Χάρτης 90 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-90/fwtografia/epigheioi-martires-kai-martyria
Με το κεφάλι ακουμπισμένο στο γυαλιστερό και κρύο τζάμι, κοίταζε το περιβόλι του γείτονα, τον μεγάλο κόσμο των πουλερικών-που-δεν-ήξεραν-πως-θα-πεθάνουν. Και μπορούσε να νιώσει, σαν να ήταν πολύ κοντά στη μύτη της, το ζεστό χώμα, πατημένο, ευωδιαστό και στεγνό, όπου γνώριζε καλά, γνώριζε καλά πως κάποιο σκουλήκι τεντωνόταν τεμπέλικα πριν το φάει η κότα την οποία θα έτρωγαν μετά οι άνθρωποι.
Κλαρίσε ΛΙΣΠΕΚΤΟΡ, Κοντά στην άγρια καρδιά, Αντίποδες 2025, σελ. 11.
– εγώ που νόμιζα ότι με λύτρωσε η ζωοσύνη… Τελικά δεν μπορείς να βγεις από το καυκί σου, ή δεν σ’ αφήνουν να βγεις από το καυκί σου, ούτε καν να ξεκολλήσεις από το καθοίκι σου, πού’ ναι ο πολιτισμός των ανθρώπων.
Νικήτας ΣΙΝΙΟΣΟΓΛΟΥ, Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων, Κίχλη 2024, σελ. 62-3.
Έχω παρακολουθήσει την φωτογραφική πορεία του Πάρι Πετρίδη από νωρίς, μια πορεία κάπως μοναχική και ίσως μινιμαλιστική, αλλά μεστή και, τολμώ να πω, αποκαλυπτική.[1] Στο σύντομο κείμενο που ακολουθεί θα επιχειρήσω να αναδείξω την επικαιρότητα και τα σημεία εκείνα που προσδίδουν στο νεοεκδοθέν λεύκωμά του, Αυτόπτες Μάρτυρες, μια ιδιαίτερη σημασία, αισθητική αλλά και ευρύτερη.
Προφανώς το άμεσο συγκείμενο τούτης της έκδοσης, η οποία αφορά φωτογραφίες ζώων, τίθεται από τον χώρο στον οποίον βρισκόμαστε, το ΕΜΣΤ, στο οποίο λαμβάνει χώρα, το τελευταίο διάστημα, μια μεγάλη έκθεση με τίτλο «Why look at animals? Δικαιοσύνη για τη μη ανθρώπινη ζωή». Κάποιες από τις φωτογραφίες του λευκώματος του Πετρίδη εκτίθενται στην εν λόγω έκθεση, πράγμα που εξηγεί την εμπλοκή του ΕΜΣΤ στην έκδοση, αλλά και στην παρουσίασή της, την οποία και φιλοξενεί.
Η εστίαση του μουσείου σε μια προβληματική ―με μια ευρεία έννοια― οικολογική, θα λέγαμε, ειδικότερα δε η εστίαση στα ζώα, απηχεί μια υποτιθέμενη στροφή σε μια ατζέντα οιονεί προοδευτική, σύγχρονη, ικανή να αναμετρηθεί με τις σύγχρονες προκλήσεις. Ωστόσο, μια προβληματική στον άξονα περιβαλλοντική συνείδηση-σύγχρονη οικονομία και κοινωνία- καλλιτεχνικές πρακτικές δεν είναι πια και τόσο καινοτόμος. Συνοδεύει τη σύγχρονη ζωή ήδη αρκετές δεκαετίες, ιδίως όταν επισκοπεί κανείς το διεθνές επίπεδο όπου πολλοί κύκλοι εμφάνισης, περιθωριοποίησης και «ριζικής» επανεμφάνισης τέτοιου είδους πρωτοβουλιών έχουν ήδη πραγματωθεί. Το ίδιο συμβαίνει, ειδικότερα, και με την ανάδειξη του ζητήματος της πανίδας, των ζώων, το οποίο εντοπίζεται ήδη στις απαρχές της κοινωνικής κινητοποίησης για το περιβάλλον, καθώς η ίδρυση της ένωσης για την προστασία των πουλιών – που γρήγορα έγινε βασιλική ένωση για την προστασία των πουλιών – υπήρξε πρωτοπόρος στα τέλη του 19ου αιώνα στην Αγγλία, χωρίς βέβαια να προσφέρει κάτι αναγκαστικά ριζοσπαστικό – γι’ αυτό ονομάστηκε γρήγορα και «βασιλική».[2] Κατόπιν εντάσσεται σε κύκλους απώθησης και επιστροφής του απωθημένου (με ποικίλα πολιτικά πρόσημα), κάτι που μας θύμισε και ο πρόσφατος θάνατος της Brigitte Bardot.
