Χάρτης 89 - ΜΑΪΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-89/klimakes/poiimata
XI
[Στιγμή]
Σε δρόμους πάλι σκοτεινούς πλανιέμαι.
Έβρεχε στάχτη ο πισσωμένος ουρανός
και πήγαινα ξερριζωμένος, γιος του κανενός.
Ξυράφι αέρας σφύριζε «σ’ αρνιέμαι».
Πάνω στην γκρίζα γέφυρα μονάχος
είπα να πέσω –το κενό μες στο κενό,
αλλά και πάλι έψαχνα βάρκα και κανό
και το πολύβουο γιοφύρι έγινε βράχος.
Εκεί, από την κορυφή σε σκοτοδίνη
του κόσμου το πυρίκαυστο καμίνι
το ’βλεπα, όπως λάκκο των λεόντων.
Θυμήθηκα την πίκρα των θανόντων
κι είπα «ως τον πάτο πιες ό,τι έχει μείνει».
Στον ουρανίσκο στάλαξε γαλήνη,
Γεύση κρασιού που τ’ όνομά σου δίνει.
XIII
[†23.6.1971]
Ίχνη και υπολείμματα του ενδόξου Ιουνίου
κι η μνήμη πάλι γίνεται κατώι δροσερό.
Γυρίζεις πάντα, μπαίνεις εκεί, με ορμή ποζιτρονίου
μέσα του κρύβεσαι, γεύεσαι κρύο νερό,
από το πήλινο σταμνί απάνω στο κασόνι.
Δρύινο κι άδειο περιμένει νέο στάρι,
λίγα μονάχα στάχυα ολόκαρπα, χρυσό χιόνι
από τον πρώτο θερισμό έχουνε πάρει
και τα ’χουνε σκορπίσει εντός, ευλογία και χάρη.
Γιατί ’ναι απλωμένες θημωνιές στο αλώνι.
Ξυπόλητος ―το δάπεδο χωμάτινο― στο ημίφως
εκστατικός και άναυδος, αφήνεις να σε πάρει
ἡ θερινή παραμυθία, δίχως λέξεις κι ύφος.
Σε λίγες μέρες νέα σοδειά ―ευλογία και χάρη―
θα ξεχειλίσει το κασόνι. Μέσα της θα πλέεις
ν’ αποκρυπτογραφείς, κόκκο τον κόκκο, χρυσάφι θάλασσα
όπως ρέει.
Αύριο γεννιέται ο Άγιος Γιάννης κι έχει πανηγύρι.
Η Μάνα σου σε ψάχνει, μα εσύ έχεις γείρει,
Στο άδειο κασόνι μέσα. Ακούς τα κλάματά του
την άγια ερημική του μυρωδιά και τα σκιρτήματά του.
Να ’ρχεται τον ακούς, με ρίγανη και μέλι
και γίνεσαι μεστή θυμέλη
XIV
[Περίπου ροκ τραγούδι]
Παιδί στις φυλακές των ανηλίκων στον Αυλώνα
είχε το εικόνισμά σου φυλαχτό στο μαξιλάρι
κι έλεγε το σκοτάδι απ’ την ψυχή του έχεις πάρει
γιατί τού ’φερνες φλόγα της αγάπης στον χειμώνα.
Πρεζόνι ξεπουπουλιασμένο στ’ Αγιονόρος μέσα
φώναζε σ’ άλλους ξέμπαρκους χοροπηδώντας:
«Ιωάννης είναι, μυστικό φρικιό με λόγο και με μπέσα
και στα χαμένα τα κορμιά φυτεύει κλήμα και σιτοβολώνα».
Κι η γριά με του δεντρού σιωπή και λιθαριού την πίκρα
στο χέρι της κερί κρατά και στην καρδιά το λάδι.
Στο εκκλησάκι σου ανεβαίνει, πριν πέσει η νύχτα,
λάμπει αστέρι παρακλήσεως κάθε βράδυ.
