Χάρτης 89 - ΜΑΪΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-89/biblia/ta-soneta-pros-ton-orfea

Ένας αιώνας πέρασε από το θάνατό του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, του μύστη ποιητή που ταύτισε τη ζωή του με την ποίηση, μεταστοιχείωσε σε τέχνη το απόσταγμα της προσωπικής του περιπέτειας, τα τραύματα, τις δυσκολίες του να ακολουθήσει την πεπατημένη πορεία των ανθρώπων της εποχής του και της τάξης του. Αυτός ο ανέστιος και πλάνης δημιουργός, που με ασκητική αφοσίωση υπηρέτησε την τέχνη της γραφής, επέλεξε μια στάση ζωής, όπου το εγώ αίρεται, διαλύεται, όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιήσει ότι αποτελεί μέρος ενός ζωντανού όλου που τον υπερβαίνει. Ζητούμενο για το άτομο είναι ν’ ανοιχτεί στο σύμπαν, να εναρμονιστεί μαζί του και ν’ αποδεχτεί τη μοναδική και αναπόδραστη βεβαιότητα του θανάτου. Η ζωή συνοικεί με τον θάνατο και η αποδοχή αυτής της θέσης μας οδηγεί στη θέαση του ανοικτού. Αυτή την αίσθηση επιχειρεί να κοινωνήσει στους αναγνώστες του ο Ρίλκε μέσα από το ποιητικό του έργο και τις πολυάριθμες επιστολές του.
Το έργο του, όπως όλοι γνωρίζουμε, αγαπήθηκε, άφησε ενεργό αποτύπωμα στις δημιουργίες πολλών ποιητών του δυτικού ποιητικού κανόνα, αλλά και επικρίθηκε, αμφισβητήθηκε, κατά καιρούς, ως έργο απολιτικό, εστιασμένο αποκλειστικά στην εσωτερικότητα και περιορισμένο σε παλιές φόρμες. Ο Ρίλκε εξακολουθεί και σήμερα να ενδιαφέρει τους σύγχρονους ομοτέχνους του σε όλο τον κόσμο, να προκαλεί τους μελετητές της ποίησης να το διαβάσουν και να επιχειρήσουν ερμηνευτικές προτάσεις από ποικίλες οπτικές. Οι επανεκδόσεις του έργου του και οι μεταφραστικές απόπειρες να μεταφερθεί το έργο αυτό σε άλλες γλώσσες είναι ένδειξη ότι δεν αφήνει αδιάφορους τους αναγνώστες, έστω αυτούς τους λιγοστούς αναγνώστες που εξακολουθούν να μένουν πιστοί στην τέχνη της ποίησης. Έκδηλο το εκδοτικό ενδιαφέρον για μετάφραση έργων του Ρίλκε και στο ελληνικό εκδοτικό χώρο. Βλέπουμε τα τελευταία χρόνια να αυξάνονται οι μεταφραστικές δοκιμές έργων του Ρίλκε, με έμφαση στις Ελεγείες του Ντουίνο, έργο κλασικό της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Στα πενήντα ένα χρόνια του βίου του ο ποιητής έγραψε ποιήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, μυθιστόρημα και επιστολές, πολλές απ’ αυτές δοκίμια πολύτιμα για την κατανόηση της στάσης του απέναντι στη ζωή και την τέχνη. Ακαταπόνητος επιστολογράφος δημιούργησε, κατά γενική ομολογία, επιστολές ισάξιες του λογοτεχνικού του έργου. Οι πλέον δημοφιλείς και επιδραστικές είναι εκείνες οι δέκα επιστολές που έστειλε σε ένα νεαρό επίδοξο ποιητή, τον Φραντς Ξάβερ Κάπους, από το 1903 έως το 1908, όταν εκείνος του ζήτησε να διαβάσει τα ποιήματά του και να του πει ως έμπειρος δημιουργός τη γνώμη του. Αυτές οι επιστολές είναι τα Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, που, όπως φάνηκε λειτούργησαν για εκκολαπτόμενους δημιουργούς όλων των τεχνών σαν Ευαγγέλιο. Εκεί ο Ρίλκε υπερασπίζεται τη μοναχικότητα του δημιουργού, την αποκλειστική αφοσίωση στην τέχνη, τη στροφή προς εαυτόν, την εμπιστοσύνη στην εσωτερική σιωπή, την ενεργητική δημιουργική θέαση των πραγμάτων, τη μη εξάρτηση από τους ανθρώπους, «αν δεν βρίσκετε τίποτα κοινό με τους ανθρώπους, πλησιάστε τα πράγματα, αυτά δε θα σας εγκαταλείψουν ποτέ», τον έρωτα ως μύηση, ως μια πορεία προς την αγάπη που δεν εγκλωβίζεται σε συγκεκριμένο αποδέκτη, αλλά ανοίγεται συμπαντικά. Ένας οδηγός ζωής για τον άνθρωπο που επιθυμεί να ζήσει αυθεντικά.