Τούτη η κυκλικότητα αφορά πολλές πτυχές του περιβαλλοντικού και οικολογικού ζητήματος (ακόμα και την κλιματική κρίση, σίγουρα την επίκληση του φάσματος της πλανητικής καταστροφής, κ.λπ.), χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα ίδια τα διακυβεύματα δεν είναι υπαρκτά, και μάλιστα ιδιαίτερα σοβαρά. Έχει, όμως, ιδιαίτερη σημασία η συγκεκριμένη, κάθε φορά, νοηματοδότησή τους, και η παγίδευσή της σε κυκλικά επαναλαμβανόμενα μοτίβα, των οποίων η κοινωνικο-πολιτική τελεσφορία δεν θα πρέπει να μας καθησυχάζει ιδιαίτερα. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και για το ίδιο το μουσείο, δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι τέτοιου είδους ερωτήματα είχαν ήδη τεθεί από την έκθεση με τίτλο «Διευρυμένες οικολογίες – προσεγγίσεις σε μια εποχή κρίσης» που είχε πραγματοποιηθεί στο Ωδείο Αθηνών το 2009.[3]
Δεν πρόκειται, λοιπόν, για ένα είδος επιστροφής; Για έναν ακόμη κύκλο που αδυνατεί να κλείσει, ούτε όμως – όπως θα δούμε – και να εμπνεύσει την υπέρβασή του;
Βεβαίως, το πρόβλημα δεν είναι μόνο χρονικό. Είναι και πρόβλημα οπτικής, πρόβλημα προσέγγισης, πρόβλημα νοηματοδότησης, όπως ήδη τέθηκε παραπάνω. Η δικαιωματική έμφαση στα «ανομολόγητα εγκλήματα» και στη βία που υφίστανται τα ζώα, στη διεκδίκηση της «αξιοπρέπειάς» τους και της δικαιοσύνης που τους πρέπει,[4] εισάγει έναν πρόδηλο, ισχυρό ανθρωπομορφισμό και θέτει τα σοβαρά αυτά ζητήματα στο πλαίσιο μια αυστηρά ανθρωποκεντρικής ηθικής πλαισίωσης, τη στιγμή που αρχές όπως η «δικαιοσύνη» παραμένουν ζητούμενο ακόμα και για την «ανθρώπινη» ζωή της οποίας αποτελούν γέννημα. Στο βραχυκύκλωμα που προκύπτει δεν υπάρχει άλλη έξοδος εκτός από την φαντασίωση μιας αρμονικής (;) όσμωσης ανθρώπων και ζώων, καθώς τα τελευταία φαίνεται να υποφέρουν από την κατάλυση της βαθιάς ενσωμάτωσής τους στην ανθρώπινη κοινωνία στην οποία θα πρέπει ―υποθέτει κανείς― και να επανενσωματωθούν (;) ― ας τα ρωτήσει, όμως, κάποιος/α πρώτα… Μέσα από μια μακρά περιδιάβαση σε ενδιαφέρουσες, αλλά και ιδιαίτερα σύνθετες όσο και ασύνδετες προσεγγίσεις και παραδόσεις (επιστημονικές, στοχαστικές, ακτιβιστικές), από την βιοποικιλότητα στον οικοφεμινισμό, από τη νεωτερικότητα στον ανιμισμό, καταλήγουμε μάλλον στην κοινοτοπία ότι τα ζώα αποτελούν «αναπόσπαστο μέρος της βιόσφαιρας» είτε και σε μια οπτική υπαγωγής ολόκληρης της πανίδας στον σεντιμενταλισμό του pet shop.
