Χάρτης 89 - ΜΑΪΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-89/poiisi-kai-pezografia/sezon
Προσπαθώ να βγάλω την άμμο από την κάλτσα μου χωρίς να χώσω το χέρι μέσα στο παπούτσι. Ο κύριος Στέλιος φωνάζει όταν κάνουμε μαϊμουδιές μπροστά στους πελάτες. Οι πατούσες μου έχουν ξεφλουδίσει ήδη δύο φορές. Έχουν σκληρύνει και δε νιώθω πια ούτε πόνο ούτε κάψιμο. Η άμμος όμως εξακολουθεί να με τρώει. «Δε βγαίνει η βάρδια με παντόφλα», καλά μού τα ‘λέγε ο Προκόπης από την αρχή της σεζόν, «πες στη μάνα σου να σου στείλει τ’ αθλητικά». Κοιτάω πίσω από το beach bar, προς το ξενοδοχείο, στο υπόγειο που συγκατοικούμε εγώ, αυτός και ο μάγειρας μήπως και τον δω να καταφτάνει. Έχει ήδη αργήσει ένα μισάωρο και δεν απαντά στο κινητό.
«Τζέλλος;», φωνάζει ο κύριος Στέλιος στο ακουστικό μου. Στρώνω την άμμο ενώ τον παρακολουθώ να πηδάει από το deck στην παραλία. Όλο το προσωπικό τον φωνάζουμε κύριο Στέλιο και τού μιλάμε στον πληθυντικό. Είναι ένας ημίτρελος πενηνταπεντάρης με λαιμό χοντρό σαν του μπουλντόγκ και κοιλιά σκληρή και στρογγυλή σαν το καβούκι χελώνας. Από πιτσιρικάς δουλεύει για τον Λάππα. Πρώτα λάντζα, μετά σερβιτόρος, μπάρμαν, σωματοφύλακας, αυτοφωράκιας και τώρα υπεύθυνος στα μαγαζιά.
Μου κάνει νόημα να συναντηθούμε στο πάσο.
«Τι μου τα ζαλίσατε με τις βάρδιες; Τις χωρίσαμε ορίστε, που ΄ντος; Βλαμμένα είστε; Ούτε καν οχτάωρο δε δουλεύετε, ρε μαλακισμένα, μη χέσω τα νιάτα σας! Στην ηλικία σας εγώ δούλευα 15 ώρες την ημέρα, κάθε μέρα, Μάιο με Σεπτέμβρη. Τι με κοιτάς;». Παρατηρώ τον ιδρώτα να στάζει από την φαλάκρα στο χαβανέζικο πουκάμισο που φορά ξεκούμπωτο ως τη μέση. «Που είναι ο Προκόπης, ρε;», ξαναρωτά. «Οι Κινεζούλες στο 10 είδα παραγγείλανε πλατό και Dom. Έχε το νου σου ε! Με το που βγουν πάσο, απογειώνεσαι! Τα πας όλα σβέλτα και νοικοκυρεμένα. Μη δω κόκκο άμμου σε στρείδι ή κάνα μισό λιωμένο παγάκι»
«42 βαθμούς έχει πάλι σήμερα κύριε Στέλιο»
«Τζέλλο συγκεντρώσου! Θέλω να ξανάρθουν οι Κινέζες. Είναι φορτωμένες. Νοικιάζουν στις βίλες του Πάντου. Κοίτα μην τα κάνεις θάλασσα, θα στα κρατήσω απ’ τον μισθό»
«Ποιο μισθό; 12 Αυγούστου έχουμε κύριε Στέλιο και ακόμα τίποτα»
«Δεν πήρες τον Ιούλιο;»
«Μόνο 250»
«Παίρνεις και τα tips, μην κλαίγεσαι»
«20 ευρώ τη βδομάδα;»
«Ναι ρε Γιαννάκο γιατί; Σιγά τα έξοδα που έχεις. Εδώ δεν τρως;»
«Όχι»
«Θα τα πάρεις, ρε καρμίρη, τα λεφτά! Θα στο φάει το χιλιάρικο ο Λάππας; Την ανάγκη σου έχει; Κοίτα να μάθεις τη δουλειά που δεν ξέρεις που σου ‘παν τα τέσσερα!»
