Χάρτης 90 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-90/dokimio/to-apto-poiima
Κρατάτε ένα βότσαλο ξεχωριστό στο χέρι σας που το χρώμα του, οι γραμμές του και η αίσθηση της αφής σάς ωθούν να το χαρακτηρίσετε «ποίημα». Ένα πράγμα-ποίημα στην τυχαιότητα της φυσικής ζωγραφικής του που, επιπλέον της απτικής του απόλαυσης, σας κάνει να νιώσετε ένα σκίρτημα πνεύματος στην ύλη του.
Άραγε το αντίστροφο, ένα ποίημα-πράγμα που η πνευματική αφετηρία του θα το οδηγεί στην υλική πληρότητα της αφής είναι εφικτό, και αν ναι είναι αναγκαίο και γιατί;
Σύμφωνα με έναν γλωσσικό μύθο που στοιχειώνει υποσυνείδητα τους ποιητές, οι άνθρωποι προτού γίνουν έκπτωτοι της εδεμικής τους υπόστασης, δε μιλούσαν τις λέξεις των πραγμάτων αλλά τα ίδια τα πράγματα. Και το ανάλογό του σε μια μυθοποιητική του Είναι οντολογία είναι ότι ο άνθρωπος πριν ριχτεί μέσω της ύπαρξής του στην ατομική συνείδηση, συμμετείχε στην πληρότητα του συλλογικού ασυνείδητου ενός συμπαντικού Είναι, την απουσία του οποίου πενθεί στην εξατομικευμένη του πλέον ύπαρξη και υποκαθιστά με το κοινωνικό του Είναι. Και ίσως σε αυτή τη νοσταλγία του προ-πτωτικού καθεστώτος από την εμπράγματη γλώσσα και συνείδηση να έχει τις ρίζες του ο διαχρονικός φετιχισμός των πραγμάτων, που ως καταναλωτικός στην εποχή μας συντελεί στην κακή εκπραγμάτιση ―σε αντίθεση με την καλή του συναισθηματικού εγκιβωτισμού των ανθρώπων από τα πράγματα― σαν απολίθωση σχέσεων, ιδεών και ζωών ιδρυματοποιημένων σε διαμερίσματα και ωράρια, στην επικρατούσα τυπολογία του αστικού κόσμου.
Από την άλλη, μια κακή εκπνευμάτιση διαμορφώνει εξίσου, με αντίστροφο τρόπο, τη δυσχερή ανθρώπινη συνθήκη, μειώνοντας τη σωματική παρουσία μέσω των ανέπαφων του αγοραίου και κοινωνικού ψηφιακού κόσμου, επιπλέον της προηγηθείσας απώλειας σωματικής αμεσότητας και ικανοποίησης μέσω της αντικατάστασης στην οικονομία της χρηστικής από την ανταλλακτική αξία, που ακολούθησε την αφαιρετική διάσταση του γραπτού σε σχέση με τον σωματικό-προφορικό λόγο.
Λόγω αυτών που ειπώθηκαν παραπάνω, το ποίημα-πράγμα θα πρέπει να διαφέρει της εκπραγμάτισης μέσω ενός πνευματικού σκιρτήματος, όπως το βότσαλο στο παράδειγμα, αλλά και της εκπνευμάτισης μέσω της αισθητικής αφαίρεσης στο ελάχιστο λυρικά αναγκαίο νόημα, σαν ένα σημαίνον χωρίς διακριτό σημαινόμενο, παραπέμποντας κεντρομόλα στη γλωσσική του ύλη, ως αισθησιακό αντίβαρο στην εκ της ερμηνευτικής ανθρώπινης φύσης φυγόκεντρη τάση των λέξεων προς τα νοήματα.
Γραμματολογικό παράδειγμα μιας τέτοιας επίτευξης αποτελεί η Υψικάμινος
του Εμπειρίκου, όπου ο γλωσσικός αισθησιασμός της υλικής αυτοτέλειας των ποιημάτων επιτυγχανόταν με τη βοήθεια της απολιθωτικής των σημασιών καθαρεύουσας. Το σώμα του αναγνώστη, που τόσο έχει εξοβελισθεί από τις αισθητικές και ποιητικές του καιρού μας, ένιωθε το ποίημα σαν ένα βότσαλο στη χούφτα του, πυκνώνοντας την αίσθηση που ανέπτυξε ο Zbigniew Herbert στο ομώνυμο ποίημά του.
