Χάρτης 90 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-90/metafrash/trigger-warning
Η Andrea Armijos Echeverría (Κίτο, Ισημερινός, 1996) είναι συγγραφέας, επιμελήτρια, καθηγήτρια και υποψήφια διδάκτωρ στο The Ohio State University (ΗΠΑ). Τα ενδιαφέροντά της κινούνται γύρω από τη λογοτεχνία και τη γραφή γυναικών στη Λατινική Αμερική από την αποικιοκρατική περίοδο έως τη σημερινή εποχή. Έχει εκδώσει άρθρα και κριτικές σε πολλά περιοδικά, όπως επίσης και τη συλλογή διηγημάτων Cómo tratan las mujeres a sus peces dorados (FLAP 2016). Έχει συμμετάσχει με κείμενά της σε διάφορες ανθολογίες πεζογραφίας που εκδόθηκαν στον Ισημερινό και στην Ισπανία.
Το διήγημα γράφτηκε στα ισπανικά αλλά ο τίτλος είναι στα αγγλικά· αποτελεί κοινή φράση προειδοποίησης για τους χρήστες των κοινωνικών δικτύων ως προς το πιθανώς ενοχλητικό περιεχόμενο.
Στα δεκαπέντε μου προσπάθησα να αυτοκτονήσω. Ήθελα να πεθάνω.
Δεν είχα τίποτα εύκαιρο πέρα από μια άδεια καρτέλα χάπια για τη γρίπη, που με βοηθούσαν να κοιμηθώ. Το βοηθάω είναι υπερβολή. Τα κίτρινα τεράστια χάπια που ανακούφιζαν από τα πιο σκληρά συμπτώματα της γρίπης δρούσαν με τέτοια αποτελεσματικότητα επειδή, ταυτόχρονα, με έβγαζαν νοκ άουτ λες κι είχα φάει μπουνιά στα μηνίγγια. Αυτά τα χάπια τα βούταγα από τη σακούλα με τα φάρμακα του υποχόνδριου του πατέρα μου· φρόντιζε να μην του λείπουν οι λιχουδιές που πάντα έπαιρνε πριν μας κάνει διάλεξη σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους του καθενός απ’ αυτά. Αυτό που έχεις εσύ τώρα είναι μια κοινή αλλεργία, κορούλα μου, με μια λοραταδίνη σ’ ένα τεταρτάκι θα σου ’χει περάσει. Αλλά αν τα συμπτώματα επιμείνουν μέχρι και αύριο, ή ακόμα χειρότερα, την παρεπόμενη, τότε θα αρχίσουμε τη θεραπεία για κοινό κρύωμα. Αν μ’ εκείνο το άλλο φάρμακο δεν καλυτερεύσεις, τότε θα αρχίσουμε τη θεραπεία για πιο σοβαρή γρίπη. Και πάει λέγοντας, μέχρι που ξεχείλιζε ενθουσιασμό περιγράφοντας τις λειτουργίες καθεμιάς κάψουλας διαφορετικού χρώματος.
Το καλό μ’ αυτό είναι ότι κάπως έτσι τον κατάφερα να μου δώσει μερικά κουτιά με χάπια για τη γρίπη χωρίς να περάσω τον φριχτό φόβο του να κλέβω τους πολύτιμους λίθους του. Η ανακάλυψη των δυνατοτήτων της καρτέλας των χαπιών ήταν μάλλον αυθόρμητη. Μια μέρα αντιλήφθηκα ότι το υλικό της συσκευασίας ήταν κοφτερό. Δεν ήταν και όπλο, αλλά αυτό που προκαλούσε στο δέρμα ήταν αντίστοιχο τριάντα φύλλων χαρτιού. Αν με ένα φύλλο μπορείς να κόψεις το πρωτόγονο πετσί στο δάχτυλο τόσο ώστε να σε καίει και να ματώσει λίγο, αυτή η ημιμεταλλική ύλη της συσκευασίας ήταν ικανή, με λίγη προσπάθεια, να ανοίξει το δέρμα αρκετά βαθιά.
Αυτό που ήθελα περισσότερο στη ζωή μου ήταν ένας φίλος, ένας μονάχα.