«2 είναι τα χιλιάρικα κύριε Στέλιο»
«Ρε Τζέλλο εγώ στα χρωστάω; Μια χάρη είπα να κάνω στον πατέρα σου να σε πάρω μπας και μάθεις να κάνεις τίποτα άλλο αφού μπάσκετ γιοκ και μ’ έχεις πρήξει με τη μίρλα σου»
Κοιτώντας τον σταθερά στα μάτια, σκύβω και βγάζω το αριστερό μου παπούτσι. Δε λέω κουβέντα ενώ αδειάζω αργά την άμμο από μέσα.
«Ρε Γιάννη τα βλέπεις, δεν έχει κόσμο», μαλακώνει. «Τζάμπα πήγαν και ο Ιούνης και ο Ιούλης. Κάνε υπομονή να ρολάρουμε λιγάκι και θα τα πάρεις τα λεφτά. Κανονικά αλλού πληρώνουν Οκτώβριο, μετά το τέλος της σεζόν»
«Με το ψυγείο και το air condition που δεν δουλεύουν τι θα γίνει κύριε Στέλιο; Ζούμε τρία άτομα σε τριάντα τετραγωνικά. Βράζει ο τόπος, δεν έχουμε κρύο νερό να πιούμε. Κοιμόμαστε με κατσαρίδες και ποντίκια»
«Αφού σου είπα, ρε Τζέλλο, ψάχνω μάστορα, άντε βρες τους Αυγουστιάτικα»
«Να πάρουμε τον ανεμιστήρα του μπαρ;»
«Χέσε μας, ρε Γιάννη, που θ’ αφήσω το μπαρ χωρίς ανεμιστήρα για να κοιμάστε στα δροσερά οι πριγκίπισσες!», λέει και σβήνει το τσιγάρο του σ’ ένα από τα καθαρά τασάκια. «Γιαννάκη έχω να ξοφλήσω κάβα, να πληρώσω προμηθευτές, τα γαμημένα τα όστρακα δεν φεύγουν κ σαπίζουν, λάντζα δεν έχω βρει σταθερή, το Μαράκι έχει περίοδο και δεν μπορεί να σερβίρει το βράδυ και έχω και σένα να κλαψουρίζεις. Άκου Γιαννάκο, εδώ στα «3 Αστέρια» έρχεται για δουλειά όποιος θέλει και μένει όποιος αντέχει, κατάλαβες; Που’ σαι, το νου σου, το βράδυ σε χρειάζομαι στο εστιατόριο, εντάξει αγορίνα μου;»
«Κύριε Στέλιο διπλοβάρδια;»
«Και τι θες να κάνω ρε Γιάννη που αδιαθέτησε η Μαρία; Ποιος θα σερβίρει; Εγώ; Τι να πρωτοκάνω; Ούτε εξάωρο ρε δε δούλεψες σήμερα. Νέο παιδί, ντροπή. Όπα για δες τι σκάει!», με σκουντάει. Τρία μαύρα Wrangler φρενάρουν και σταματάνε ακριβώς μπροστά από το Σωτήρη τον παρκαδόρο. «Έλα έφυγες!», μου λέει και με σπρώχνει.
Ακόμα κι από μακριά την αναγνωρίζω από τον τρόπο που περπατά. Το ένα πόδι μπροστά απ’ το άλλο, σταθερή σαν άλογο, βήμα της δε βουλιάζει στην άμμο. Η Σοφία που μετακόμισε με τη μάνα της στην Καρδίτσα, πίσω στη γιαγιά. Λένε πως ο πατέρας τους εγκατέλειψε για μια γκόμενα δυο τρία χρόνια μεγαλύτερη απ’ την κόρη του. Πώς είναι δυνατόν να παρατήσει κανείς τη Σοφία; Το κεφάλι μου ζυγίζει 100 κιλά. Γεμίζω με πάγο δύο σαμπανιέρες και πριν φύγω για παραγγελία στέλνω μήνυμα στον Προκόπη.