Κι αν ο Francis Ponge ονειρεύτηκε το ποίημα-πράγμα στην αυτάρκεια τού Είναι ενός περίκλειστου και συμπαγούς μη αναφορικού ποιήματος, σύμφωνα με τις επιταγές ενός ακραίου μοντερνισμού, η σύγχρονη σύνθλιψη της ανθρώπινης ύπαρξης μεταξύ εκπραγμάτισης και εκπνευμάτισης, καθιστά αναγκαία την επιδίωξή του ως οδηγό για μια πνευματικότητα ανιδιοτελή, που δεν θα χειραγωγεί το σώμα σαν ενεργούμενο ενός χειριστικά υπολογιστικού μυαλού με βλέψεις στην ποσότητα υλών και πληροφοριών, αλλά σαν μια υλικότητα που θα ελαφραίνει η πνευματική μαγεία της μη διεκδίκησης εξαργυρώσιμων πραγμάτων και νοημάτων, παρά μόνο τραυμάτων την ανάδυση στη συλλογική συνείδηση, για ένα σκάλισμα καλλιεργητικό της κοινοτικής αυτογνωσίας και ενσυναίσθησης.
Κι αν υπάρχει μια μυθική καταβολή του ποιήματος ως πράγματος αυτή δεν είναι άλλη από τη Σφίγγα, που μέσα στην κατοπινή πέτρα της περιέχει το αίνιγμα ως άνοιγμα στο ανθρώπινο πεπρωμένο. Στην αινιγματική φύση λοιπόν του μέσω των αισθήσεων εμφατικά υλικού ποιήματος, εκφράζεται το πνευματικό αντίβαρο της σχεδόν απτικής γλωσσικής του διάστασης, όπου νεύμα και πνεύμα συνυπάρχουν.
Εκεί που κάθε ρευστή εκδήλωση και πράξη του ανθρώπου δεν επιστρέφει ιστορικά πραγμοποιημένη σαν τετελεσμένο Είναι ενός παρελθοντικού γίγνεσθαι, αλλά σαν ζωντανή λάβα του αδιάσπαστα ενοποιημένου ιστορικού με τον ενεστώτα και μέλλοντα χρόνο, μέσω του ανθρώπινου -ουτοπικής τροπής- Είναι, ως συνειδητού αλλά κινητήριου μύθου για την αλήθεια, στην ποιητική μας σχέση με το αδύνατο.
Μα αυτή δεν είναι η βαθύτερη αλήθεια της καλλιτεχνικής φαινομενικότητας, που αν στη μουσική υπερνικά την εμμεσότητα, στο θέατρο του εφήμερου την αιωνιότητα, στη γλυπτική τη σκληρότητα, στο χορό τη βαρύτητα, στη ζωγραφική την προφάνεια, στο σινεμά την ακροφάνεια των χωριστών του πλάνων, στο ποίημα ξανά θρηνεί πως σε ήτ(τ)α τελειώνει η ζωή, παραλλάσσοντας τον στίχο του Αργύρη Χιόνη.
Γιατί όταν βγαίνεις από την αίθουσα οποιασδήποτε τέχνης η μη εφικτή φορητότητα της ολικής αναπαράστασης αυτού που έζησες με τόση ένταση ψυχής, το αποδυναμώνει στην αφόρητη καθημερινότητα που αρχίζει ξανά, «σαν κύμα μιας εμπειρίας που αντί να σκάσει, αναδιπλώνεται σε λέξεις, έλξεις που ξεθυμαίνουν στην αναπόδραστη κάμαρά σου, πριν του μίτου ψηλάφηση των δακτύλων στους τοίχους, να διαβάσει στους στίχους ξανά, η αδιάβατη πόρτα πώς ανοίγει με σήματα, μορς από μόρσιμα ρήματα, γραφής επιτοίχιας που το βέλος της δείχνει, παρακαμπτήριο επιτυχίας να βγεις· πως σε κόσμο ανάποδο το μέσα του στίχου, πιο έξω απ’ οπουδήποτε».
Γιατί ο μόνος τρόπος να βγούμε από την κακή εσωτερικότητα του ατομικά αυτάρκους μέσω των σύγχρονων τεχνικών ευτυχίας και μιας κακώς εννοούμενης πνευματικότητας, είναι αφού τη γυρίσουμε απ’ τη μεριά της φόδρας της, που η σοβαροφάνεια χάνεται στη φαιδρότητα της συνολικής κοινωνικής ανορθολογικότητας, να αντιληφθούμε ξανά το πνεύμα σαν νεύμα σωματικό.
Τέτοιας ποιότητας δηλαδή, που να επιστρέφει και στο ποίημα τη χαμένη αισθησιακή του υπόσταση, στο κάλεσμα «πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου». Γιατί όσο σε ήττα καμπυλώνεται η ζωή, τόσο απτή καθίσταται η λέξη του Δημοσθένη. Αυτό το βότσαλο θεραπείας των ρω, στον έρωτα για τους πολίτες μιας πόλης με ενσυναίσθηση.