Χάρτης 89 - ΜΑΪΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-89/tehnasmata/to-rodo-tis-vivliothikis-to-telos
Το ρόδο της βιβλιοθήκης
(από το συρτάρι, Δεκέμβριος 2017)
Καθόμουν στο υπόγειο της βιβλιοθήκης και διάβαζα με την πλάτη μπροστά από μια σειρά μεταλλικές ραφιέρες φορτωμένες και στις δυο πλευρές με βιβλία. από πάνω τους πλαστικές λάμπες με ένα τεχνητό, ασθενές φως. στον καρπό μου απλωνόταν η σκιά από μια λεπτή σιδερένια στήλη με συνεχόμενες διακεκομμένες τρύπες της ραφιέρας, που βρισκόταν ακριβώς πίσω μου. είχα κουραστεί κάπως, μάλλον είχα βαρεθεί. σηκώθηκα, πήγα στο κυλικείο και πήρα έναν καφέ. βγήκα και καθώς ήταν ένα ηλιόλουστο χειμωνιάτικο μεσημέρι, σήκωσα λίγο το χέρι μπροστά από τα μάτια μου, γιατί το φως του ήλιου ήταν εκτυφλωτικό σε σχέση με το σκοτεινό φως του υπογείου της βιβλιοθήκης. κάθισα σε ένα τραπεζάκι έξω. κοντά στεκόταν μια παρέα φοιτητών, που συζητούσαν για τη συνέλευση στο πανεπιστήμιο και ετοίμαζαν τα αιτήματα για αλλαγή του νόμου αντιπροσώπευσης στο διοικητικό συμβούλιο του πανεπιστημίου, για δωρεάν σίτιση, στέγαση, μεταφορά και συγγράμματα για όλους, για έξοδο της ελλάδας από το νατο και την αναχαίτιση του ιμπεριαλισμού. τους παρακολουθούσα να συζητούν μέσα σε αυτό το σύστημα αναπαραστάσεων της ιδεολογίας τους, να ενδυναμώνουν την φαντασιακή τους συσπείρωση και να δίνουν το δικό τους νόημα απέναντι στις κυρίαρχες παραγωγικές σχέσεις και την κατανομή της εξουσίας, αψηφώντας την αναπόφευκτη επικράτηση του δίκαιου του ισχυρού, την επανάληψη της ιστορίας και το αμετάβλητο της ανθρώπινης φύσης. η αλλαγή πρέπει να είναι βαθύτερη τόσο, ώστε να φτάνει τη συνείδηση. σηκώθηκα από κει και πήγα και έκατσα σε ένα ξύλινο παγκάκι. στο διπλανό καθόταν ένας φοιτητής και μια φοιτήτρια είχε ξαπλώσει με το κεφάλι της πάνω στα πόδια του. κάτι νευροεπιστημονικό που έρπεται ύπουλα μέσα μου έλεγε ότι είναι ερωτευμένοι όσο αγκαλιάζονται και φιλιούνται και παράγουν ωκυτοκίνη, ντοπαμίνη και σεροτονίνη. έπειτα, όμως, θυμήθηκα την ουρανία αφροδίτη, το να χαρίζεσαι σε κάποιον ολόκληρος, γιατί τον εμπιστεύεσαι, επειδή μαζί του θα δουλέψεις το πνεύμα σου, θα ωριμάσεις, θα εξελίξεις την παιδεία σου και θα πάει την νοημοσύνη σου ένα βήμα παραπέρα. θυμήθηκα τη διοτίμα που είπε ότι ο έρωτας είναι αιωνίως φτωχός, απεριποίητος, ξυπόλητος, άστεγος, πλαγιάζει πάντα χάμω και χωρίς στρώματα, κοιμάται στους δρόμους και στα κατώφλια, είναι γιος της πενίας άρα ξέρει από στέρηση και γιος του πόρου άρα δεν κάθεται ποτέ, είναι ριψοκίνδυνος, γενναίος και θέλει πάντα να μαθαίνει. έπειτα είπε