Την παρέα την γνωρίζω. Καρδιτσιώτες από φραγκάτους γονείς, σκάνε στα μαγαζιά και κάνουνε λεζάντα. Ο μεσαίος γιος του Αγγελούση με τα φαρμακεία, έχει αναλάβει ένα από αυτά αλλά ούτε που πατάει. Οι δίδυμες κόρες του ίδιου του Λάππα, τους έχει ανοίξει μαγαζί με ρούχα στο κέντρο δίπλα από το σιντριβάνι και οι δύο καινούριες μεταγραφές του ΑΣΚ. Ο ένας μαύρος, Αμερικάνος, Davidson λέγεται, έπαιζε ήδη δύο χρόνια στο NCAA*. Δεν έχω ιδέα τι ήρθε να κάνει στην Καρδίτσα και τέλος ο τέταρτος της παρέας ένας βλάκας μεταγραφή από Λάρισα. Η παρέα απλώνει και βολεύεται στις κρατημένες ξαπλώστρες μπροστά στη θάλασσα, 60 ευρώ το σετ.
«Ωχ, που ‘σαι Τζέλλος;», με αναγνωρίζει ο γιος του Αγγελούση. «Τι κάνεις εσύ εδώ; Εδώ δουλεύεις;»
«Όχι, κολυμπούσα και σας είδα και είπα θα διψάτε», λέω ενώ γεμίζω με πάγο και νερό τα ποτήρια τους.
«Κλασικά όλο εξυπνάδες ο Τζέλλος από μικρός. Φαντάζομαι τα παιδιά τα ξέρεις»
«Ναι πως… Καλησπέρα».
«Νίκο, έπαιζε και ο Τζέλλος στον ΑΣΚ», λέει στον Λαρισαίο που πήρε τη θέση μου στην ομάδα. «Πώς είναι τα γονατάκια σου;», με ρωτάει δήθεν θλιμμένα αλλά εμένα το μόνο που με απασχολεί είναι η άμμος στην κάλτσα που πάλι με τρώει. «Έπαθε χιαστούς ο Τζέλλος».
«Και τους δύο; Σκληρό. Και τώρα τι; Μπάσκετ γιοκ; Τι θα κάνεις;», με ρωτά ο Μηλιώνας.
«Ξέρω ‘γω; Εστίαση»
«Ωραία, να παραγγείλουμε τώρα;», πετάγεται μια από τις δίδυμες.
«Ναι βέβαια», λέω και βγάζω το pda.
«Θα μπορούσες πρώτα να σκουπίσεις λίγο την άμμο από την ξαπλώστρα μου;», με ρωτάει η άλλη.
«Ρε Ηλέκτρα;», φωνάζει η Σοφία, «δηλαδή κάπου έλεος. Σκούπισε την μόνη σου!».
«Αδύνατον! Δεν μπορώ. Με ανατριχιάζει το texture», απαντά εκείνη καθώς όλοι την κοιτάμε. «Τι; Αλήθεια είναι, πες τους Κλειώ», στρέφεται στην αδερφή της. «Από μωρό με το που με άφηνε η μητέρα μας στο σκάμμα στην παιδική χαρά, έβγαζα κοκκινίλες και εξανθήματα. Τα ίδια και στην παραλία όταν με ακουμπούσανε στην άμμο! Με τρέχανε σε διάφορους γιατρούς και μου κάνανε όλο τεστ και εξετάσεις. Τελικά ανακαλύψαμε πως πάσχω από μια ψυχοσωματική αλλεργία στις χωμάτινες υφές» λέει και δε μιλάει κανείς. «Πες ρε Κλειώ!», επαναλαμβάνει.
«Ισχύει», απαντά αδιάφορα η Κλειώ ξεφυλλίζοντας το περιοδικό της. «Ούτε σε χωματόδρομο περπατάει ξυπόλητη, ούτε ρεβίθια τρώει, ούτε φάβα. Θα μου φέρεις τώρα ένα φρέντο καπουτσίνο μέτριο με μαύρη ζάχαρη;»
Το μαύρο t-shirt με το λογότυπο «3 Αστέρια» με στενεύει στην πλάτη ενώ οι μασχάλες μου στάζουν. Ο καύσωνας μ’ έχει ταπεινώσει. Πλησιάζω την βάση της ομπρέλας και σκύβω να πιάσω το βουρτσάκι με το φαράσι.
«Επ, τι έχουμε εδώ; Καλώς τα παιδιά», λέει ο Προκόπης και με χτυπάει στην πλάτη. «Σχόλασες», μού χαμογελά και μου παίρνει το φαράσι απ’ τα χέρια.