Από τα νεανικά του χρόνια, από τα πρώτα λυρικά του ποιήματα τον απασχολούν φιλοσοφικά υπαρξιακά ερωτήματα, όπως ο σκοπός και το νόημα της δημιουργίας, η αυθεντικότητα της ύπαρξης, η υπέρβαση του φόβου για τον θάνατο, η αναζήτηση του Θεού, που την αντιλαμβάνεται ως μια μοναχική προσωπική περιπέτεια, μακριά από τα καθιερωμένα θρησκευτικά συστήματα. Τα ταξίδια του στην Ιταλία και κυρίως τα δύο ταξίδια στη Ρωσία (1899-1900) και η βαθιά πνευματικότητα που θα γνωρίσει εκεί επηρεάζουν καθοριστικά τον ψυχισμό και τη γραφή του. Από κει και πέρα βρίσκει τη δική του ποιητική φωνή.
Πολύ διαφωτιστικό για την εσωτερική περιπέτεια του ανθρώπου που έχει αποφασίσει να αφιερωθεί στην τέχνη με όλες τις συγκρούσεις, τους φόβους και τις αμφισβητήσεις είναι το μοναδικό μυθιστόρημα του Ρίλκε Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε, έργο το 1910, ένα μοντέρνο κείμενο που συνδυάζει πολλά αφηγηματικά είδη. Εδώ ο Ρίλκε, ως μοναχικός παρατηρητής προσπαθεί να κατανοήσει τη σκληρή πραγματικότητα, έρχεται αντιμέτωπος με τη μελαγχολία του, βιώνει το υπαρξιακό άλγος μιας συνείδησης που αγωνιά για τα ερωτήματα της ύπαρξης, ενώ παράλληλα κατατρύχεται από την ανάγκη να αφιερωθεί στη λογοτεχνία.
Μολονότι ο Ρίλκε ζει σε μια εποχή που εμφανίζονται και πρωτοστατούν μοντέρνα κινήματα, οι συγγραφείς προσπαθούν να εκφράσουν με πειραματικούς γλωσσικούς τρόπους τη ρήξη τους με έναν κατακερματισμένο κόσμο, εκείνος ακολουθεί τη δική του πορεία, δεν ενδίδει σε επαναστατικούς γλωσσικούς πειραματισμούς, επιλέγει την εσωστρέφεια, την αναδίπλωση στον εαυτό του, αναζητά μια άλλη γλώσσα εντός της γλώσσας και της παράδοσης για ν’ ακουστεί η φωνή των μικρών καθημερινών πραγμάτων, που μας περιβάλλουν, να εκφράσει το άρρητο, να επαναπροσδιορίσει το νόημα της γήινης παρουσίας του ανθρώπου. Πρωταρχικό του μέλημα παραμένει η εσωτερική ζωή. Τα πάντα περνούν μέσα από την εμπειρία και το βίωμα, το ποιητικό σύμπαν που δημιουργεί ο Ρίλκε δεν χωράει στον ορθολογικό και περιοριστικό κόσμο, ο ποιητής στρέφει το βλέμμα στο αχανές, το απροσδιόριστο Ανοικτό, στο χώρο των άπειρων δυνατοτήτων και των αέναων μεταμορφώσεων, όπου όλα τα φαινομενικά αντίθετα συνυπάρχουν. Ο ποιητής οφείλει να υπερασπίζεται την ενότητα της ζωής και του θανάτου και να αποκαλύπτει την πραγματικότητα στην ολότητά της, να γεφυρώνει τον ορατό με τον αόρατο κόσμο.
