Χάρτης 90 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-90/diereynhseis/o-markos-meskos-ton-vodenwn
______________
______________
Η πρώιμη δημιουργική περίοδος του ποιητή, πεζογράφου και δοκιμιογράφου Μάρκου Μέσκου (1935-2019) συνιστά ένα γόνιμο αλλά εν πολλοίς ανεξερεύνητο πεδίο για τη μελέτη της διαμόρφωσης της ποιητικής του φυσιογνωμίας. Στο παρόν κείμενο θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε πρωτογενές υλικό από τη νεανική περίοδο του ποιητή, το οποίο προέρχεται από τοπικές εφημερίδες, περιοδικά και ιδιωτικά αρχεία ανθρώπων των γραμμάτων της γενέτειράς του, της Έδεσσας, με τους οποίους συνδέθηκε στενά. Το υλικό αυτό, άγνωστο ή λησμονημένο και ελάχιστα αξιοποιημένο έως σήμερα, συμβάλλει στον εμπλουτισμό της εργογραφίας του ποιητή και στη χαρτογράφηση της πρώιμης δημόσιας παρουσίας του στον λογοτεχνικό χώρο. Συγκεκριμένα, η έρευνα ανέδειξε δημοσιεύσεις ποιημάτων, μια νεανική στήλη του στην εφημερίδα Εδεσσαϊκή, καθώς και ένα ανέκδοτο έντυπο περιορισμένης κυκλοφορίας, το οποίο ο ίδιος ο Μέσκος μοίραζε σε στενό κύκλο φίλων του και έφερε τον τίτλο Το Κουκούλι. Το υλικό αυτό, πέρα από την τεκμηριακή του αξία, επιτρέπει την προσέγγιση των πρώιμων θεματικών, υφολογικών και εκφραστικών επιλογών του δημιουργού, φωτίζοντας τις συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώθηκε η νεανική του γραφή. Στόχος του παρόντος κειμένου, λοιπόν, είναι αφενός η παρουσίαση και καταγραφή των εν λόγω ευρημάτων και αφετέρου η ένταξή τους στο ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο της νεανικής πορείας του Μάρκου Μέσκου, όπως αυτή διαμορφώθηκε στον χώρο των Βοδενών/Έδεσσας, πριν από την καθιέρωσή του στα γράμματα.[1]
Ξεκινάμε την καταγραφή από τα πρώιμα ποιήματα που ο Μέσκος δημοσίευσε στον Τύπο της εποχής, αλλά επέλεξε τελικά να μη συμπεριλάβει στις ποιητικές συλλογές του, με αποτέλεσμα να έχουν σε μεγάλο βαθμό λησμονηθεί. Γι’ αυτό θεωρούμε σκόπιμη τη συγκέντρωση και την παράθεσή τους, ώστε να συμπληρωθεί η εικόνα της πρώιμης δημιουργικής του περιόδου.[2] Η πρώτη δημοσίευση που εντοπίστηκε είναι το ποίημα «Αισιοδοξία» στο βραχύβιο περιοδικό Ο Λογοτέχνης (9 [Μάιος 1957] 11):[3]
ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ
Σκέφτομαι πως μπορεί μέσα σε λίγην ώρα
να στολίζεις κι εσύ μια κόχη του Μουσείου,
ένα κάγκελο ή ένα πλακάκι με το κρανίο σου
με τα σπασμένα σου χέρια καθώς δυο σταυρωμένα σπαθιά
τα ίχνη σου από τα διαβολεμένα σύνεργα στις άκρες
των καλλίγραμμων ποδιών σου,
μπορεί, λέω, να στολίζεις
το Μουσείο ή την Πινακοθήκη του μεταγενέστερου ανθρώπου,
όταν απόλυτα λυτρωμένος και μ’ ενδιαφέρον διαβάζει
«Κόσμος του εικοστού αιώνα».[4]
Τρεις μήνες μετά δημοσίευσε το ποίημα «Αναστασία» στη Νέα Εστία (723 [Αύγουστος 1957] 1171) που αφιέρωσε, όπως ο ίδιος αναφέρει σε υποσημείωσή του, στη μικρή του αδελφή, η οποία έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις δεκαπέντε μηνών.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ
Στα μάτια σου κοιμούνται οι μαργαρίτες, αδερφούλα,
ένα αστείο ρυάκι ήσαν τα λόγια σου
κι άγγελος μαζί όπου σε κάλεσε ο Θεός
να τραγουδείς τις πορφυρές αυγές Του…
Να πιστέψω δεν δύναμαι
πως το κατάμαυρο γεράκι εκεί ψηλά είναι θάνατος
αφού σηκώνει στις φτερούγες του τόσον ουρανό