Ξαπλώνω στο κρεβάτι και ακούω το βουητό του εξαερισμού. Πνίγομαι από την υγρασία. Πιάνω το μπουκάλι από το πάτωμα αλλά το νερό είναι κάτουρο. «Κάποιου είδους αποθήκη πρέπει να ήταν αυτό το αχούρι», υποστηρίζει ο Θανάσης, «και με το που έσφιξαν οι κώλοι το γύρισαν σε σπίτι για το προσωπικό». Βγαίνω στην αυλή και ψάχνω τον Σπύρο και την Κική, τα γατιά που ταΐζουμε από την αρχή της σεζόν. Έχω μπροστά μου άλλες έξι ώρες βάρδια οπότε μπαίνω για μπάνιο. Στερεώνω το τηλέφωνο στο ντους και αφήνω το κρύο νερό να με χτυπήσει στο κεφάλι. Κλείνω τα μάτια και χώνω την μούρη μου στο μαύρο αθλητικό μπουστάκι της Σοφίας. Τα βυζάκια της μυρίζουν καρύδα και αναπνέω βαθιά. Δαγκώνω απαλά τη ρώγα της ενώ με την παλάμη μου τυλίγω το κεφάλι μου.
Όταν φτάνω στο Seashell, στα τραπέζια 5 και 12 κάθονται ήδη πελάτες.
«Μαλάκες τουρίστες», βρίζει ο κύριος Στέλιος, «έρχονται να φάνε από τις 8 σαν τις γριές. Άργησες»
«Κανονικά δε δούλευα». Με κοιτάει αυστηρά και μου δίνει το pda.
«Πάλι δεν έχει μπαταρία», διαμαρτύρομαι.
«Βάλτο να φορτίσει. Λοιπόν άκου, στις 10, περιμένουμε δύο κρατήσεις, μεγάλες. Δες την ατζέντα και στήσε. Οι παρέες είναι καλές και με λεφτά και μάλιστα η μία, Παναγόπουλος, είναι προσωπικός φίλος του Λάππα οπότε σε θέλω σούζα! Πρότεινέ κρασιά και στο τέλος γλυκά. Αν και αυτά ίσως τους τα κεράσουμε, θα δούμε. Να είσαι άψογος! Μη μιλάς, έτσι κι αλλιώς όλο μαλακίες λες. Ν’ ακούς και να χαμογελάς και συνεννοήσου με το Θανάση να έχετε ροή στρωτή. Μ’ ακούς;», ρωτάει και συνεχίζει. «Όχι όπως την προηγούμενη φορά που πήξαμε. Με ρέγουλα οι παραγγελίες, να προλαβαίνει η κουζίνα. Λάντζα βρήκα αλλά μισή», λέει και ανάβει τσιγάρο, «θα ‘ρθει στις 10, η κόρη του Αντίς. Δες τι ώρα θα φύγει να μου πεις. Μ’ ακούς ρε σου λέω;».
«Ανήλικη δεν είναι αυτή;»
«Που τα βρήκα αυτά τα ούφα φέτος, την παναγία μου μέσα; Δεν ξαναπαίρνω άσχετους για σεζόν, τελευταία φορά! Τι μαλακίες είναι αυτές που φοράς; Δεν έχεις κανένα λινό παντελόνι;».
«Όχι», απαντάω και φεύγω για το 9 που μου κάνει νόημα.
Όταν μπαίνω στην κουζίνα ο Θανάσης κόβει σαλάτες. Έχει κρατήσει μερικά μπριζολάκια από ένα τραπέζι που περίσσεψαν αλλά του λέω πως θα φάω στο κλείσιμο γιατί το στομάχι μου είναι σκατά.
«Τα έμαθες για τον Προκόπη;», με ρωτά με την πλάτη γυρισμένη. Κοιτάω προς το beach bar σαν να μην υπάρχει τοίχος. Βγαίνω από την κουζίνα και κατευθύνομαι στις τουαλέτες. Μπαίνω στις ανδρικές και περιμένω τον κύριο Στέλιο να βγει.
«Τι έγινε με τον Προκόπη;», ρωτάω. Ρουφάει την μύτη του και ανοίγει τη βρύση να πλυθεί.