Τα Σονέτα προς τον Ορφέα μαζί με τις Ελεγείες του Ντουίνο είναι οι κορυφαίες ποιητικές συνθέσεις του Ρίλκε, θαρρείς όλο το προηγούμενο έργο του ήταν μια προετοιμασία για τη δημιουργία τους. Μελέτη θανάτου, φιλοσοφία ζωής. Είναι φανερή η συνομιλία των δύο ποιητικών συνθέσεων. Το ένα βιβλίο συμπληρώνει το άλλο. Οι Ελεγείες, δέκα ποιήματα σε ελεύθερο στίχο, όπου ο ποιητής διαπιστώνει με οδύνη την ανθρώπινη κατάσταση σε ένα κόσμο στον οποίο το άτομο νιώθει αποκομμένο από την αρχική πηγή της ζωής και αγνοεί τη σκοπιμότητα, το νόημα και την ουσία της ύπαρξής του. Ο ποιητής επισημαίνει την ανικανότητα των ανθρώπων να συνδέονται και να βιώνουν την αγάπη με πληρότητα, την αποτυχία τους να ελευθερωθούν από τα δεσμά μιας υλικής περιοριστικής πραγματικότητας, να αντιληφθούν ότι η ύπαρξή μας ακροβατεί ανάμεσα στις δύο δυσδιάκριτες επικράτειες του εδώ και του επέκεινα, σ’ αυτόν τον ενιαίο χώρο όπου ενοικούν οι άγγελοι, τα πλάσματα που μας υπερβαίνουν με την οδυνηρή ομορφιά τους και μας είναι δύσκολο να αντέξουμε την αλήθεια τους‧ δεν τολμούμε καν να την αντικρίσουμε. Η μορφή του αγγέλου δεσπόζει στις Ελεγείες, δείχνοντας το πλάσμα που γνωρίζει τους δύο φαινομενικά αντίθετους κόσμους και λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσά τους.
Ο ποιητής ξεκίνησε να γράφει τις Ελεγείες, στο κάστρο του Ντουίνο, στις ακτές της Αδριατικής το 1912, αλλά δεν μπόρεσε να τις ολοκληρώσει, παρά μόνο δέκα χρόνια αργότερα στο Μιζό, το 1922, χρονιά που κυκλοφορούν δύο κορυφαία έργα του μοντερνισμού, ο Οδυσσέας του Τζόις και η Έρημη Χώρα του Έλιοτ. Μια εποχή που οι άνθρωποι προσπαθούν να ανασυγκροτήσουν τις δυνάμεις τους μετά από ένα μεγάλο πόλεμο, βιώνοντας την πλήρη κατάρρευση αξιών, την αμφισβήτηση της πίστης στον Θεό και σε ιδανικά. Η εμπιστοσύνη στο μέλλον και στην τεχνολογία με την οποία ενθουσιωδώς είχε ξεκινήσει ο 20ός αιώνας δοκιμάζεται, ο ποιητής δεν παύει να εκφράζει τις ενστάσεις και τις ανησυχίες του γι’ αυτόν τον νέο κόσμο.