Ελπίζω να μην αδικώ τη γενικότερη σύλληψη της έκθεσης, καθώς ομολογουμένως βασίζομαι στη διαθέσιμη παρουσίασή της στην ιστοσελίδα του μουσείου. Και βέβαια, καμία έκθεση δεν ανάγεται απολύτως στην ίδια την επιμελητική της πλαισίωση. Ασφαλώς, πολλά έργα της εν λόγω έκθεσης υπερβαίνουν την παραπάνω πλαισίωση και λειτουργούν πέρα από τα όριά της. Επίσης, για να μην παρεξηγηθώ, το πρόβλημα δεν είναι ποτέ ο (μάλλον αναπόφευκτος) ανθρωπομορφισμός καθεαυτός: «Προφανώς και δεν υπάρχει άλλη πολιτική παρά μια πολιτική των ανθρώπων και προς όφελος των ανθρώπων! Επ’ αυτού δεν τίθεται αμφιβολία», μας λέει σχετικά και ο Bruno Latour, στον οποίο θα επιστρέψουμε παρακάτω.[5] Αλλά τι είδους θα ήταν, σήμερα, ένας δόκιμος ανθρωπομορφισμός; Ίσως αν λειτουργούσε ως ανθρωπομορφισμός ασθενής, πέρα από κάθε αξίωση αρμονίας, ως ανθρωπομορφισμός του διχασμού και του υψηλού ρίσκου, ως ανθρωπομορφισμός ικανός να δεξιωθεί συμβολικά τη διαρκή συνάντηση με ένα πραγματικό που μας υπερβαίνει. Ως ένας ελάχιστος ανθρωπομορφισμός
πέρα από τον κυρίαρχο ακόμα ανθρωπισμό που, στην προσπάθειά του να αποκαλύψει και να περιορίσει, τελικά συγκαλύπτει και δυνητικά αναπαράγει κάθε βαρβαρότητα και αδικία (τόσο μεταξύ των ανθρώπων όσο και μεταξύ των ανθρώπων και κάθε άλλης ετερότητας).
Παραμένουμε, έτσι, παγιδευμένοι στους ίδιους κύκλους που συντηρούν τη σαγήνη της (ανθρωπομορφικής) ιδεολογίας της «φύσης» χωρίς να παράγουν ιδιαίτερα αποτελέσματα πάνω στο ζήτημα της διαπλοκής κοινωνίας και περιβάλλοντος και στη μελλοντική τροπή του. Βέβαια, κάποιες φορές τέτοιου είδους κύκλοι μπορεί να γίνουν, τελικά, ενάρετοι· άλλες φορές, όμως, αποτελούν δείκτες της εμμονής που χαρακτηρίζει ένα σύμπτωμα…
Τι σχέση έχουν οι φωτογραφίες του Πάρι Πετρίδη με τους κύκλους που προαναφέρθηκαν; Μάλλον καμία! Και τότε τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι; Προφανώς υπάρχει θεματική εγγύτητα: η παρουσία των ζώων, μικρή, μεγάλη, υπαινικτική, καταλυτική. Ωστόσο, η οπτική, το ίδιο το βλέμμα, μοιάζει διαφορετικό από την ευρύτερη πλαισίωση της έκθεσης. Ο Πετρίδης δεν φωτογραφίζει από την συμπαντική οπτική της παλαιάς (χρεοκοπημένης) οικολογικής σκέψης – από την οπτική του σύμπαντος, η υδρόγειος και η τύχη της, είναι μάλλον αμελητέα ζητήματα, ή για να το θέσουμε λίγο διαφορετικά, για πόσο μπορεί κανείς να διαδηλώνει για μια εντελώς αφηρημένη (ιδεατή, ιδεαλιστική) φύση; Για πόσο μπορεί να αγωνίζεται, τελικά, για τον (εξιδανικευμένο μάλιστα) εαυτό του στο όνομα των ζώων; Ο Πετρίδης φωτογραφίζει, κατά τη γνώμη μου, από μια οπτική επίγεια.