Χάρτης 89 - ΜΑΪΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-89/biblia/mia-dinamiki-sinomilia-anamesa-sti-loghotekhnia-kai-ti-moisiki

Το μηχανικό πιάνο αναπαραγωγικής πιστότητας υλοποιείται μέσω ενός ηλεκτρικού μοτέρ ενσωματωμένου στην αντλία αέρα που παρέχει διαρκή και σταθερή πίεση, εν των μεταξύ στην πατρίδα κάνει την εμφάνισή της η ηλεκτρική πιανόλα μ’ έναν μαγνήτη σε κάθε πλήκτρο, ο χορτάτος κερματοδέκτης κάνει το ηλεκτρικό κύκλωμα ν’ αντηχεί μηχανικές νότες· μπορεί να χάνει μερικές όταν δεν έχει καλό καιρό, αλλά και πάλι βρίσκεται στην πρώτη γραμμή και το κοινό δεν μένει παραπονεμένο από ψυχαγωγία αφού ένας φονιάς ονόματι Κέμλερ γίνεται αφορμή για την πρώτη εκτέλεση με ηλεκτροπληξία στη φυλακή του Όμπερν. Πρόοδος! ) «Αγάπη χαίνουσα» σ. 11).
Όταν καλείσαι να αναμετρηθείς με κείμενα πυκνά, πολυεπίπεδα με το εύρος της διακειμενικότητας να αναμετριέται με τον αριθμό των λέξεων που τα απαρτίζουν, νιώθεις μία σύγχυση κι ένα δέος. Κι αναρωτιέσαι από πού να ξεκινήσεις την περιήγηση μέσα τους. Πόσο μπορείς να ανταποκριθείς ως αναγνώστης στα πολλαπλά αισθήματα που βιώνεις μέσα από τις πληροφορίες που σου παρέχονται, αφενός με τη χρήση της γλώσσας αφετέρου της μουσικής, καθώς και οι δύο τεχνικές διεκδικούν το ίδιο πεδίο εξερεύνησης, που είναι η ανθρώπινη ψυχή;
Αγάπη χαίνουσα, ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο, που περιγράφεται ως το τελευταίο του Γκάντις, ένας παραληρηματικός μονόλογος ενός ετοιμοθάνατου που στοχάζεται πάνω στην τέχνη και τη ζωή· μία πολυφωνική σύνθεση όπου η πραγματικότητα θρυμματίζεται σε ένα σύνολο από φωνές και αποσπασματικές οπτικές· η αλήθεια του κόσμου συγκροτείται σταδιακά μέσα από την τριβή, τη σύγκρουση και την αναδίπλωση αυτών των φωνών· ο σύγχρονος άνθρωπος δεν κατέχει μία ενιαία, σταθερή συνείδηση αλλά μάλλον περιπλανιέται μέσα σε ένα δάσος από φωνές όπου η δική του φωνή χάνεται, διαστρέφεται και ηχεί μέσα από την ηχώ άλλων.
Σε αυτόν τον μονόλογο-κρίση υποδηλώνεται η συνάφεια που υπάρχει ανάμεσα στην τεχνολογία, την τέχνη και την ανθρώπινη φθορά, με τη δεύτερη να χάνει την αυθεντικότητά της· η ηχογράφηση την υποχρεώνει να κυκλοφορεί ορφανή ενώ το χάρισμα της άμεσης παρουσίας και της διάδρασης, μεταξύ του έργου και του καλλιτέχνη, παύει να υπάρχει δημιουργώντας έτσι ένα οντολογικό κενό. Ο αφηγητής αισθάνεται ότι όλα γύρω του γίνονται αντιπροσωπευτικά, όχι άμεσα: ζούμε μέσα σε αντίγραφα, αναπαραγωγές, μηνύματα καταγεγραμμένα και όχι ειπωμένα, ήχους χωρίς σώμα, λέξεις χωρίς πρόσωπο· ένα καθρέφτισμα της κρίσης της προσωπικής επικοινωνίας· οι άνθρωποι μιλούν λιγότερο, ακούν λιγότερο, καταλαβαίνουν λιγότερο τον άλλον αφού όλα γίνονται μέσω συσκευών, ηχογραφημένων μηνυμάτων, θορύβων φτιαγμένων από μηχανές. Έτσι η Αγάπη Χαίνουσα μετατρέπεται σε έναν στοχασμό πάνω στην απουσία αληθινής επαφής, αυθεντικού ήχου, δημιουργού.
