Χάρτης 89 - ΜΑΪΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-89/poiisi-kai-pezografia/idatino
ἄριστον ὕδωρ
Ι
Εκεί που πεύκα σμίγουνε του πέλαου την αλμύρα
μια πόλη με παράκτια θέρετρα στη σειρά
―Ορίων και Σεμίραμις, Ακταίον και Παλμύρα―
ιαματικά χαρίζεται στους άρρωστους λουτρά.
Στη λεωφόρο η άπαυτη ροή των οχημάτων
τις μέρες τις εργάσιμες διασχίζει βιαστικά,
ποτάμι, μια παράταξη διπλή καταστημάτων
μ’ ενδύματα κι αρώματα, δίσκους, καλλυντικά.
Τ’ άγαλμα κάποιου ποιητή στην προκυμαία υπάρχει,
όμως τ’ αλάτι τού ‘σβησε τ΄ όνομα από καιρό,
ποιητή με την υπέρκαλη μορφή του Ταξιάρχη,
κι ας μην κρατάει το σπαθί σφιχτά το φεγγερό.
Μπροστά από τη τζαμόπορτα με πράσινες τις τέντες
―λάμπουνε στις βιτρίνες της γλυκίσματα πολλά―
βομβώντας όπως γυάλινη κυψέλη απ’ τις κουβέντες
η Αμαρυλλίς το ξακουστό μελίλωτο πουλά.
Κι ένας κινηματόγραφος υπαίθριος προβάλλει
―ενώ της νύχτας οι πνοές στις λεύκες αντηχάν―
αρχαίες ταινίες στη λευκή του οθόνη τη μεγάλη,
Κάσμπα, Δεσμώτης μιας Νεκρής, το Ρόδο του Ισπαχάν.
Μέσα απ’ τα πεύκα τα πυκνά και τα ηλιοφωτισμένα,
ίδια λαμπάδες πράσινες που λάμπουν θαλερά,
λαμπρές επαύλεις της χαράς λευκάζουν ολοένα
κι από τα μάτια κρύβονται ξανά τα φθονερά.
Κι η θάλασσα ν’ απλώνεται, γλαυκό σεντόνι, μπρος μου
μ’ αύρα υφασμένο και με φως κι ανάλαφρο νερό,
για να λουστούν ολόγυμνες όλες οι αυγές του κόσμου
και καθαρές να σύρουνε της μέρας το χορό.
ΙΙ
Των ουρανών το κρύσταλλο χαράζει σαν διαμάντι
αιφνίδια κάποια διάφανη κι ολόφωτη ριπή
―χρησμός των δέντρων η βοή στ’ αυτιά του φυλλομάντη―
κι απλώνεται ως τα πέρατα της πλάσης αστραπή.
Της θόλου το ημικύκλιο, κάτω από τα Γεράνεια,
λουσμένο στην ανατολή και σ’ ορθρινή δροσιά,
π’ όρμου παφλάζουνε νερά στη βάση του γεράνια,
πεύκων και σχοίνων θαλερή τυλίγει χλωρασιά.
Και το γλαυκό, της θάλασσας, υγρό, πελώριο τάσι
τινάζει στον ορίζοντα γοργές αναλαμπές.
Άσε το βλέμμα σου σ’ αυτό με λάμψη να χορτάσει
και στο παράλιο του νερού τέμενος τώρα μπες.
Με μάρμαρα απ’ τα Αλάβαδνα, στιλπνοί κι άθραυστοι κρίνοι,
είναι φτιαγμένο το ιερό των άχραντων νερών-
ύδατα αέναα κυλούν απ’ τη γαλάζια κρήνη
σαν τη διάρκεια την πυκνή των συμπαγών ωρών.
Ο Πάνας των ψηφιδωτών με το σουραύλι παίζει
τις νεροκόρες σέρνοντας σ’ ανάλαφρο χορό,
που μια τους για των προσφορών σηκώνει το τραπέζι
στάμνα γεμάτη αθάνατο, θαυματουργό νερό.
Και μέσα από τα υποχθόνια της γης απόκρυφα άντρα
μια νύμφη πάντα ακοίμητη και βράδυ και πρωί
στα υδάτινά της νήματα, πασίχαρη ανυφάντρα,
την όλβια υφαίνει των νερών αστείρευτη ροή.
Και τότε με τα χέρια της η μυστική Κυάνη
σου φέρνει από την πιο βαθιά και λαμπερή πηγή
αγίασμα ιαματικό κι αμβρόσιο για να γιάνει
κάθε του σώματος πικρή και της ψυχής πληγή.
ΙΙΙ
Σφιχτά κρατά στα χέρια του κι ο Ορφέας των υδάτων
σαν άγιο δισκοπότηρο κύπελλο με νερό
γεμάτο από τη γαλανή ψυχή των αθανάτων,
να μεταλάβεις με χαρά το νάμα δροσερό.
Κοίτα πώς το ποτήρι αυτό σηκώνει προς τον ήλιο
―αρχιερέας, θαρρείς, μαζί μεγάλος κι αδερφός―
που λάμπει σαν αναλυτό διαμάντι και βηρύλλιο
κι όλο μέσα στο κρύσταλλο θησαύρισε το φως!
Στης Ελευσίνας τ’ άδυτο το θείο κυκεώνα
σα ν’ ακουμπάν τα χείλη σου, πιες απ’ αυτό κι εσύ,
ή στα βαθιά σπλάχνα της γης κλεισμένο εδώ κι αιώνα
απ’ αμφορέα βαρύτιμο μελίρρυτο κρασί.
Φερμένο για τη δίψα σου στο πυρωμένο θέρος
είναι από νέφους πιο ελαφρύ γρήγορο σταλαγμό
κι απ’ την ουσία τη γλαυκή φτιαγμένο, λες, του αιθέρος
και νέο σαν της νέας αυγής τον πρώτο ροδαμό.
Πώς νιώθεις τώρα το νερό γάργαρο να κυλάει
μες σ’ όλο το πολύκλαδο το δέντρο των φλεβών.
το δέντρο που ανυψώνεται βασιλικά στο πλάι
ευφραίνοντας τις ρίζες του στη λίμνη του Εσεβών.
Και πίνεις, πίνεις το νερό και δίχως να χορταίνεις
σα να ρουφάς αμόλυντο και λαμπερό ουρανό,
για να γεμίσεις τη δροσιά όλης της οικουμένης,
μέχρι να γίνει το αίμα σου κι εκείνο γαλανό.
ΣΤΟ ΖΩΟΔΟΧΟ ΤΟ ΝΕΡΟ δόξα κι όλης της πλάσης,
που τρέχει πάντα αμόλευτο κι αθρόο και διαυγές
απ’ τα υπερώα τ’ ουρανού, τα βάθη της θαλάσσης,
από ποτάμια, σύννεφα και στέρνα και πηγές.