Η μαμά μου έλεγε: είμαι η καλύτερή σου φίλη, θα ’πρεπε να χαίρεσαι. Κι εγώ πραγματικά χαιρόμουν — για λίγες ώρες.
Ήμουν το τέλειο κορίτσι. Ήμουν ένας άγγελος που έπεσε από τα ουράνια, με τα τέλεια χέρια, το τέλειο χαμόγελο, τα τέλεια μαλλιά, τους τέλειους βαθμούς, την τέλεια ζωή. Όλα τα ταλέντα του κόσμου έχουν φωλιάσει στην καρδιά αυτής της λαμπρής κοπελίτσας, έλεγε η γιαγιά μου δίνοντάς μου ένα αρκετά δυσάρεστο φιλί στο μάγουλο, όταν η μαμά μου της παρέδιδε μια από τις φωτοτυπίες που έβγαζε τον έλεγχο προόδου μου για να τις μοιράσει στην οικογένεια. Χωρίς καμία ντροπή περνούσε την πύλη του σχολείου για να χώσει τη μύτη της στους βαθμούς των συμμαθητών μου, κάποιων εκ των «αιώνιων αντιπάλων» μου, όπως τους έλεγε εκείνη, και γελούσε δυνατά όταν επιβεβαίωνε ότι, έστω και για ένα δέκατο, οι τελικές βαθμολογίες μου ήταν καλύτερες από των υπολοίπων.
Ήταν εκείνη την εποχή που απέκτησα την τόσο απελπισμένη ανάγκη να πειραματιστώ με τη σεξουαλικότητά μου. Με τάραζε η τόση ανάγκη μου να νιώσω μια απόλαυση που φοβόμουν να την προκαλέσω η ίδια στον εαυτό μου, παρόλο που ήξερα ότι είχα την ικανότητα να το κάνω. Γνώρισα πολύ κόσμο που ισχυριζόταν ότι μπορεί να με βοηθήσει μ’ αυτό. Έβαλα πολλά πράγματα ανάμεσα στα πόδια μου. Έκανα άλλα τόσα που δεν ήταν καλά για την υγεία μου. Ποτέ δεν τραυματίστηκα. Στο τσακ. Πάντα έμενα στο διάκενο μεταξύ αγγίγματος και διείσδυσης. Όπως πάντα με όλα, παραδιδόμουν στον φόβο και απλώς έπαιζα, υποκρινόμουν, φανταζόμουν, αναζητούσα, έβρισκα μια δικαιολογία και στο τέλος δεν κατέληγα πουθενά. Στο τσακ. Η μαμά μου με ανακάλυψε. Μου ’χωσε ένα χαστούκι. Έκλαψε στο πάτωμα και μου ζήτησε τους κωδικούς απ’ όλους τους λογαριασμούς που είχα στα κοινωνικά δίκτυα και τα μέιλ μου και τον υπολογιστή μου. Με είπε πόρνη. Με είπε βρομερό διαόλι. Δεν μου είπε «το μουνί της μάνας μου» μόνο και μόνο επειδή θα σήμαινε ότι κι εκείνη ήταν εξίσου αηδιαστική, αποκρουστική, βρόμικη, άξια εξοβελισμού όπως κι εγώ. Κι εκείνη δεν ήταν τέτοια. Εκείνη ήταν η μητέρα μιας ηρωίδας. Ενός άφυλου αγγέλου.
