Χάρτης 91 - ΙΟΥΛΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-91/zwologikos-khpos/ghatos-steiromenos-khrwmatos-leikoy
Μόλις τελειώσανε οι φασαρίες και τα σούρτα φέρτα με τα ξενύχτια και τις κηδείες, πήρα γραμμή ότι ο μακαρίτης μού άφησε αμανάτι τον γάτο. Ούτε λεφτά, ούτε ακίνητα ο πατήρ προς τον υιό. Μόνο κάτι χρέη στην εφορία ―να δούμε πώς θα τα γλιτώσω― και τον γάτο. Βρήκα μια κούτα και τον έχωσα μέσα. Λούφαξε σε μιαν άκρη το ζωντανό και με κοιτούσε. Τσίμπησα και τη σακούλα με την ξηρά τροφή που βρήκα ανοιγμένη στην κουζίνα.
Φώναζε και χτυπιότανε σ’ όλο τον δρόμο μέχρι την τρώγλη μου. Μπελάς. Αν είναι να πιάνει κανέναν ποντικό, χαλάλι. Τον αμολάω, καλώς ήρθες, μεγάλε, βρίσκω έναν κεσέ από γιαούρτι, του βάζω τροφή, σαν στο σπίτι σου.
Ρίχνω να παίζει στο πι-σι μια μουσική, αράζω στο κρεβάτι και στρίβω τσιγάρο να ισιώσω. Πάσο, πάω πάσο, η συγκίνηση φέρνει κόπωση. Ο γάτος βγαίνει δειλά-δειλά στη γύρα. Σνιφάρει τις γωνιές και προχωράει, καλά πάμε.
Τραβάω την πρώτη τζούρα και σκέφτομαι αν πρέπει να αισθάνομαι υπερήφανος που κληρονόμησα το αιλουροειδές με το κομμένο αφτί, σημάδι πως είναι στειρωμένο. Κρίμα, μάγκα μου. Με τη δεύτερη τζούρα θυμάμαι εκείνο το παπουτσωμένο γατί στο παραμύθι, που βοήθησε το αφεντικό του να φτιαχτεί κι αναρωτιέμαι αν πιστεύω στα παραμύθια. Να βρεθώ λέει άρχοντας, με σύζυγο περιωπής, με σπίτια κι αυτοκίνητα και να ‘ναι αφορμή ο γάτος. Με την τρίτη τζούρα έχω φύγει.
*
Παίρνω τον γάτο αγκαλιά και πάμε τσάρκα. Στο πάρκο. Η Μάνια στο σουλάτσο με τις φίλες της, ω, τι ωραίο γατάκι. Χαϊδεύει τον γάτο μες στα χέρια μου και παίρνω μάτι τα βυζιά της. Μυρίζει ωραία η άτιμη, ο γάτος γουργουρίζει και δώστου χάδια και γλυκόλογα κι εγώ ρουφάω τη μυρωδιά της. Έλα ν’ αράξουμε της λέω, φαίνεται πως σε συμπαθεί.
Κάνει να τονε πάρει αγκαλιά, κι είμαστε λέει στα σκαλιά της εκκλησίας κι αντί για ανθοδέσμη τής δίνω εγώ τον γάτο. Καντήλια, αγιαστούρες, γλέντια, φρου-φρου κι αρώματα κι εμένα ο νους μου στα βυζιά της. Μπαίνουμε στην κουρσάρα, πάμε σπίτι της. Κι είναι τριώροφο λέει, ολοκαίνουργιο, έχει κι ασανσέρ, μα τη σηκώνω στα χέρια και πάμε από τις σκάλες. Ο γάτος πάντα μες στην αγκαλιά της, ίσα που ξεχωρίζει απ’ το φουστάνι. Την πάω στο δωμάτιο και την πετάω στο κρεβάτι.
Όλα καλά ως εδώ, αλλά καινούργιο κρεβάτι και να τρίζουν οι σουμιέδες; Κρου-κρου, κρου-κρου μου πήρανε τ’ αφτιά. Κι ο γάτος με κοιτάει και γελάει.
*
Νιώθω την καύτρα στα ρουθούνια μου, πετάγομαι απάνω. Πού είσαι, ρε, γιατί γελάς; Φέρνω τα ζύγια μου κι αντί γι’ αυτόν, βλέπω έναν ποντικό να ροκανίζει τις κροκέτες. Αρπάω τη σκούπα να τη φέρω στο κεφάλι του, σιγά μην κάτσει να τη φάει. Πού είσαι, ρε, πού κρύφτηκες; Ψάχνω, βρίσκω τον γάτο κάτω απ’ το κρεβάτι. Κοιτάει γύρω-γύρω στα χαμένα.
Σιγά μη δω από σένα προκοπή. Μπαστάρδεψες, αγόρι μου, ούτε να διώχνεις τους ποντικούς δεν κάνεις.
Μπαίνω στις αγγελίες για φιλόζωους· «Χαρίζεται γάτος στειρωμένος, χρώματος λευκού».