(Ένα παιδί φυλακισμένο, μια πικρή γυναίκα, ένα πρεζόνι
κι εσύ κι εγώ με χαρακιές κι ο άλλος ― όλοι αδύναμοι και μόνοι
διψώντας της αγάπης το νερό, στου κόσμου το άνυδρο μπαλκόνι
σ’ ακούμε στα σκοτάδια, του Θεού λαλιά, μυστικό τριζόνι.)
XVII
[Εύκαρπον]
Ήρθε η γιαγιά μου η παλιά
―ρυτίδες, ρόζοι, αρχαία ελιά―
κι εδώ στης σιγαλιάς την όχθη
ρίζωσε αιώνες κι όλοι οι ρόχθοι
της θάλασσας, το φως ποτάμι
μες στων κλαδιών της την παλάμη.
Όλες του αέρα οι σιωπές
λάμπουν στα φύλλα της νωπές.
Του ίσκιου της δρόσινο το χράμι
για ’μένα απλώνει, τον χαράμη.
Μα η ρίζα της, χρυσό θολάμι
βρίσκει στο χώμα και κρυφό.
Εκεί υφαίνει άγνωστους φθόγγους
από το κλάμα και τους βόγγους.
Πλάθει μια γλώσσα διάφανη.
Κι όταν ο ήλιος θα φανεί
μου λέει για το αίμα το δικό σου
και για το ματωμένο φως σου.
«Πρώτος που ξέρει να πονεί
για του Παράδεισου το αρνί.»
Τα λόγια της καρποί ασημένιοι
πέφτουν κι ο ίσκιος της βαθαίνει.
Γεμίζει ελιὲς μαλαματένιες,
τις γκρίζες σκέψεις και τις έννοιες.
XXVI
[Πρωταπριλιά στο μετρό]
Αέρας Απριλίου είναι αυτός. Μαβής, μελανιασμένος από ανθισμένα βάσανα. Κι οι μέρες, πέτρες χορταριάσανε. Μούσκεμα από περασμένες χειμωνιάτικες βροχές, αιωρούνται πάνω από τις χωματερές. Κίτρινα φύλλα χρησιμοποιημένων εφημερίδων, ξεσκίζονται στο συρματόπλεγμα.
Κλείνω τα μάτια μια στιγμή, ξεσπά λεπτή μυρωδιά λουλουδιών, γεμίζουν τα πνευμόνια γύρη, βουίζουν μέλισσες. Κι όπως πνίγομαι και ταχυκαρδώ, από το βάθος της σήραγγας βλέπω να έρχεσαι. Αλλόκοτο δέντρο, στολισμένο φλόγες κεριών. Ίδιες φωνές παιδιών σε χελιδόνισμα.
XXVIII
[Ελαφρόπετρα]
Πέτρα στα χέρια μου βαρύτερη από σίδερο, με τις κλειδώσεις μου να σπάνε. Ξημέρωμα, να ’χω διαβεί, βουλιάζοντας, τα κρύα και την βορβορώδη ιλύ, την μαύρη λάσπη τόσης νύχτας. Αριστερά μου η Εθνική οδός κι οι τσιμινιέρες, φουγάρα να στραγγίζουνε την κάποτε θάλασσα, τώρα πρασινοσκότεινο φαρμάκι.
Πήγαινα με την πέτρα μου ανάγλυφη, χαραγμένη από μυστικά νερά, γεμάτη σπόρους από κελαηδισμούς πουλιών, φλέβες γεμάτη των αρχαίων αιμάτων. Δεξιά, ακόμη σκοτεινό βουνό, ανακλαδίζονταν, μισάνοιγε τα μάτια στην μέρα που έφτανε με μουγκρίσματα φορτηγών και βρυχηθμούς λεωφορείων.
Εκεί σε είδα ξανά. Κάτω από ένα δέντρο, να πλένεις στης βρυσούλας το νερό την κομμένη κεφαλή σου, να την συγυρίζεις. Γύρω πετάριζε, τρυγόνι, το πρώτο φως, κι η ασήκωτη πέτρα μού έγινε ελαφρόπετρα μες σε βαμβάκια συννεφένια και Ατμίδες της Ανατολής.
Άρχισα ν’ ανηφορίζω στο βουνό του καιρού. Σχεδόν πλέοντας.