Γι’ αυτό που η μητέρα μου ένιωθε πάντα τη μεγαλύτερη περηφάνια ήταν το ότι ήταν μητέρα μου. Όταν στην τρίτη δημοτικού μια άλλη μητέρα της είπε να σταματήσει να παραπονιέται για τους δασκάλους κάθε λίγο και λιγάκι και ότι δεν της έφτανε που είχε μια κόρη με τεράστια χαρίσματα, η μαμά μου αντί να το λάβει ως προσβολή το εξέλαβε ως τη μεγαλύτερη φιλοφρόνηση. Γυρνούσε κι έλεγε σε όλους ότι κάποια την είχε αναγνωρίσει ως τη μητέρα ενός απίθανου, μοναδικού, έξοχου, ουράνιου πλάσματος. Αυτά έλεγε. Εγώ δεν καταλάβαινα. Εμένα ο όρος «τεράστια χαρίσματα» μου ακουγόταν σαν κάτι σεξουαλικό. Το είχα ακούσει σε κάποιο σεξουαλικό πλαίσιο, ναι, σ’ εκείνη την ηλικία. Και ντρεπόμουν που η μαμά μου με έλεγε έτσι. Ταυτόχρονα, όταν άκουγα αυτόν τον όρο, μου ερχόταν στο μυαλό η εικόνα ενός μικρού γουρουνιού. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για τον συνειρμό, αλλά ούτε σαν γουρουνάκι μου άρεσε να με σκέφτομαι. Αυτή τη σύνδεση δεν τη λες καλή, ειδικά αναλογιζόμενη την αηδία που μου προκαλούσε το σώμα μου, από τότε κιόλας.
Μα τι τέλεια. Είσαι τέλεια. Αυτό μου έλεγε πάντα η μαμά, κι εγώ δεν αμφέβαλλα ότι στα μάτια της αυτό δεν ήταν απλώς μια εντύπωση, αλλά μια βεβαιότητα. Αλλά έκανε λάθος. Το εφηβικό μου σώμα αποθήκευε λίπος σε άβολα σημεία κι εγώ αηδίαζα. Δεν υπήρχε πιο μη τέλειο πράγμα από το λίπος. Στο σχολείο, από μια τάξη και μετά, σε κάποιον ανώμαλο του ήρθε η φαεινή ιδέα να επιβάλει στα κορίτσια να χρησιμοποιούν θεόστενα μπλε κολάν για το μάθημα της γυμναστικής. Τα αγόρια χρησιμοποιούσαν φαρδιά σορτς. Μας έπρηζαν αν οι φούστες ήταν ένα δάχτυλο πιο πάνω από το γόνατο, αλλά εκείνα τα στενόμεσα κοντά κολάν ήταν υποχρεωτικό στοιχείο της στολής. Ήταν ή αυτό ή μηδέν. Εγώ δεν γινόταν να πάρω μηδέν. Εγώ ήμουν τέλεια. Όλα τα έκανα τέλεια. Το μηδέν είναι ο λιγότερο τέλειος αριθμός απ’ όλους. Το κολάν τυλιγόταν στα μπούτια μου κι εγώ, από πάνω, έβλεπα τα πόδια μου σαν παραγεμισμένα λουκάνικα, κακοφτιαγμένα, με εργοστασιακά ελαττώματα που κανονικά θα έπρεπε να τα πετάξουν στα σκουπίδια, ούτε καν να τα ξεπουλήσουν στο παζάρι. Ο κώλος μου ήταν μια γιγάντια μπάλα ντροπής που προσπαθούσα να κρύψω με το λευκό μακό με το τεράστιο λογότυπο του σκατοσχολείου όπου είχα μπει στα τέσσερά μου και στο οποίο επίσης ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στα δεκαεφτά. Μισούσα κάθε εκατοστό του δέρματός μου και κατηγορούσα τη μοίρα και τα ανάποδα γονίδια των γονιών μου που μου είχαν δώσει αυτό το κορμί, στο οποίο επίσης δεν μεγάλωνε το μπούστο ούτε διαφαινόταν κάποιο προσχέδιο μιας φυσιολογικής γυναίκας. Χωρίς λογικό έρεισμα κανένα, με έπεισα ότι, όταν έρθει η ώρα, το λίπος του πισινού μου, των ποδιών μου και της κοιλιάς μου θα κάνει μια συμφωνία με το στήθος μου και θα το γεμίσει. Αυτή ήταν η μεγαλύτερή μου ελπίδα. Αφού πάντα μου έλεγαν ότι η φύση είναι σοφή, δεν έβρισκα τίποτα πιο σοφό από το να εξοικονομήσω ενέργεια και χρόνο μέχρι το περισσευούμενο υλικό να συμπληρώσει την απουσία. Περιττό να πω ότι δεν συνέβη ποτέ.