[…]Μα τι πράγμα είναι η μουσική; […] Λένε ότι εξημερώνει τα ήθη, εξυψώνει τον άνθρωπο» [...] όχι. Ενεργεί, επηρεάζει τρομερά αλλά δεν εξυψώνει καθόλου την ψυχή. […] η αλήθεια είναι ότι τη διεγείρει. Πώς να σας το πω; Η μουσική με αναγκάζει να ξεχνιέμαι […] με μεταφέρει σε μια άλλη κατάσταση […] η μουσική ενεργεί όπως το χασμουρητό, όπως το γέλιο: δε θέλω να κοιμηθώ, αλλά χασμουριέμαι κοιτάζοντας κάποιον που χασμουριέται, δεν θέλω να γελάσω για τίποτα, αλλά γελώ ακούοντας γέλια». Τολστόι στη Σονάτα του Κρόιτσερ (σ. 90)
Η συνομιλία του Γκάντις με τη Σονάτα του Κρόιτσερ του Τολστόι (και βέβαια με τη μουσική του Μπετόβεν) δεν είναι καθόλου τυχαία καθώς η τελευταία λειτουργεί ως ηθική σκιά. Πρόκειται για ένα δυναμικό έργο, ειδικά το πρώτο μέρος, που διαγείρει τον ψυχισμό, οδηγεί στην παράνοια τον συζυγοκτόνο ήρωα αποκαλύπτοντάς του την ανικανότητα να διαχειριστεί τον εαυτό του, υπενθυμίζοντας ωστόσο ότι ακόμα και μέσα στη δίνη της σύγχυσης ο άνθρωπος στέκεται αντιμέτωπος με τις πράξεις τους. Ο κόσμος του Τολστόι, με τη βαθιά ανθρωποκεντρική του ματιά και τη σταθερή πίστη στη δύναμη της συνείδησης να μορφοποιήσει τη ζωή, λειτουργεί εδώ ως υπενθύμιση πως πίσω από το χάος των γεγονότων και των παθών υπάρχουν επιλογές που δεσμεύουν. Ο Τολστόι δείχνει ότι η μουσική μπορεί να είναι τόσο υπερβολικά ανθρώπινη, τόσο ζωντανή, ώστε να γίνεται εκρηκτική.
Στο βιβλίο του Γκάντις η τέχνη χρησιμοποιεί την απρόσωπη τεχνολογία που παράγει μουσική μέσα από συνθεσάιζερ, απομακρύνοντας έτσι τον καλλιτέχνη από το ίδιο του το έργο. Η σύγχρονη μουσική μηχανοποιείται μιμούμενη το ανθρώπινο χωρίς να το ενσαρκώνει.
Σε επίπεδο της μορφής κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει την παρουσία του Τόμας Μπέρνχαρντ η οποία είναι αναμφίβολα η πιο αισθητή. Ο καυστικός, μονόπλευρος, εμμονικός ρυθμός, η αδιάκοπη ροή μιας συνειδησιακής καταιγίδας χωρίς περιθώρια ανάσας, η ανακύκλωση μοτίβων και φράσεων, η κλιμάκωση της έντασης μέχρι το όριο του κωμικού, όλα αυτά συνθέτουν έναν λόγο όπου το παράπονο και η οργή μετατρέπονται σε ύφος. Ο Μπέρνχαρντ προτείνει μια μορφή όπου η σκέψη γίνεται παθολογία και η παθολογία μορφή· όπου η επιμονή, η στρέβλωση, η επιτάχυνση του λόγου παράγουν όχι απλώς ένα στιλ, αλλά έναν ιδιαίτερο τρόπο ύπαρξης. Ο παραληρηματικός λόγος στην Αγάπη Χαίνουσα
λειτουργεί ως ο καθρέφτης ενός εσωτερικού χάους, ενός νου που διασπάται μέσα στις εμμονές του, για να αποκαλύψει τελικά την ευθραυστότητα και τη βαθιά του αγωνία.
Έτσι, το βιβλίο συνομιλεί: με τον θρυμματισμένο κόσμο του Γκάντις, με την ηθική ένταση του Τολστόι και με τον εμμονικό ρυθμό του Μπέρνχαρντ. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο που διερευνά όχι μόνο τη σχέση τέχνης και ζωής, αλλά και τη βαθιά κρίση της ανθρώπινης επικοινωνίας στη σύγχρονη εποχή. Μια φωνή που πασχίζει να ακουστεί, ενώ ήδη χάνεται μέσα στο τεχνολογικό βουητό όπου η τέχνη άλλοτε αποκαλύπτει και άλλοτε σκοτεινιάζει την ανθρώπινη φύση, ενώ η μουσική άλλοτε αναστατώνει και άλλοτε αδειάζει τον άνθρωπο από μέσα. Ένα βιβλίο που τελικά δείχνει πως όταν η φωνή δεν βρίσκει ακροατή, τότε ακόμη και η πιο ισχυρή τέχνη μετατρέπεται σε κραυγή στο κενό.
Παράπονο, ειρωνεία, κούραση· η τέχνη δεν αντιμετωπίζεται ως παρηγοριά, αλλά ως δείκτης ότι κάτι έχει χαθεί. Μια αναγνωστική εμπειρία παγίδευσης στο ψυχικό τοπίο του αφηγητή, ακολουθώντας την καταδικασμένη σε συστροφή αυτοαναφορικότητά του.
Τελικά «Η μουσική είναι τρομερό μέσο…» (σελ. 91) (Σονάτα του Κρόιτσερ)· και η γλώσσα το ίδιο.