Τις μέρες που ολοκληρώνει τις Ελεγείες, μέσα σε μια δημιουργική καταιγίδα, σε τρεις εβδομάδες γεννιούνται και Τα Σονέτα προς τον Ορφέα, πενήντα πέντε ποιήματα σε δύο μέρη, είκοσι έξι στο πρώτο μέρος και είκοσι εννέα στο δεύτερο. Τα ποιήματα αυτά αποτελούν την εφαρμογή, την υλοποίηση όσων διατυπώθηκαν ως σκέψεις, προβληματισμοί, ως επιθυμίες και αναζητήσεις στις Ελεγείες. Περνάμε από τον θρήνο στον ύμνο. Γι’ αυτό καλόν είναι να διαβάζονται μαζί οι δύο συλλογές. Βρισκόμαστε στο 1922. Χειμώνας, Φεβρουάριος. Ο ποιητής βρίσκεται ήδη από το 1921 στην Ελβετία, έχει αποσυρθεί σ’ έναν μεσαιωνικό πύργο, στο Μιζό σε συνθήκες ηρεμίας και απομόνωσης. Για να ξαναπιάσει το νήμα της ποιητικής γραφής ξεκινά να μελετά και να μεταφράζει Βαλερί. Το παραθαλάσσιο νεκροταφείο του Γάλλου ποιητή επηρέασε καταλυτικά τη σκέψη και τη γραφή του. Τον Γενάρη του 1922 λαμβάνει μια επιστολή από τη φίλη του Γερτρούδη Κνόοπ, από την οποία πληροφορείται για την ασθένεια και τον θάνατο της νεαρής κόρης της. Η είδηση λειτούργησε προφανώς ως μία αφορμή, πυροδότησε την έμπνευση για τη γραφή των σονέτων, γι’ αυτό υπάρχει και ο υπότιτλος Γραμμένα ως ταφικό μνημείο για τη Βέρα Ουκάμα Κνόουπ, αν και μόνο δύο αναφέρονται ρητά στη νεαρή χορεύτρια. Το οικείο στη γερμανική ποιητική παράδοση θέμα του θανάτου της κόρης επανέρχεται με διαφορετικό τρόπο αυτή τη φορά. Η Βέρα πέθανε κι έγινε αγγελιοφόρος του άσματος του Ορφέα, πέρασε σε μια άλλη μορφή ζωής μέσα από τη τέχνη, έγινε αρμονικό τραγούδι στην ακοή του ποιητή
Σύμφωνα με τον τίτλο τα σονέτα ο ποιητής τα απηύθυνε στο μυθικό τραγουδιστή, τον γενάρχη της ποίησης και της μουσικής, Ορφέα. Το όνομά του παραπέμπει στο ταξίδι και την εμπειρία της καθόδου στον Άδη, στη διονυσιακή ένωση με τη φύση, και στην παράδοση του Ορφισμού και των ορφικών μυστηρίων. Οκτώ ποιήματα έχουν ρητή αναφορά στον Ορφέα, ο οποίος διαδέχεται τον άγγελο των Ελεγειών. Είναι ένας άνθρωπος-ποιητής που κατέβηκε στον Άδη και αναδημιουργεί τον κόσμο μέσω της τέχνης του, αναζητώντας την ολότητα της ύπαρξης και τη χαμένη αρμονία του κόσμου, αυτός που κινείται στις δύο φαινομενικά αντίθετες επικράτειες και τις ενώνει. Ο Ορφέας μετά το διαμελισμό του από τις Μαινάδες γίνεται ένα με τη φύση και συνεχίζει τα τραγούδια του μέσα από κάθε πλάσμα της φύσης. Στο δεύτερο μέρος δεν γίνεται λόγος φανερά για τον Ορφέα. Η καθαρή φωνή του ηχεί και εμπνέει τους δημιουργούς, στα ίχνη του πορεύονται. Στα σονέτα, τραγούδια λυρικά, μέσω της αποδοχής του θανάτου ο ποιητής εξαίρει τη μεταστοιχείωση, τη συνεχή ροή και τη μεταμόρφωση, χρησιμοποιεί εικόνες πραγμάτων που εμπεριέχουν δυνάμει την κίνηση, σύμβολα όπως της πηγής, της φλόγας, του ανέμου, του καθρέφτη, του του χορού για να μιλήσει εντέλει για τον θρίαμβο της ζωής, την πραγμάτωση της ποθητής συμφιλίωσης.
