Χάρτης 90 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-90/tehnasmata/ephuget
του πλάτανου
ήλιος μεγάλος ή μικρός Μεγάλο γκρι πανί και κίτρινο Το αυτοκίνητο κόβει μέσα από τα χωράφια Ο Κυριακός ο οδηγός Με το καφέ υποκάμισο, με ίδιο παντελόνι Και ένα κουτί με γράμματα στο διπλανό του κάθισμα Πηγαίνει μέσα από τις ελιές και όσοι μαζεύουν τους καρπούς
τού κλοτσάνε τις πόρτες Ο οδηγός τραβάει ένα σχοινί, το αμάξι παίρνει φωτιά, έξω πετάγονται όλο φωτιές αυτός και τα υπάρχοντα Όλο θα σβήνουν τις φωτιές με τα κλαδιά Στάχτες και ὁ τόπος πράγματα Ο οδηγός σε μια καρέκλα στο χωριό και όσο περνάει ὁ ποταμός Όπου τελειώνει το χωριό και δεν φωτίζει ἡ ΔΕΗ Είναι δεμένο νύχτα ένα άλογο και όταν δει ο Ταργανάς
σβήσει το φως, θα πεταχτεί ὁ Κυριακός, ὁ τρέχοντας, ὁ δεν θα δει τον Ταργανά που κρέμεται στον πλάτανο, ὁ θα ανεβεί, θα σπηρουνίσει το άλογο
για να χαθεί εκεί που δεν φωτίζει ἡ ΔΕΗ, που έχει πλάτανο εκεί
και την δροσιά του πλάτανου Μεγάλο πράσινο πανί

*
μοτέρ
μερικές συσκευές λειτουργούν με τον θόρυβο Κάθονται ἡ μια απέναντι από την άλλη και προσπαθούν Γρούκου γκρούκου
γκρουγκρούν Να γεμίσουν το δωμάτιο με δικό τους θόρυβο Υπάρχει και ένας επιστάτης που κοιτάζει για παρατυπίες ἢ μήπως χρειάζονται λάδια Μερικές συσκευές μουγκρίζουν Μερικές φορές σαν να γαζώνουν Σαν να γκαζώνουν Κάπως έτσι Έρχονται τα παιδιά μπροστά τους Με τα ποδήλατά τους και αρχίζουν τις σούζες Κάπως έτσι Αλωνίζουν Με ζωή και με θόρυβο Με
ανώνυμα συναισθήματα Με ζωή και με θόρυβο Μια ζωή Καμμιά φορά φτάνει Ο θόρυβος έρχεται καπνίζοντας Γράφει και σβήνει βρίζοντας το Γάτε 13 Στις λαμαρίνες βρίζοντας ο επιστάτης Και όταν φθάνηι ένα σύννεφο, σκεπάζει τα μηχανήματα με μουσαμά Και κάνει ο ίδιος γκρουν Γκουρούν
γκουρούν Ο επιστάτης Πήρε την θέση με διαγωνισμό Έχει μεγάλα μάτια, φοράει κίτρινη φόρμα ‘φαρδουλή’ και είναι ο επιστάτης Παλιά νοίκιαζε κεντρικό περίπτερο
*
περεγκιρίστα
υπάρχει κάτι σαν χωριό ή νησί
περεγκιρίστα
οι άνθρωποι αφήνονται με χαλαρό τον λαιμό
με κρεμασμένο από τον λαιμό ένα πράσινο μπουκάλι
όσοι μαζεύονται εκεί
περεγκιρίστα
πηγαίνουν τάχα στο περίπτερο, στον πλάτανο
ή στον γιατρό
δεν μπορούν, δεν μπορούν
φθάνουν σε μεγάλο πέτρινο τοίχο
σκέφτονται πότε εδώ, πότε εκεί, πότε εδώ
βλέπουν στο βάθος τον κάμπο ή την θάλασσα
σέρνουν το πρόσωπό τους στον τοίχο
περεγκιρίστα
υπάρχει κάτι εκεί, κυπαρίσσια και εγώ
πότε εσύ, πότε εδώ
ρόδα κόκκινα
μία νύχτα
και του πάρκου τα κάγκελα
περεγκιρίστα
χρώμα τέλους ή θάλασσα
σίγμα πες μου
θερίστα
περεγκιρίστα
