Χάρτης 89 - ΜΑΪΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-89/metafrash/epta-poiimata
Η Coral Bracho (Πόλη του Μεξικού, 1951) είναι ποιήτρια και μεταφράστρια από το Μεξικό. Υπήρξε μέλος του Sistema Nacional de Creadores de Arte του FONCA και υπότροφος του Ιδρύματος John Simon Guggenheim της Νέας Υόρκης. Έχει τιμηθεί, μεταξύ άλλων, με το Εθνικό Βραβείο Ποίησης Aguascalientes (1981), το Βραβείο Xavier Villaurrutia (2003), το Διεθνές Βραβείο Ποίησης Jaime Sabines-Gatien Lapointe (2011), το Διεθνές Βραβείο Ποίησης Zacatecas (2011), το Βραβείο Ποίησης του Λατινικού Κόσμου Víctor Sandoval (2016), το Εθνικό Βραβείο Γραμμάτων Sinaloa (2017) και το Διεθνές Βραβείο Ποίησης Federico García Lorca (2024). Οι εκδόσεις Pre-Textos έχουν δημοσιεύσει τις ποιητικές της συλλογές Ese espacio, ese jardín (2004), Cuarto de hotel (2008) και Poesía reunida (1977-2023) (2025).
Αυτό που βλέπεις εδώ δεν είναι
Αυτό που βλέπεις εδώ δεν είναι.
Κάποιος σου κρύβει ένα κομμάτι.
Είναι το θραύσμα
που δίνει το νόημα. Είναι η λέξη
που ανατρέπει την τάξη
του μυστικού σύμπαντος. Ο κρυφός
άξονας
γύρω από τον οποίο γυρίζει. Η ανάμνηση
που αρθρώνεις
δεν είναι. Λείπει ο χώρος
που ρυθμίζει
το χάος.
Κάποιος κινεί τα νήματα. Κάποιος
σε ωθεί να δράσεις. Αλλάζει τα σκηνικά,
τα ξανατοποθετεί. Αφαιρεί αντικείμενα.
Διασχίζεις ξανά
τον λαβύρινθο στο σκοτάδι. Το νήμα
που σου δίνουν εκεί
δεν σε βοηθά να βγεις.
Στην καρδιά του χρόνου
Ο χρόνος ενδίδει
και τα λεπταίσθητα
βάθη του μισανοίγουν. (Πόρτες
που προστατεύουν η μια την άλλη· που ανοίγουν η μια μέσα στην άλλη·
ίχνη, σημάδια θάλασσας). Ένα φθινόπωρο
από κορμούς και πεσμένα φύλλα. Στο βάθος του:
Η ημιδιάφανη λόχμη της ηδονής· οι μύχιοι κισσοί του:
Χρυσάφι:
φυλλώματα φωτός: Φωτιά ριζωμένη στο ανθισμένο μέταλλο,
και ένα λεπτό βρύο,
πυρακτωμένο.
Σημάδι του χρόνου
Ανάμεσα στον άνεμο και το σκοτάδι
ανάμεσα στην ανοδική ευφορία
και τη βαθιά γαλήνη,
ανάμεσα στο ιπτάμενο λευκό φόρεμά μου
και το σκοτεινό λαγούμι του ορυχείου,
τα γλυκά μάτια του πατέρα μου να περιμένουν· η πυρακτωμένη
του χαρά. Σκαρφαλώνω για να τον φτάσω. Είναι η γη
των μικρών άστρων, και πάνω της,
πάνω στις πλάκες της από πυρίτη, πέφτει ο ήλιος. Μεγάλοι θύσανοι
από χαλαζία, από πυρόλιθο. Στο βλέμμα του, στο φως που τον τυλίγει,
ζεστασιά κεχριμπαριού.
Με σηκώνει στην αγκαλιά του. Έρχεται κοντά.
Η σκιά μας γέρνει προς την πλαγιά. Με κατεβάζει.
Μου δίνει το χέρι.