Τα Σονέτα προς τον Ορφέα αποτελούν μια πρόκληση για τον μεταφραστή. Ο έμμετρος λόγος, η αυστηρή φόρμα του σονέτου, η σχεδόν καθ’ υπαγόρευσιν της εμπνεύσεως δημιουργία των σονέτων, η πύκνωση των νοημάτων, η φιλοσοφική εσωτεριστική και μυστικιστική αντιμετώπιση της ζωής καθιστούν τα ποιήματα δυσνόητα και δυσχεραίνεται η απόδοση σε μια άλλη γλώσσα, ιδίως αν ο μεταφραστής θέλει να κρατήσει τους κανόνες του σονέτου. Απ’ αυτή την άποψη αντιλαμβανόμαστε ότι η Ιωάννα Αβραμίδου επιτέλεσε έναν μεταφραστικό άθλο. Επέλεξε να κινηθεί εντός των μετρικών δεσμεύσεων του σονέτου, να μην αγνοήσει τη μουσικότητα, τον ρυθμό και την ποιητικότητα του πρωτοτύπου. Έχοντας μελετήσει τις επιστολές του Ρίλκε, στις οποίες ο ποιητής εκθέτει το σκεπτικό της δημιουργίας των σονέτων αλλά και των Ελεγειών, η Αβραμίδου μένει πιστή στις θέσεις του ποιητή, δεν καταφεύγει σε δικές της προσωπικές ερμηνείες. Το επίμετρο της μεταφράστριας λειτουργεί ως μια κατατοπιστική εισαγωγή στη θεώρηση της ζωής και της δημιουργίας, όπως την αποτυπώνει ο Ρίλκε στο έργο του.
Γιατί και πώς διαβάζουμε σήμερα τον Ρίλκε; Τι έχει να πει ο Ρίλκε στον άνθρωπο του 21ου αιώνα, σε μια εποχή τεχνολογικής παντοδυναμίας, όπου οι καλλιτέχνες και τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα εν αφθονία αλέθονται στη μηχανή της κατανάλωσης; Τι μπορεί να σημαίνει ένας ποιητής αποκλειστικά και ασκητικά αφοσιωμένος στην πράξη της γραφής, που μας ανατρέπει τις βεβαιότητες και προϋποθέτει άλλους αναγνωστικούς ρυθμούς; Τον διαβάζουμε από φιλολογικό ενδιαφέρον; Από περιέργεια; Ή μήπως η ανάγνωση του έργου έρχεται να μας επαναφέρει σε μια εσωτερική συνομιλία, σε μια σχέση με τη σιωπή, ώστε ν’ αφουγκραστούμε το λόγο των πραγμάτων, ν’ αναζητήσουμε παραμυθία για την ανίατη μοναξιά της εποχής μας; Όπως εύστοχα παρατηρεί η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ σ’ ένα κείμενό της για τον Ρίλκε, γραμμένο το 1936, το οποίο μετέφρασε η Ι. Αβραμίδου και το επέλεξε ως εισαγωγικό κείμενο στα Σονέτα προς τον Ορφέα: «Επειδή εκείνος υπήρξε λυπημένος, η πικρία μας δεν είναι τόσο μεγάλη, είμαστε λιγότερο ανήσυχοι, διότι έζησε χωρίς καμιά ασφάλεια, είμαστε λιγότερο εγκαταλελειμμένοι, διότι ο ίδιος υπήρξε μοναχικός». Ο καθένας θα δώσει τη δική του εις εαυτόν απάντηση.