Χάρτης 90 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-90/poiisi-kai-pezografia/ta-foteina
Θα καρτερώ ως την άλλη νύχτα. ----- Β. Λεοντάρης
Ι.
Καμία νύχτα.
Είναι ξεκάθαρες οι πράξεις.
Κυλούν τα ζάρια φανερά
και συνεχίζει η μέρα μες στη νύχτα
να ’ναι μέρα.
Είναι όλα γύρω τόσο αληθινά
τι ανάγκη έχω να παλεύω με σκιές;
Καμιά διαμάχη για το σχήμα, για τον τρόπο,
για τη θέση μας στον κόσμο,
καθένας βρίσκεται εκεί που βλέπει ο άλλος.
Προς τα πού να γυρίσω; Μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι
τεντωμένα δάχτυλα.
Κάτω απ’ το φως του χειρουργείου
Πώς ν’ ανασάνουν οι νεκροί;
Όταν νικάμε αναγκάζουμε τον θάνατο
να βρει νέους συμμάχους.
Χάνοντας, συμμαχούμε με τη μοίρα.
Κι η μοίρα μέσα σε τόσο φως
μικραίνει και θρυμματίζεται στα χέρια μας
γίνεται στάχτη και σκορπίζεται επάνω στο παρόν.
Δεν έχει τίποτα να δώσει αυτή η γη
πέρα απ’ όσα περιμένουμε,
σβήνουν τα ξόρκια μες στο φως
και δεν ριζώνει η οργή
πάνω στην καθαρή αλήθεια.
ΙΙ.
Ας πάψει αυτή η όραση των τόσων χιλιομέτρων!
Δε μ’ ενδιαφέρει αν πέφτει χιόνι στις μακρινές κορφές
ούτε ν’ ακούω το σπάσιμο κάθε μικρού κλαδιού σ’ αυτόν τον κόσμο.
Δεν μ’ αφορούν τα κύματα των τροπικών,
μου αρκούν οι ζωηρές αντανακλάσεις του νερού
μες στο ποτήρι μου.
Δε νοιάζομαι για όλα τα πέταλα των λουλουδιών,
μόνο γι’ αυτά που στροβιλίζονται στα μάτια σου
όταν χαμογελάς.
Με τι μυαλό να υπολογίσω το πάχος της βελόνας
ή την εμβέλεια μιας σφαίρας.
Πες μου, πώς να φτάσω στο τέρμα
όταν ήδη διακρίνω τις πυρές στο τέλος του δρόμου;
Θέλω ν’ αναπαυτώ ακούγοντας το τρίξιμο του ξύλου μες στη νύχτα
να μετρήσω κάτω απ’ το φως του φεγγαριού τα κέρματα που απέμειναν.
Θέλω να φτάσω στο μέλλον ψηλαφίζοντας τους τοίχους.
ΙΙΙ.
νύχτες χρυσά μου σκουλαρίκια, βαμμένα μάτια
νύχτες ανάφτρες, νύχτες που κράτησαν αιώνες
θέλω ν’ αρπάξω το ψηλό σκοτάδι απ’ τον γιακά.
― Άσε με ρε να μείνω πίσω!
νύχτες σφυριά μου σκουριασμένα, πρόκες σε χαραγμένα δέντρα
νύχτα μισή, έπεσες πάνω μου σαν πέτρα, σπασμένη χτένα
νύχτα με το βαρύ φεγγάρι, νύχτα που στρίβεις το μαχαίρι
εσύ που δεν με περιμένεις…
―πότε γκρεμίστηκαν οι φάροι;
νύχτες απάνεμα λιμάνια με το κυμάτισμα της βάρκας
νύχτες μου δόντια, λευκά τσακάλια, νύχτες που σκίζετε τη σάρκα
νύχτες ανοίξτε μου την πόρτα, μπαίνω με χέρια ματωμένα
ρεμάλια νύχτες, που αρνείστε τα χέρια μου τα ματωμένα
νύχτα που σβήνεις μακριά μου και πίνεις μόνη στον Βαρδάρη
νύχτα καντήλι μες στην πόλη, νύχτα ρημάδι
ΙV.
Προς τα πού να γυρίσω;
Κατρακυλάν οι σκελετοί ανάκατα με τις καρέκλες
και καταλήγουν μες στη θάλασσα.
Οι πράσινοι παπαγάλοι
ραμφίζουν τα κόκκινα ρόδια.
Ο ένας πάνω στον άλλο
κοπάδια τριανταφυλλιές στις άκριες του δρόμου
που τρέμουν μην τσαλαπατηθούν από τις ρόδες,
καθένας κι ένα αρνί. Σε ποια πόλη να γυρίσω;
Όρθιοι στεκόμαστε
μπροστά σ’ αυτό το κύμα φωτός που σβήνει τις σκιές μας.
Οι τουφεκιές στην απέναντι ράχη, ο γυρισμός
και τα λοιπά και τα λοιπά…