Χάρτης 89 - ΜΑΪΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-89/poiisi-kai-pezografia/in-absentia
Λιθογραφίες του André Cottavoz από την εικονογράφηση της γαλλικής έκδοσης της Οδύσειας του Νίκου Καζαντζάκη (1968).
1
Γενιά καταραμένη
πάντα ακατάλληλη ακατάληπτη κομμάτια
χωρίς σχήμα
πάντα να μένει πίσω
μένει πίσω γιατί ήταν πολύ μπροστά
να ξέρεις, ναι, αυτό,
πάνω στο φρέσκο χιόνι, κόκκινη ματωμένη
μια μαριονέτα που αιωρείται ο άνθρωπος
λες κι ήταν δίχως σκοπό και δίχως γέννα
γλάρος που κάθεται πάνω στο κύμα
που περιμένει κάποιος να δει την καρτερία του
μα δεν κατάλαβε κανείς και, ναι, κανείς, φοβούμαι, δεν κατάλαβε
το ένα και το αυτό
το αριστερά το δεξιά
ο ωραίος του ανθρώπου καιρός
η ωραία του ανθρώπου ημέρα
γι' αυτό
αυτοεξορίζεται ένας νους μακριά
όσο μπορεί από την ματαιότητα της βιοτής
ξύνει πληγές
γίνεται Πλατεία Τιενανμέν κάθεται πάνω στα στήθη των λαών
βεβηλωμένος ο ίδιος δε μπορεί
τα μελλούμενα ούτε να ονειρευτεί δε μπορεί,
μονολογεί
πως πίσω δεν θα γυρίσει ποτέ
μπροστά είναι τυφλωμένα όλα
σε άλλου, αγνώστου, το χέρι κρύβεται η σωτηρία
πικραίνεται αλλά φεύγει αφήνει πίσω τα μπαζωμένα ποτάμια
δε θα γυρίσει δεν θα παλέψει τις Συμπληγάδες
θα μείνει μόνος πίσω από τις ματωμένες γρίλιες
να ψιθυρίζει τις απώλειες. Οι υπουργοί σωπαίνουν.
Ακούνε τους ψιθύρους θα βάψουν ξανά τις γρίλιες
θα ρίξουν στάχτη στο γλαύκωμα, στον βρόγχο των λαών…
2
Μοναδικό μου έγκλημα
ήθελα μια γαλήνη
για να θυμάμαι μιαν απουσία
μιαν απουσία για να τραγουδώ
την απουσία στην ένοχη παρουσία μου
στους δρόμους της βιοτής. Αυτό.
Μα και το άλλο. Τι να το κάνω και πώς να το διαχειριστώ κι εκείνο;
Το όνειρο που είδα δυο φορές τη μια, λέει, σε ακρογιάλι
της Επιδαύρου, με τον ποιητή που ξύπνησε «με το μαρμάρινο ετούτο κεφάλι στα χέρια»
(όνειρο που δεν πίστεψα στην αρχή, μετά από αρχής)
να αναδύεται μέσα από την ήρεμη θάλασσα, να κουβαλάει
χαρτιά πολλά στα δυο του χέρια κι εγώ με στόμα και μάτια ορθάνοιχτα
να μην πιστεύω στα μάτια μου, να βγαίνει ήρεμος από την ήρεμη θάλασσα να στέκεται μπροστά μου για ώρα πολλή
και ύστερα να μου παραδίδει τόσα χαρτιά, βρεγμένα, βαριά
«καθώς έβγαινα από το όνειρο» και έπειτα
«έτσι ενώθηκε η ζωή μας».
Μέχρι που ξανά, το ίδιο όνειρο
σε ακρογιάλι άλλο, το ίδιο και απαράλλαχτο
χρόνια όχι πολλά στο μετά,
με κάρφωσε ξανά και το στόμα μου ορθάνοιχτο δεν πίστευα
πως είδα το ίδιο όνειρο
μέχρι που τώρα γνωρίζω πια πως αντάξιος δεν ήμουν της σκυτάλης
μα και να πορευτώ πώς! Πώς, αφού θεός φτιαγμένος
από άνθρωπο μετά την ύλη και όχι πριν την ύλη
θεός, πώς αφού το ξέρω πια πως εγώ, ναι, την «παραδέχτηκα
την ήττα»,
in absentia…
3
…να κερδίσω περισσότερα χρώματα ήθελα
να ανατρέφω μικρές ματαιοδοξίες
«εν μέσω δε ον αμφοτέρων»,
δεν αγάπησα ποτέ κανένα σπίτι
κανένα σπίτι ποτέ δεν αγάπησα.
Και δικαίωση
δε γίνεται να βρει κανένας ανάμεσα στη σκέψη
και στο ποτάμι, δεν υπάρχει ποτάμι
κομμένες ανάσες και
αγορές του ανθρώπου ταραγμένες
η πόρτα έκλεισε πίσω
και το κλειδί μέσα ξεχασμένο.
Κελιά που χτίστηκαν
για να ακυρώνουν τις προσδοκίες
ceteris paribus, είμαι ο πιο μοναχικός
μηδενιστής του ό,τι υπάρχει
σε ζήτηση και σε προσφορά και
ο Χρόνος είναι σκληρός
ο χρόνος είναι στάσιμος
μέχρι την αδόκητη αναλαμπή
όμως οι άνθρωποι μιλούν ακόμα…