάθε περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη το έως τώρα έργο του. Σίγουρα, όμως, είναι [μαζί και με τα «Broken Flowers», (ελλ. τίτλος «Ραγισμένα λουλούδια»)] η πιο προσωπική, η περισσότερο εσωστρεφής, αυτή που έρχεται να μας καταδείξει την αξία της συναισθηματικής νοημοσύνης. Οι ανθρώπινες σχέσεις δημιουργούν δίκτυα, ενδιαφέροντα ή αδιάφορα σε πρώτο επίπεδο, από τα οποία είναι αδύνατο να ξεφύγεις, όσο κι αν προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι μπορεί και να τα υπερβείς, υποδεικνύουν πράξεις που δεν μπορείς να αποφύγεις, δημιουργούν χρονικά όρια που δεν είσαι σε θέση να ξεπεράσεις. Αυτές οι πράξεις, του καθενός και της καθεμιάς από εμάς, είναι κατάφορτες από λεπτές, αδιευκρίνιστες συμβάσεις οι οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν το καθεστώς της ζωής. Η ανθρώπινη φύση, μας υπενθυμίζει ο Τζάρμους, είναι αναπόδραστη.