ανθισμένο από τα λούλουδα που φύτεψες ‘κει πάνω…
Κανένα από τα δύο παραπάνω ποιήματα δεν συμπεριέλαβε ο Μέσκος τελικά στην πρώτη ποιητική συλλογή του, Πριν από το θάνατο, που κυκλοφόρησε έναν χρόνο μετά (1958). Επόμενες ποιητικές δημοσιεύσεις που δεν συμπεριλήφθηκαν στις συλλογές του αποτελούν τα ποιήματα «Γράμμα σ’ ένα στρατιώτη» και η απαντητική του συνέχεια «Η απάντηση του στρατιώτη», δημοσιευμένα στο περιοδικό Νέα Πορεία (52 [Ιούνιος 1959] 220), με το οποίο ο Μέσκος ξεκινάει μια μακρά περίοδο συνεργασίας. Κι αν τα δύο πρώτα ποιήματα που παραθέσαμε, μαζί με το αποκηρυγμένο που σκοπίμως παραλείψαμε, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως πρωτόλεια, στα ποιήματα αυτά της Νέας Πορείας ανιχνεύονται καθαρότερα οι θεματικοί άξονες και τα μοτίβα που χαρακτηρίζουν τις πρώιμες συλλογές του Μέσκου, όπως είναι η διάψευση των οραμάτων, τα τραυματικά ιστορικά βιώματα και η στενή, σχεδόν υπαρξιακή, σχέση με τη φύση. Παραθέτουμε τα ποιήματα:
ΓΡΑΜΜΑ Σ' ΕΝΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ
Τα ποτάμια στέρεψαν – μη ζητήσεις άδεια,
μη σου φανεί παράξενο: τα δέντρα δεν άνθισαν φέτο–
η Βεατρίκη παντρεύτηκε –ο πατέρας σου δε χτυπάει
τη μάνα σου όταν γυρίζει μεσάνυχτα τύφλα στο μεθύσι.
Μη σου φανεί παράξενο: βρέχει στην πατρίδα, βρέχει
κι ο πελαργός περνώντας δεν κροτάλισε καλοκαίρια –
τι να την κάνεις την άδεια;
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ
Παράξενο! Χίλιες φορές παράξενο, να μην
ανθίσουν τα δέντρα, τα ποτάμια να στερέψουν,
καλοκαίρι τώρα στην πατρίδα να βρέχει, η Βεατρίκη μου να παντρευτεί
λες ο πατέρας μου να συνετίστηκε;
Τώρα που μεγάλωσε βουνό η νοσταλγία μου, θυμάμαι
πως γεννήθηκα κοντά σε ένα ποτάμι. Κι όταν ξεστρατευτώ από την πατρί-
δα κουβαλώ ένα παγωμένο ποτάμι στη ράχη μου…
―Στείλε μου μωρέ το πυρωμένο μαχαίρι
να χαράξουν στην πλάτη μου τα πουλιά τα λιγοθυμισμένα
του καλοκαιριού!
Στο ίδιο τεύχος (Νέα Πορεία 52 [Ιούνιος 1959] 220) εντοπίζουμε και το ποίημα με τίτλο «Ένας γάμος»:
ΕΝΑΣ ΓΑΜΟΣ
Αυτήν θαυμάζω περισσότερο. Μια γυναίκα μάλλον κοινή. Έφτασε δω
δούλα, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος έστελνε στην πατρίδα του
σωρούς τα χρυσά δώρα, καραβιές τους σκλάβους του Νείλου
μα έτυχε να δει τη λευτεριά της μόλις τώρα
παίρνοντας άντρα έναν τυφλό του τελευταίου πολέμου.
Και γνώριζε πως σ’ όλη τη ζωή, αυτή, η δούλα η λεύτερη πια
δε θα ‘βλεπε παρά έναν καμένο ουρανό μπροστά της
μέρα και νύχτα έναν φράχτη από ασβέστη!
(Ω, Θε μου, ρίξε τον κεραυνό σου και κάψε με
αφού λησμόνησα να ευχηθώ τ’ όνειρο της λεύτερης δούλας.
Να πέσει, λέει, αυτός ο κάτασπρος φράχτης και να φτάσουν στον καμένο
ουρανό γέλια και παιδικές φωνές!)
Τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου δημοσιεύει στη Νέα Πορεία (55 [Σεπτέμβριος 1959] 323) το ποίημα «Ο απλός κόσμος».
Ο ΑΠΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Δε χρειάζεται πολύ· ένα ζευγάρι παπούτσια β΄ κατηγορίας
είναι αρκετό για να πιστέψει το κορίτσι αυτό με τα δεκατέσσερα χρόνια
πως ο ουρανός δεν έχει άλλο απ’ ήλιο και φεγγάρια,
η νύχτα της γης δεν κρύβει φωνές και κόκαλα κι αίμα
δεν κρύβει έρωτα και νερό σ’ ανδρειωμένα σώματα
παρά ανασταίνει αυτή την ανθισμένη κερασιά και παίρνει τ’ άνθη της
και στολίζεται και περπατάει, νυφούλα, δίπλα στο ποτάμι.