*
παραμονή της Θάλειας στα 34
στην στροφή, την Στροφή του τραίνου που έκανε την διαδρομή ανάμεσα σε δύο πόλεις που έζησα και τώρα είχα σχεδόν ξεχάσει, ἡ μηχανή έβγαλε έναν κυπαρισσί καπνό μέσα του στροβιλιζόταν ἡ αγάπη μας για το ξερό καλοκαιρινό χώμα τους παράφωνους ψίθυρους στα πράσινα παγκάκια του δάσους
σε Δρόμο αΝάμεσα σε δυο εκκλησιές κόσμος πήγαινε στις δουλειές του ένας με κόκκινο ξύλο χτυπούσε τίναζε τα σύννεφα και έπεσε [φανός]
ένας μεγάλος κίτρινος φάκελος με γράμματα για τους ανέμους και τα ύδατα έΠεσε και ένα γράμμα που
με καλούσε να αλλάξω όψη, τσιγάρα και ήπειρο – όλα αυτά ήταν, και είναι κάπως όπως βγαίνει ένας κοντός χαμογελαστός με μεγάλο ίσιο μουστάκι τινάζει ἀπ’ το πέτο του χώματα σκίζει το γράμμα στα δύο, στα τέσσερα, στα οκτώ, βάζει τα μισά κομμάτια στην τσέπη του ξανασκίζει στα δυο – τόσα πολλά πράγματα μπορούν να συμβούν όμως
υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν πως θα περάσουν γράμματα από εκεί γιατί, ναι, υπάρχουν άπειροι δρόμοι
αλλά υπάρχουν και άπειρα πράγματα που πρέπει να περάσουν από κάπου και οι συζητήσεις αυτές
δεν παύουν ποτέ αΝάμεσα σε δύο πόλεις με αλυκές, πώς περνάει ὁ καπνός του τραίνου μέσα από το άλφα των Κυριακών και το καλοκαίρι απ’ τα Σάββατα αΠειρία, απορία, οι δυο πόλεις, γιατί; και η Θάλεια τώρα κάτω από τα σύννεφα ζωγραφίζει ένα σπίτι στις αλυκές

κεντήματα
αυτός που έχασε όλο το έργο του ακούγοντας μια τρομπέτα Όταν αυτός-πως στοιχημάτισε και έχασε Που φωτογράφισε και έφερε το έργο του σε τέλεια σύμπτωση με το αρνητικό του Έβαλε
τότε τα άλλα υπάρχοντα σε ένα δισάκκι γκρι και βυσσινί Πήρε και πήγε προς την θάλασσα κΡατώντας την αναπνοή του με μία πένσα κόκκινη με διαφανή λαβή και έλεγε
άμμο κοχύλια, γράμματα αριθμούς πήρε τηλέφωνα Πήγε και άδειασε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί στυφό σε κύκλο κΑι όμως βγήκε από τον κύκλο αυτό Πήρε με τα υπάρχοντά του Άνοιξε σε λόφο εχθρικό πΕρίπτερο αυτός και ούτε μας λέγει πια τις ιστορίες του Μόνον πρωί αναπολεί κορδόνια μαύρα Κένταυρος
όπως στον ουρανό σχέδια λαχούρια σκόρπια σκοτεινά
και βυσσινί
δένδρα ωχρά δένδρα πουλιά και κόκκινα
*
ο μούστος των προθέσεων
μην πεις Οι ιστορίες αυτές είναι όπως ο μούστος Ο μούστος δεν είναι σίγουρο κρασί Αυτά ως προς τα προφανή Όμως ο τίτλος στέκεται χωρίς την ιστορία Και εγώ του φέρνω για παρέα
το μπριαμ των πράξεων, τον γάιδαρο των επιθυμιών και την μαύρη μπλούζα των παραισθήσεων. Π-πράγματα
που μετράνε Θα μου πεις
μαύρη μπλούζα Κόκκινο αυτοκίνητο