Τη μέρα που η μητέρα μου με βρήκε με τα πόδια ανοιχτά, χωρίς σουτιέν και με το βρακί τραβηγμένο στην άκρη, τόσο όσο, για να βλέπει μικρό μέρος του αιδοίου μου ένας ανώνυμος σ’ ένα παρακμιακό τσατ ρουμ, κατανοώ ότι ο κόσμος της όχι μόνο γκρεμίστηκε, αλλά εξερράγη στα μούτρα της. Καταράστηκε τη γέννησή μου, τις μεθόδους ανατροφής μου, τις στωικές προσπάθειές της να με κάνει τον πιο ευτυχισμένο και τέλειο άνθρωπο που θα γνώριζε ο κόσμος τούτος. Αναρωτιόταν μέσα σε βογγητά πραγματικού πόνου τι είχε κάνει στραβά, πού είχε κάνει λάθος. Ποια στιγμή ακριβώς σταμάτησες να είσαι το κοριτσάκι μου, ο άγγελός μου. Μου είπε ότι έχασα τα φτερά μου, την αγνότητά μου, ότι αυτοί οι άντρες μου τα είχαν κλέψει, ότι ποιος θα με ήθελε τώρα έτσι, αφού με είχαν χρησιμοποιήσει ξανά και ξανά τα πιο ανώμαλα μάτια, οι πιο χυδαίες γλώσσες.
Εγώ ήθελα έναν φίλο, έναν μονάχα.
Και τώρα ούτε καν εκείνη δεν ήταν φίλη μου γιατί της προκαλούσα αηδία.
Εκείνη τη νύχτα που αναγνώρισα το ημιμεταλλικό υλικό της καρτέλας των χαπιών για τη γρίπη που με βοηθούσαν, που με έβαζαν για ύπνο, προσπάθησα να αυτοκτονήσω σκίζοντας απ’ άκρη σ’ άκρη το δέρμα του μηρού μου. Ήταν πολύ δύσκολο να καταφέρω ν’ ανοίξω το πετσί μου, ειδικά λόγω της ποσότητας δέρματος σ’ αυτό το σημείο του σώματός μου. Στην αρχή τα γδαρσίματα ήταν αξιοθρήνητα και σχεδόν ασήμαντα· έριχνα το φταίξιμο στην εμμονή μου με το φαγητό, στις απότομες κρίσεις πείνας που με έκαναν να κατεβάζω ολόκληρο το κυλικείο στο σχολείο και να τελειώνω τα λίγα λεφτά που είχα μαζέψει. Πέρασε πολύς καιρός, ίσως περισσότερος απ’ όσο θυμάμαι, και κάποια στιγμή η πίεση και η υπομονή μετέτρεψαν τα γδαρσίματα σε σημάδια, έπειτα σε πληγές και στο τέλος σε ανοίγματα απ’ όπου πετάγονταν φοβισμένες σταγόνες μαύρου αίματος, σχεδόν πηγμένου, το οποίο κυλούσε στέρεο μέχρι να φτάσει στη γάμπα. Έφτασα ν’ αγγίξω τη μηριαία αρτηρία. Την είδα, ήταν ένα παχύ και κοκκινωπό νεύρο που ξεπηδούσε μέσα από το αφρισμένο κρέας. Αυτή είναι, είπα. Αυτή είναι που πρέπει να κόψω. Η καρτέλα των χαπιών είχε γίνει μια άμορφη, κοκκινωπή παλιολαμαρίνα, μόλις που λίμαρε το δέρμα. Το χαλί του δωματίου μου είχε ποτίσει ξερό αίμα και κομματάκια πέτσας που μου προκαλούσαν αναγούλα. Ήμουν ένα τέρας. Ήμουν πονεμένα σωθικά, ένα εξάμβλωμα, ένας έκπτωτος, αδιάστατος άγγελος. Είχα φτάσει στην αρτηρία του θριάμβου. Και το μόνο που έκανα ήταν να το σκάσω. Όπως πάντα με όλα, παραδόθηκα στον φόβο και φώναξα το όνομα της μητέρας μου, κλαψουρίζοντας σαν τεράστιο μωρό. Μαμά, μαμά. Γύρνα πίσω. Θέλω να είσαι φίλη μου. Θα γίνω πάλι όλα όσα θες, αλλά γιάτρεψέ με. Κλείσε με.