ότι το κάλλος της ψυχής και το κάλλος της πράξης είναι καλύτερα από το κάλλος του σώματος, γιατί σου δίνουν ένα άλλο όργανο όρασης, που δεν γεννά φαντάσματα της αρετής, αλλά την αληθινή, για να την αγκαλιάσεις. είσαι με κάποιον που βλέπεις ειλικρινά πως είναι και τον αγαπάς για αυτό. κι ενώ αναρωτιόμουν μήπως ο αληθινός κόσμος είναι ο κόσμος των ειδώλων, η παρόρμηση του έρωτα, το πάθος, οι αγωνιστικές διεκδικήσεις, το άπειρο χάος γύρω μου, η σκέψη μου άρχισε να χάνεται στο λαβυρινθώδες σχήμα του ρόδου μιας τριανταφυλλιάς από τις πολλές που είναι φυτεμένες στον κήπο της βιβλιοθήκης. τράβηξα σιγά σιγά το μίτο, πέταξα το άδειο χάρτινο ποτήρι στον κάδο και επέστρεψα στο σπήλαιο των ιδεών μου…
Το τέλος …
Μέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο
μορφώνονταν βουλές της ποιήσεώς μου,
σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή.
(Κ.Π. Καβάφης, «Νόησις»)
Πέντε η ώρα μα δεν βράδιασε ακόμα. Είναι μια μέρα του καλοκαιριού και τους θερινούς μήνες το φως απλώνεται πλατύ μέσα της, καθυστερεί να σκοτεινιάσει. Καθόταν στο ξύλινο παγκάκι. Σε ένα ξύλινο κάθισμα και μια ξύλινη πλάτη. Γύρω από το παγκάκι το αλσύλλιο: καμιά δεκαριά ψηλά πεύκα με κρεμαστές βελόνες και κουκουνάρια, ένα κυπαρίσσι, ένα μεταλλικό σιντριβάνι, πλακόστρωτο το έδαφος. Το βλέμμα της πλανιόταν από τον ορίζοντα της θάλασσας, στις κορυφογραμμές των βουνών, μέχρι τον ορίζοντα που έφτιαχναν οι στέγες των σπιτιών. Ακριβώς μπροστά της η δολίνη. Αντιδιαμετρικά της σε ευθεία ακτίνα και μετά τη γέφυρα ένα σπίτι, ωχρά κιτρινωπό στην πρόσοψη, που έχανε τις πραγματικές του διαστάσεις, καθώς η προοπτική σμίκρυνση εξαιτίας των οχτακοσίων πενήντα μέτρων, που τους χώριζαν, της έδινε την ψευδαίσθηση ότι είναι πλέον μια μινιατούρα, ένα μικρό μουσικό κουτί. Τέντωσε το χέρι της και την ίδια απόσταση τη μέτρησε με τον βραχίονα, τον πήχη και την παλάμη της. Έπιασε με τα δάχτυλα το μικροσκοπικό σπιτάκι, το ξεκόλλησε από τη θέση του, το έφερε κοντά της και το κράτησε στη χούφτα της. Για δες… η κεραία στην ταράτσα τώρα μοιάζει με κουρδιστήρι. Αν το στρίψω τρεις φορές ίσως ακουστεί το «In the Steppes of Central Asia» του Borodin. Πάτησε το κουμπάκι και το άνοιξε στα δύο. Αριστερά το γραφείο του. Τον περισσότερο χρόνο τους τον περνούσαν εκεί. Εκείνος καθισμένος στο γραφείο του καπνίζοντας άφιλτρα, αυτοσχέδια τσιγάρα. Πίσω του ψηλά τρία παράθυρα ―χωρίς παραθυρόφυλλα― με τρεις ευθείες πλευρές, την τέταρτη πάνω αψιδωτή. Από το κεχριμπαρένιο τζάμι τους έμπαινε το φως φιλτραρισμένο και μέσα στις ακτίνες του χόρευαν σωματίδια σκόνης. Eκείνη