[6] Σύμφωνα με τον Bruno Latour, το «Επίγειο» δεν είναι απλώς διάκοσμος, «το παρασκήνιο της ανθρώπινης δράσης», είναι κάτι εξίσου ικανό να δρα καθώς «οι άνθρωποι δεν είναι πλέον οι μοναδικοί πρωταγωνιστές».[7] Είναι μάλλον το χειροπιαστό πεδίο γείωσης που προκύπτει όταν ξεπερνούμε την εδραιωμένη, προβληματική, χορογραφία ανάμεσα (1) σε μια αφηρημένα πλανητική διάσταση, και (2) σε μια ασφυκτικά τοπική διάσταση. Η πρώτη, το αφηρημένα Πλανητικό, παραμένει τόσο οικουμενικά (και ιδεαλιστικά) γενική ώστε να αδυνατεί να εμπνεύσει, τόσο χαμένη στο υψηλό τής απεραντοσύνης της ώστε να αδυνατούμε να την αισθανθούμε πραγματικά δική μας.[8] Είτε αυτή εμφανίζεται ως η υποβλητική Υδρόγειος της πολιτικής οικολογίας (φορέας μιας μάλλον συγχυτικής και παραπλανητικής ιδεολογίας της «φύσης»)[9] είτε ως αντικειμενική (υποτίθεται) ταξική ανάλυση, βασισμένη όμως σε «έναν ορισμό του υλικού κόσμου τόσο αφηρημένο, τόσο ιδεατό, για να μην πούμε ιδεαλιστικό»,[10] σε μεγάλη απόσταση από τη βιωμένη κουλτούρα των υποκειμένων και την ψυχο-κοινωνική υπόστασή τους μέσω της οποίας είναι αναγκασμένα να υποφέρουν αλλά και να απολαμβάνουν (συχνά και τα δύο μαζί). Η δεύτερη, το ασφυκτικά Τοπικό, μέσα στην ταυτοτική (συνήθως εθνικιστική/νατιβιστική) αναγωγή της, καταντά τόσο «υπερβολικά στεν[ή], υπερβολικά μικρ[ή] ώστε να χωρέσει την πολλαπλότητα των όντων του επίγειου κόσμου».[11] Το Επίγειο διαμεσολαβεί τα δύο, υπερβαίνοντάς τα, σε μια προσπάθεια να αγκαλιάσουμε μια νέα (λιγότερο βέβαιη για τον εαυτό της, λιγότερο υπερφίαλη και/ή αφοπλιστική, λιγότερο αρμονική) σχεσιακή υλικότητα: «Στην πραγματικότητα, μια από τις παραδοξότητες της νεώτερης εποχής είναι ότι διέθετε έναν ορισμό της ύλης ελάχιστα υλικό, ελάχιστα γήινο. Επαίρεται για έναν ρεαλισμό τον οποίο δεν έθεσε ποτέ σε εφαρμογή».[12]
Τα ζώα υπάρχουν, επομένως, στην επίγεια στοιβάδα τους, σε κάποια «κρίσιμη ζώνη»,[13] τέλος πάντων, που έχει συνήθως υφάνει η χορογραφία γεωγραφίας και πολιτισμού. Και εκεί μόνο συναντούν το βλέμμα μας (του Πετρίδη και των θεατών/αναγνωστών), άλλοτε έκπληκτο, άλλοτε βαριεστημένο, άλλοτε επίμονο, άλλοτε περαστικό. Σωστότερα, εκεί σκηνοθετείται μια συνάντηση (επιτυχημένη ή και ξαστοχημένη) ανάμεσα στα δύο βλέμματα, στο δικό μας και στο δικό τους.[14] Στις φωτογραφίες του Πετρίδη η συνάντηση αυτή τίθεται ως το προαπαιτούμενο της μαρτυρίας – πιθανόν και μιας κάποιας αμοιβαίας(;) αναγνώρισης/παραγνώρισης, δεν υπάρχει η μία χωρίς την άλλη – που θα μας επιτρέψει να μιλήσουμε – κατόπιν – και για τα μαρτύρια και για το συνολικό στίγμα της ανθρώπινης εξεργασίας του φυσικού μέσω του φυσικού (και ο άνθρωπος φύση είναι) και των (πολυεπίπεδων, χαοτικών) διαπλοκών του με το πολιτισμικό, δια του φυσικού αλλά και, ασφαλώς, πέρα από αυτό.