«Α ναι…ξέχασα να σου πω, τίποτα το σπουδαίο»
«Πού είναι ο Προκόπης, ρε μαλάκα, θα πεις;»
«Μην ανησυχείς ρε Γιάννη, ηρέμησε! Απλώς λιποθύμησε λιγάκι»
«Τι; Πότε;»
«Θα μας ακούσουν οι πελάτες, ηρέμησε. Μια χαρά είναι ο Προκόπης. Μια ζαλάδα του ήρθε. Μετά από δυο τρία λεπτά, συνήλθε. Του δώσαμε νερό, του κάναμε αέρα. Όλα μια χαρά»
«Νοσοκομείο τον πήγατε; Πού είναι τώρα;»
«Τι εννοείς που είναι; Στη βάρδια, πού αλλού; Ηρέμησε σου λέω. Τον ανέβασα μπαρ και παραλία κατέβηκε ο Ανέστης. Τι με κοιτάς ρε Γιάννη; Έχουμε δουλειά, Σάββατο είναι… Εγώ που με βλέπεις έχω δουλέψει δέκα ώρες βάρδια, πήγα λίγο ξάπλωσα και μετά ξαναδούλεψα άλλες δέκα! Εδώ Γιαννάκο έρχεται για δουλειά όποιος θέλει αλλά μένει όποιος αντέχει», επαναλαμβάνει και ξαναμπαίνει στην τουαλέτα. «Να κεράσω;»
«Άντε ρε γαμήσου!», λέω και βγαίνω έξω.
«Πέρνα μ΄ ρε πλιζ 200 ευρώ. Καίγεται ο κώλος μ'», διαβάζω το μήνυμα του Προκόπη. «Που να τα βρω ρε μαλάκα; Είσαι καλά; Τι έγινε;», απαντάω και πάω να μαζέψω το 12.
Επιστρέφω στο πάσο και ο κύριος Στέλιος με περιμένει ήδη εκεί.
«Μαργαρίτα δε γουστάρεις; Έλα άστα αυτά. Πάμε ν’ αράξουμε, δεν έχει πελάτες. Άμα έρθει κανείς πάει ο Θανάσης»
«Και στην κουζίνα ποιος θα μείνει;»
«Ο Αντίς. Τα ‘χει έτοιμα πίσω τα κάρβουνα»
«Ακόμα δε δουλεύει ο φούρνος;»
«Γιαννάκη το παρατραβάς».
Καθόμαστε σ’ ένα από τα τραπέζια δίπλα στη θάλασσα, καπνίζουμε και πίνουμε αμίλητοι τις μαργαρίτες. Χαζεύω τον ουρανό να γίνεται λιλά και μετά μωβ και τη θάλασσα να μαυρίζει καθώς νυχτώνει. Τα μαύρα τζιπ βρίσκονται ακόμα στο πάρκινγκ αλλά η Σοφία και οι άλλοι δε φαίνονται πουθενά.
«Στο Υπερωκεάνιο είναι τα φιλαράκια σου, θέλανε ψάρια τα πλουσιόπαιδα», διαβάζει την σκέψη μου ο κύριος Στέλιος.
«Δεν είναι φίλοι μου».
«Ξέρεις κάποτε το Seashell ήταν το πιο χλιδάτο εστιατόριο της περιοχής. Φίσκα κάθε βράδυ. Περασμένα μεγαλεία»
«Και τώρα τι; Πώς και χάλασε η φάση;», τον ρωτάω λες και με νοιάζει.
«Ο Λάππας κληρονόμησε την επιχείρηση από τον παππού. Μη φανταστείς, ένα ταβερνάκι ήταν στην αρχή, Κοχυλάκι το λέγανε και το φαγητό ήταν πεντανόστιμο. Όταν η περιοχή έγινε της μόδας και πλάκωσε τουρισμός, ο γέρος χέστηκε στα λεφτά. Έχτισε το ξενοδοχείο και όταν πια μπήκε και ο Μάκης στην επιχείρηση φτιάξανε το beach bar και βάλανε και ξαπλώστρες. Λίγο πριν τους Ολυμπιακούς ανακαινίσανε την ψαροταβέρνα και το Κοχυλάκι αναβαθμίστηκε σε Seashell bar restaurant. Πηγαίνανε σφαίρα. Μέχρι που ήρθε κρίση…». Πίνει μια γουλιά μαργαρίτα και συνεχίζει. «Ο Μάκης έφαγε γερό στραπάτσο και από τότε η φάση πάει από το κακό στο χειρότερο… Αλλά μη σε νοιάζει, ο Λάππας είναι γατόνι, κάτι άλλο ετοιμάζει. Κάτι με εταιρίες και υπολογιστές, κάτι μεγάλο… Γι’ αυτό σου λέω, κάνε υπομονή και το αφεντικό θα σε φτιάξει…».