στο ντιβανάκι. Όλη η σοφία του κόσμου γύρω της, από την αρχαιότητα ως την εποχή της, τυπωμένη με μελάνι άλλοτε σε ελληνικό, άλλοτε σε λατινικό αλφάβητο πάνω σε φύλλα χαρτιού δεμένα, με αρίθμηση σελίδων, κλεισμένη πίσω από εξώφυλλα, μέσα σε χιλιάδες βιβλία εφαπτόμενα το ένα στο άλλο χωρίς κενό, με εκτεθειμένες μόνο τις ράχες, στοιχισμένα πάνω σε ράφια διαρθρωμένα μεταξύ τους σε μια ξύλινη κατασκευή που ξεκινούσε από το πάτωμα και τέλειωνε ψηλά στην οροφή ακουμπώντας το ταβάνι, με τέσσερις πτέρυγες, μία για τον κάθε τοίχο του δωματίου καταλαμβάνοντας η καθεμιά ολόκληρη την επιφάνειά του:
Ο έρωτας μοιάζει με την αναπνοή. Δεν μπορείς μόνο να εκπνέεις χωρίς να εισπνέεις. Αν σταματήσει η εισπνοή, αν δεν γίνει η ανταπόδοση του αισθήματος, χάνεται η αναπνοή, χάνεται ο έρωτας. Έρωτας είναι η ακαταμάχητη επιθυμία να μας ερωτευθούν ακαταμάχητα.
Ο έρωτας και η λογική μοιάζουν με τον ήλιο και το φεγγάρι. Όταν ανατέλλει το ένα, δύει το άλλο. Ο έρωτας είναι ένα χτυπητό παράδειγμα για το πόσο μικρή σημασία έχει για μας η πραγματικότητα. Έρωτας είναι ο θρίαμβος της φαντασίας επί της νοημοσύνης. Ο έρωτας είναι, πραγματικά, η πιο όμορφη αποτυχία της ευφυίας.
Ό,τι κάνει κανείς στη ζωή, ακόμα και ο έρωτας το κάνει μέσα στην υπερταχεία που τρέχει προς το θάνατο. Ο έρωτας είναι μια όρεξη που, όπως όλες οι ορέξεις, καταστρέφεται τη στιγμή της ικανοποίησής της. Ο έρωτας είναι ένα ωραίο ταξίδι μετ’ επιστροφής, του οποίου η επιστροφή κοστίζει πολύ περισσότερο από τον πηγεμό.
[…] Un Agneau se désaltérait
Dans le courant d’une onde pure.
Un Loup survient à jeun qui cherchait aventure,
Et que la faim en ces lieux attirait.
[…] Là‑dessus, au fond des forêts
Le Loup l’emporte, et puis le mange,
Sans autre forme de procès.
La raison du plus fort est toujours la meilleure.
Όλη η γνώση του κόσμου στοιβαγμένη γύρω της ένας προϊδεασμός… που να μη νιώσει αυτή, αν και παιδί φανατικό για γράμματα…
Δεξιά η κρεβατοκάμαρά τους. Δύο μονά κρεβάτια ενωμένα, στρωμένα με διπλά σεντόνια. Πάνω εκεί το υλικό ονείρων του γλιστρούσε ανάμεσα στα πόδια της και ανακατευόταν με τη δική της αστερόσκονη, ο χους του χεριού της πιανόταν από τον χου της πλάτης του…
Έκλεισε απότομα το παιχνίδι-μπιμπελό, το έσφιξε μέσα στη χούφτα της και προσπαθούσε να καταπιεί τον κόμπο μέσα στο λαιμό της. Σηκώθηκε και το πέταξε με μια απότομη κίνηση μέσα στη δολίνη. Βούλιαζε μέσα στη μπλε θαλασσινή μάζα, όσο προχωρούσε άφηνε πίσω του μια γαλάζια ροή σαν ποτάμι κι από τις πλαστικές του τρύπες έβγαιναν μπουρμπουλήθρες. Βυθιζόταν, καταποντιζόταν. Πέρασε δίπλα