Η συνάντηση αυτή λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα ακριβώς γιατί ξεπερνά τον απλοϊκό διδακτισμό, γιατί θεματοποιεί από μια φαινομενικά οικεία (γήϊνη) σκοπιά (τοποθετημένη κάπου συγκεκριμένα), εκείνην του επίγειου, την επαφή με το ανοίκειο (που μας παρουσιάζεται πλέον ως κάτι ανθρώπινο, βεβαίως, αλλά πέρα από κάθε εξευγενισμένο ανθρωπισμό): με την ίδια την επανάληψη που μας κάνει να γυρίζουμε στα ίδια θέματα, στους ίδιους όρους εμμονικής συνάντησης με το φυσικό και με τα ζώα, να σκαλώνουμε στην ίδια την απόλαυση [jouissance] που λαμβάνουμε από τις υποκειμενικές θέσεις που έχουμε καταλάβει στο πεδίο των σχέσεων ανθρώπου/φύσης, ακόμα και όταν – ιδίως όταν, μάλλον – αποδεικνύονται αδιέξοδες και οδυνηρές. Και εδώ ακριβώς, μπαίνουμε σε ένα πεδίο αρκετά σκοτεινό, που «δένει» με τα υπόλοιπα σκοτεινά που βιώνουμε σήμερα. Τα ζώα του Πετρίδη δεν έχουν τίποτε χαζοχαρούμενο, τίποτε αυτονόητα και παραπλανητικά συμπαντικό ή πλανητικό, τίποτε ποπ-οικολογικό, όπως και τίποτε φολκλορικά τοπικό. Aλλά και τίποτε που να μας εμποδίζει να συλλάβουμε κάτι τουλάχιστον από τη δική τους (επίγεια) μαρτυρία ή, αντίστροφα, που να μας εμποδίζει να γίνουμε (επίγειοι) μάρτυρές τους, και μάλιστα αυτόπτες. Μας υπενθυμίζουν το αμφίρροπο της χορογραφίας κοινωνικού/φυσικού, κάτι που βιώνουμε από μικρά παιδιά.
Τι εννοώ;
Ερχόμενος, σήμερα, στο μουσείο (κτίριο Φιξ) για την παρουσίαση του λευκώματος, διέσχισα την λαϊκή αγορά που λειτουργεί κάθε Σάββατο στη γειτονιά. Επειδή μεγάλωσα στην ίδια γειτονιά, μου έρχεται συνειρμικά στο μυαλό μια ανάμνηση από τη δεκαετία του 1970, η οποία έχει να κάνει με τα ζώα… Θυμήθηκα, λοιπόν, ότι, στη λαϊκή, πωλούνταν και μικρά, νεογέννητα κοτοπουλάκια και παπάκια. Και οι γονείς τα αγόραζαν στα παιδιά τους, πιθανόν στο πλαίσιο ενός πρώιμου φιλοζωικού προσανατολισμού; Η τελική έκβαση, βέβαια, ήταν άλλη. Από όσο μπορώ να θυμηθώ, τα πιο πολλά κοτοπουλάκια και παπάκια έπεφταν θύματα της παιδικής βαναυσότητας: άλλα έγιναν «χαλκομανία» κάτω από τις ρόδες παιδικών ποδηλάτων, άλλα πετάχτηκαν από μακριά σε τοίχους για να δοκιμαστεί η αντοχή τους (που δεν αποδείχτηκε, και πολύ μεγάλη· στα κινούμενα σχέδια μας είχε φανεί μεγαλύτερη). Σε κάθε περίπτωση, έγιναν δέκτες μιας σαδιστικής συμπεριφοράς υπό την αιγίδα της αθωότητας και της ζωοφιλίας. Φαίνεται πως κάθε τι μπορεί να μεταστραφεί ακόμα και στο αντίθετό του, ευκολότερα από όσο νομίζουμε.
Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου βέβαιο ότι η έκβαση της συνάντησης ανθρώπου/ζώου – όπως, βέβαια, και οι δι-ανθρώπινες συναντήσεις – μπορεί να ξεφύγει από το μέτρο της βαναυσότητας που έθεσε για μένα, βιωματικά, η εξόντωση των δύστυχων πουλερικών. Στο ευρύτερο επίπεδο, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι η έκβαση της οικολογικής κρίσης θα είναι ευνοϊκή, όπως και αν ορίσουμε το εν λόγω αποτέλεσμα. Μου έρχεται αίφνης στο μυαλό ένας άλλος συνειρμός. Συγκεκριμένα, ο συχωρεμένος φίλος μου, Λεωνίδας Λουλούδης, καθηγητής της γεωπονικής και πρωτοπόρος της οικολογικής σκέψης στην Ελλάδα,[15] όταν μου περιέγραφε μια παλαιότερη συνέντευξη που είχε πάρει από τον Κορνήλιο Καστοριάδη ακριβώς πάνω στο οικολογικό ζήτημα. Αν η μνήμη μου δεν με απατά, ο Λεωνίδας μου μετέφερε πως ο Καστοριάδης είχε μάλλον καταβυθίσει την όποια οικολογική αισιοδοξία του καταλήγοντας σε κάτι του τύπου: Ας μη γελιόμαστε, αν η ανθρωπότητα αποφασίσει να καταστραφεί, θα καταστραφεί! Αναζήτησα εκ των υστέρων την εν λόγω συνέντευξη, δεν βρήκα ακριβώς την παραπάνω φράση όπως την θυμάμαι να μου είχε λίγο-πολύ περιγραφεί, αλλά βρήκα κάτι παραπλήσιο, το οποίο, νομίζω, θα ήταν καλό να έχουμε στο μυαλό μας όταν παρεμβαίνουμε στο επίδικο πεδίο, είτε φιλοσοφικά και θεωρητικά, είτε ακτιβιστικά, είτε καλλιτεχνικά:
Αυτό το οποίο δείχνει η σημερινή κατάσταση είναι ότι η κοινωνία δεν μπορεί να επιβιώσει αν καταστρέφει την πρώτη φυσική στιβάδα. Αυτή την ταυτολογία, αυτή την αυτονόητη αρχή έχουμε φτάσει δυστυχώς σε σημείο που χρειάζεται να την υπενθυμίζουμε, και αυτός ακριβώς είναι ο ρόλος του οικολογικού κινήματος: να υπενθυμίζει ότι η σημερινή τάση μας οδηγεί στην αυτοκαταστροφή και ότι δεν υπάρχει φυσικός φραγμός. Όμως τίποτα δεν εμποδίζει τη σημερινή ανθρωπότητα να αρχίσει αύριο να ρίχνει υδρογονοβόμβες, δημιουργώντας ανεπίστρεπτες βλάβες στο γήινο οικοσύστημα. […]
Μπορούμε επίσης να φανταστούμε μιαν ανθρωπότητα, ύστερα από έναν πυρηνικό πόλεμο, οργανωμένη γύρω από ένα σύστημα διακυβέρνησης με όλα τα χαρακτηριστικά αυτού που μπορούμε να ονομάσουμε οικολογικό φασισμό. […] Ένα ενδεχόμενο καθόλου απίθανο.
Το αν η κοινωνία θα κινηθεί προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, δεν είναι θέμα φυσικών νόμων, αλλά θέμα επιλογών και αξιών που η φαντασιακή της θέσμιση εγκαθιδρύει στη συγκεκριμένη ιστορική φάση, στη συγκεκριμένη εποχή.[16]
Η εν λόγω θέσμιση δεν γίνεται μόνο διά του πολιτικού λόγου, διά της ακτιβιστικής δράσης, κ.λπ. Σε αυτήν συμβάλλουν και οι καλλιτεχνικές πρακτικές καθώς συμμετέχουν, στο μέτρο που τους αναλογεί, στο διαρκές παιχνίδι της ηγεμονίας. Στο πλαίσιο αυτό, το λεύκωμα του Πάρι Πετρίδη διευρύνει την (μετα-ανθρωπιστική) ευαισθησία μας, ραφινάρει τη ματιά μας, και μας προετοιμάζει για μια επίγεια συνάντηση αμφίσημη και αμφίθυμη, ανοιχτή και αμφίρροπη. Όσο και αναγκαία – ακόμα και αν δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε ούτε και να ελέγξουμε επακριβώς την τροπή της.