«Κύριε Στέλιο!», μας αιφνιδιάζει η φωνή του μάγειρα. Στην είσοδο του εστιατορίου στέκεται ο Θανάσης περικυκλωμένος από τρεις άγνωστους άντρες. Μας δείχνει και τότε οι εκείνοι έρχονται προς το μέρος μας. Παρατηρώ τα δάχτυλα του κύριου Στέλιου να αφήνουν το ποτήρι με το ποτό και να τυλίγονται σε γροθιά. Κοιταζόμαστε αμίλητοι ενώ ο ένας από τους τρεις τραβά μια καρέκλα και κάθεται σαν πελάτης μαζί μας στο τραπέζι. Οι άλλοι δύο στέκονται παραπίσω. Ο άντρας δεν μιλά. Είναι πολύ μελαχρινός και ο χρυσός σταυρός στο λαιμό του λαμπυρίζει στο φως του ρεσώ. Κοιτάει το πακέτο με τα τσιγάρα, παίρνει ένα και το ανάβει.
«Ωραίο το μαγαζάκι σας. Εσύ είσαι το αφεντικό;»
«Εγώ είμαι απλώς ο μάνατζερ», απαντά ο κύριος Στέλιος. «Ο ιδιοκτήτης δεν είναι εδώ αυτή την στιγμή. Τον θέλετε κάτι;»
«Μπα, τον Προκόπη ψάχνω. Ξέρεις που είναι;»
«Έχει βάρδια δίπλα, στο beach bar», τον δίνει στεγνά.
«Δεν έχει, περάσαμε»
«Τι τον θες τον Προκόπη;», τον ρωτάω.
«Φίλος σου είναι;», με κοιτά ήρεμα εκείνος. «Ξέρεις που είναι;».
«Όχι», λέω ξερά.
«Ξέρεις απλώς ίσως αυτή τη στιγμή δεν μπορείς να θυμηθείς… Θα του πεις ότι περάσαμε;»
«Θα του το πει», λέει ο κύριος Στέλιος.
«Ωραία»
«Ποιος τον ζητάει να του πούμε;»
«Ξέρει ποιος. Πες του ο χρόνος τελειώνει…».
Ο μελαχρινός άντρας σβήνει το τσιγάρο στο τασάκι και σηκώνεται αργά από την καρέκλα. Με μια αστραπιαία κίνηση σπρώχνει τα ποτήρια και ό,τι υπήρχε πάνω στο τραπέζι στο έδαφος. Τα γυαλιά που σπάνε τρομάζουν μια γάτα που κοιμόταν παραδίπλα.
«Ωχ, σόρι είμαι ατσούμπαλος πολύ», λέει και χασκογελά. Έπειτα απομακρύνονται και οι τρεις. Πριν προλάβω να μιλήσω στον κύριο Στέλιο, μια παρέα μπαίνει στο μαγαζί. Ο Θανάσης τους οδηγεί στο τραπέζι 7.
«Μην πεις κουβέντα», με προλαβαίνει ο κύριος Στέλιος. «Τσακίσου και πήγαινε για παραγγελία και πες στο μαλάκα το φίλο σου να μην ξαναπατήσει στο μαγαζί. Συνεννοηθήκαμε;».
Όταν γυρνάω πίσω στο υπόγειο είναι δυο το πρωί. Τα γατάκια είναι ακόμα άφαντα, το ίδιο και ο Προκόπης. Είμαι τόσο κουρασμένος που μου είναι αδύνατο να σκεφτώ καθαρά τι πρέπει να κάνω. Καθώς ανοίγω την πόρτα βλέπω ένα περίεργο αντικείμενο στο περβάζι του παραθύρου. Είναι ένα διάφανο σωληνάριο με κάτι σαν πράσινο ζελέ και καθώς το παίρνω στα χέρια μου, ένα διπλωμένο χαρτί πέφτει στην αυλή. Βγάζω το κινητό και ανάβω τον φακό.
«Αλόη είναι. Κάνει καλό στα εγκαύματα και το ερεθισμένο δέρμα. Βάλε, θα σε ανακουφίσει», διαβάζω το σημείωμα. Παρακάτω είναι γραμμένος ένας αριθμός τηλεφώνου ενώ στο τέλος βλέπω το όνομα Σοφία.
*National Collegiate Athletic Association