από το ρομβοειδές νάιλον των κίτρινων διχτυών, πάνω από το αδιάφορο καβούκι μιας χελώνας, πέρασε ξυστά από ένα κοπάδι ασημένιων ψαριών και σχεδόν θα προσγειωνόταν πάνω στα λέπια τους αν τούτο το σμήνος ενιαίο δεν άνοιγε μια σχισμή στη μέση του σαν φερμουάρ, για να περάσει το παιχνιδάκι ―να συνεχίσει να πέφτει όλο και πιο βαθιά― και να την ξανακλείσει πλησιάζοντας ταυτόχρονα οι δυο πλευρές των ψαριών η μία την άλλη. Παραλίγο να αγγίξει το ημιαυτόνομο πλοκάμι ενός χταποδιού, του οποίου και οι εννέα εγκέφαλοι έμειναν απαθείς στην παρουσία του, προσπέρασε έναν ιππόκαμπο που κουνιόταν αμέριμνος με αργό ρυθμό μπρος-πίσω γαντζωμένος με την ουρά του στην ποσειδωνία, περνούσε ανάμεσα από πράσινα φύκια, ρόδινα κοράλλια, μαύρους, μυτερούς αχινούς και αστερίες. Παραλίγο να το σπάσει με ένα ακούσιο μαστίγωμα η ουρά της Γοργόνας που έμαθε ότι ένα κρουαζιερόπλοιο αγκυροβόλησε στο λιμάνι της πόλης και πήγαινε να ρωτήσει τους τουρίστες αν ζει ο αδελφός της, ο Μεγαλέξανδρος… Το κουκλοσπιτάκι πήγαινε απρόσκοπτα να βρει στον πάτο της δολίνης όλα τα σκουριασμένα και καλυμμένα με βλέννα αναμνηστικά της γερμανικής κατοχής: τα υποβρύχια, τα στρατιωτικά οχήματα, τζιπ, δίκυκλα, κιάλια, χειροπέδες, γκλοπ, όπλα, αλυσίδες, λάστιχα, άγκυρες, σιδερένιες σκάλες.
Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια, η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό. Παρέμεινε όρθια και ατένιζε τον υγρό αντικατοπτρισμό. Στην επιφάνειά της η δολίνη ήρεμη καθρέφτιζε τον γαλάζιο ουρανό και ελάχιστα αραχνοΰφαντα, βαμβακένια, άσπρα σύννεφα, δυτικά τα ψηλά, καφετιά βράχια με τις καλαμιές, τα αρμυρίκια, τις πάπιες που επέπλεαν πάνω της, τις πολύχρωμες βάρκες, τους μεταλλικούς φανοστάτες της πλακόστρωτης όχθης και στην αντικρινή μεριά τις κιτς πολυκατοικίες, τις τυποποιημένες τουριστικές ταβέρνες και τα ξενοδοχεία, απομεινάρια της αρχιτεκτονικής των έιτιζ, άσπρα ορθογώνια παραλληλεπίπεδα σαν lego.
Αν και… μια φήμη λέει ότι ο βυθός της δολίνης μας συνδέεται μέσω υποθαλάσσιων ρευμάτων με το ηφαίστειο ενός κυκλαδίτικου νησιού που ‘χει κλίματα σειρά ―να ‘ρθει κι ο τρύγος να δρέψουμε περσινά, ξινά σταφύλια―. Και σκέφτομαι πως αν κάποτε εκραγεί ξανά περίπου για εικοστή φορά ―ποιος ξέρει αλήθεια πόσες είναι;― η ορμή της λάβας ίσως εκσφενδονίσει το κουκλοσπιτάκι στον αέρα με πέντε τούμπες πριν προλάβει να χυθεί από το στόμιο καυτή, παχύρρευστη, διαβρωτική, ανηλεής, κατακλυσμική και απανθρακώσει τον μειν-ωικό μου πολιτισμό, τους πορφυρούς κύ-ωνες που φυλάνε άχρηστες προσδοκίες και τους love-υρίνθους που μέσα τους χαώθηκα.