Όλο το κατέβασμα
είναι μια σιωπηλή ευφορία,
μια σκοτεινή θαλπωρή,
μια πύρινη πληρότητα.
Κάτι σε αυτή τη γαλήνη μας σκέπει, μας προστατεύει
και μας ανυψώνει,
πολύ απαλά,
καθώς κατηφορίζουμε.
Όταν κάποιος μπαίνει σ’ ένα δωμάτιο
Όταν κάποιος μπαίνει σ’ ένα δωμάτιο
ο χρόνος και η πλοκή μετατοπίζονται
από το πλέγμα της στιγμής του. Κάθε
ελάχιστη λεπτομέρεια, κάθε χειρονομία,
κάθε νοητικός χώρος και η αίσθησή του
διυλίζουν το βιωμένο πλαίσιο,
ελαστικά παρεμβαίνοντας, κλίνουν.
Αμέτρητες πιθανές συμπυκνώσεις
αφυπνίζονται,
απελευθερώνονται. – Όλες συγχρονίζονται
και αλληλεπιδρούν:
Η πέτρα
που πρόκειται να πέσει
αλλάζει το πηγάδι
και το νερό
που, αναπόφευκτα, στην πτώση της,
την μεταμορφώνουν.
Όλοι μπαίνουν στο δωμάτιο,
όλοι το παρατηρούν.
Από το φως αυτό
Από το φως αυτό που χτυπά, με τη λεπτή του φλόγα,
την αιωνιότητα. Από αυτόν τον φροντισμένο κήπο,
απ’ αυτή τη σκιά.
Ανοίγει το κατώφλι του ο χρόνος,
και μαγνητίζει
τα αντικείμενα.
Βυθίζονται μέσα του,
και αυτός τα συγκρατεί:
διάφανα, στρογγυλά,
γενναιόδωρα. Νωπογραφίες που σφύζουν απ’ τον χαρμόσυνο όγκο τους,
απ’ την εορταστική λάμψη τους,
απ’ το αστρικό βάθος τους.
Στέρεα και ευδιάκριτα
συμμαχούν με τον χώρο
και τη στιγμή, στο τέλειο περιβόλι τους
για να γίνουν αισθητά. Όπως πέτρες ακριβείς
μέσα σε κήπο. Όπως τα ίχνη των σφαλμάτων
σε έναν ναό.
Μια πόρτα, μια καρέκλα,
η θάλασσα.
Η παρωχημένη λευκότητα
στο βάθος του τοίχου. Οι λεπτές γραμμές του
που όλες δείχνουν προς το κέντρο.
Το αλμυρίκι φέγγει λαμπερό
μες στο πηχτό σκοτάδι.
Η στάμνα απελευθερώνει τον ηλιακό
ήχο του νερού.
Και η αιώνια θέρμη των χεριών της· μες στην πυκνή νύχτα,
την απέραντη και ξέχειλη νύχτα μες στα χειμαρρώδη βάθη της,
η λατρευτή θαλπωρή της.
Ας πέσει εκείνη η ψιλή βροχή
Σ’ αυτή τη σκοτεινή αλήθεια
που ανοίγει τα πέπλα της και τις μεθυσμένες της παλίρροιες
για να μας προστατεύσει,
που ανοίγει τα θλιμμένα της φτερά για να μας αποδιώξει,
για να πει πως ναι,
ας πέσει εκείνη η ψιλή βροχή πάνω στο κατώφλι·
ας πέσει σαν φτερούγισμα, σαν αστραπιαία εισβολή.
Σαν αγγελιαφόρος που, μούσκεμα και φλεγόμενος από πυρετό,
έρχεται από μακριά.
Φέρνει τα έγγραφα, φέρνει τις λέξεις.
Όμως το σχέδιο της βροχής απλώνεται
και δεν αφήνει ν’ ακουστεί, δεν αφήνει να φανεί
εκείνο που συμβαίνει.
Εκείνο που ζυγώνει,
εκείνο που μας μιλά
και μας αρπάζει βίαια από τους ώμους,
εκείνο που βοά και μας τραντάζει
είναι η βροχή,
είναι το όριο που διαλύεται.
Αναρριγούμε, φλεγόμενοι, μπροστά σ’ εκείνη την πόρτα,
μπροστά σ’ εκείνη την ανασηκωμένη γέφυρα
που κανείς δεν κατεβάζει.
Κανείς δεν είναι έτοιμος ν’ ακούσει.
Αυτή η σκοτεινή αλήθεια, αυτή η αιωρούμενη ελαφρότητα,
σαν το βουητό άπειρων νυχτερίδων,
όλες ψηλαφώντας,
όλες αναβλύζοντας μαζί
στις άγρυπνες στοές του αίματος,
όλες προσπαθώντας
να δραπετεύσουν απ’ τους πύργους.
Για να πει πως ναι,
ας πέσει εκείνη η ψιλή βροχή πάνω στο κατώφλι,
ας πέσει πάνω στους τοίχους·
και αργά ας τους σβήνει.
Αυτός ο χώρος, αυτός ο κήπος (απόσπασμα)
Αυτό το απτό μεδούλι ξέχειλης τρυφερότητας
αυτή η λεπτή
πίσω όψη.
Και οι νεκροί εκεί επιστρέφουν.
Από εκεί μας παρατηρούν, μας καθρεφτίζουν, μας κυκλώνουν
για να δουν.
Ενώνουν
το φως του χρόνου, τα ανοιχτά, ατέλειωτα,
δώματα του χρόνου, το πλέγμα γεγονός
τις υπερχειλισμένες αντηχήσεις του στο ζενίθ
μιας κατορθωμένης γυμνότητας: αυτή η χαρά που επιστρέφει ανόθευτη.
Αυτή η ακτινοβόλα
ιλαρότητα. Αυτό το αρχέγονο γέλιο
και η ραγισματιά του.
–Όπως μια πηγή, ένα φυλαχτό. Η κρυφή κρήνη
ενός κήπου.
Αυτό το περιβόλι, αυτή η διαρπαγή
που κληρονομούμε
σαν μια διάφανη μελωδία μες στη νύχτα, σαν μια αναλαμπή,
μια απορία
αυτό το σώμα
***
και η δίψα του.
–Από εκεί μας μιλούν, από εκεί μας καλούν, όπως μέσα σε όνειρα.
Μας κουβαλούν από το ένα όνειρο
στο άλλο.
Από το ένα όνειρο στο άλλο μας ιχνογραφούν, μας αποκαλύπτουν.
Σαν τις πιο θολές γραμμές ενός τοπίου.
Σαν αναπνοές. Από το ένα όνειρο στο άλλο αποζητούμε
τη σταθερότητα: αυτή τη φωτιά
που μαγεύει, που διαρκεί.
Αυτό το πάθος που ριζώνει,
αυτή την έκσταση, και τη δίχως όρια αντίστιξη,
αυτό το συναίσθημα που γεννάει. Και στο βλέμμα σου ανοίγεται
αυτό που ακόμα καθρεφτίζει.
Ενώνουν
το φως του χρόνου, τα ανοιχτά, ατέλειωτα δώματα του χρόνου,
οι διαβατοί λαβύρινθοι, τα περιεκτικά συμβάντα.
Αυτή η αναπνοή.
αυτός ο αρχέγονος χυμός, που μας αποκαλύπτει, που μας σκεπάζει
σαν κύμα,
σαν μια συγχορδία: Αυτά τα οικεία περιγράμματα.
Μια κοφτή περιδίνηση γυαλιού. – Μια ακμή φωτός.
Μια υφή. Μια λέξη.
– Γιατί ο θάνατος έχει ριζωμένα τα άκρα του
στης ζωής την ξέχειλη καρδιά
σε αυτά καίγεται,
σε αυτά ενδίδει, σ’ αυτά ενώνει
όλη αυτή τη λόχμη.