Δε χρειάζεται πολύ· το ‘δα το κορίτσι αυτό κοντά στη Μπέλλιτσα[5]
φορώντας τα παπούτσια του κακού εμπόρου
κι αναθάρρησα με το χαμόγελό του…
Τον επόμενο χρόνο και μαζί με τα ποιήματα «Η λάβα», «Η πείνα», «Ιτιά» που συμπεριλήφθηκαν στη δεύτερη συλλογή του Μέσκου με τίτλο Μαυροβούνι (1963), ο Μέσκος δημοσιεύει το ποίημα «Η γυμνή κούκλα» (Νέα Πορεία 66-67 [Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1960] 221) που τελικά δεν θα εντάξει σε συλλογή του:
Η ΓΥΜΝΗ ΚΟΥΚΛΑ
Με χιόνι την έπλασα με βροχή
και με τυφλά φεγγάρια, όμως
είχε κορμί είχε ψυχή είχε καρδιά και ζούσε…
Φιλούσα την κούκλα γυμνή
την έβρεχε τη χιόνιζε ο καιρός
πάντα γυμνή! Στην παγωνιά
η λάμα πίσω από το φως (στα δόντια ανάμεσα)
ο ύπνος πίσω από το θάνατο…
Με χιόνι την έπλασα με βροχή
και με τυφλά φεγγάρια.
Στην επόμενη σελίδα και δίπλα στα ποιήματα «Τσιγγάνικο», «Αστείο», «Το αίσθημα» και «Ερημιά», επίσης από τη συλλογή Μαυροβούνι (1963), δημοσιεύεται ο «Αισθηματίας στρατιώτης» (Νέα Πορεία 66-67 [Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1960] 222):
ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΑΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
Πολύν καιρό μπορούσα να φυλάω σκοπός
τις καλαμποκιές κάτω στην κοιλάδα
το ζευγολάτη με το σφύριγμα του μουλαριού,
πολύν καιρό, λέω, αν δεν υπήρχε
το ποτάμι αυτό με το νερό
και τα ζευγάρια οι βρώμικες κάλτσες στο σακίδιο
να πλύνω.
Ακολουθεί το ποίημα «Καταγωγικά» στο ίδιο έντυπο (Νέα Πορεία 68-69-70 [Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1960] 270) που χωρίζεται σε τρία μέρη:
Ι
Το ‘ξερα. Τα πουλιά μου τα ‘στελνε ο Θεός ενώ
πείνα και θάνατος μου θέριζαν τα σπλάχνα.
Ατέλειωτος ο κόσμος μπροστά, όσο ηχεί στ’ αυτιά του στρατιώτη η σάλπιγγα
αντάρα μου ‘φερνε στα μάτια, μακελειό και λησμονιά…
Το μεσημέρι περνούσε ο ήλιος και δεν εύρισκε πρόβατο
πρόβατο ή παιδί να το κοιμίσει. Ας ήταν καλά όμως η νύχτα
που σάρωνε τον ύπνο μου και κι έδινε στον άνεμο γλυκάδα ονείρου
έστω, πότε-πότε να αλαφιάζομαι, πότε να πλαγιάζω πάνω σ’ αίματα…
Το ‘ξερα. Τα πουλιά μου τα ‘στελνε ο Θεός να ξεχαστώ
μα χλεύαζαν τα σύννεφα και τα πουλιά απορούσανε
πώς άλλαξεν αισθήματα ο ουρανός απέναντί τους.
ΙΙ
Βρέχει πολύ στην πολιτεία που μένω
βρέχει, βρέχει ο ουρανός χαμηλός.
Ράγισαν τα ονείρατά μου κι είμαι ποτισμένος βροχή
βροχή και κατάρα ως το κόκκαλο.
ΙΙΙ
Σήμερα ανακάλυψα
πως ο κόσμος δίχως εμένα γελάει
ο κόσμος δίχως εμένα
ξέγνοιαστος…
Το τελευταίο ποίημα της πρώιμης περιόδου του Μέσκου που εντοπίστηκε στον Τύπο, χωρίς ωστόσο να έχει εκδοθεί σε κάποια από τις ποιητικές του συλλογές, φέρει τον τίτλο «Ο αντάρτης και η μουσική» (Νέα Πορεία 85 [Μάρτιος 1962] 71):
Ο ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ
Έσπρωξε την πόρτα· την κλώτσησε σχεδόν και μπήκε μέσα.
Παρέες εδώ, παρέες εκεί, διάχυτη μουσική – καπνίλα.
Τα γκαρσόνια κοκάλωσαν σε λίγο. Απέναντι
η γυναίκα που αγαπούσε τόσα φεγγάρια πριν
Κόπηκεν η βουή, κόπηκαν οι ομιλίες ― σιωπή.
Αυτός δεν ήταν ληστής (ένα μέτρο μπόι, μαντήλι ιδρωμένο
στο λαιμό, άταχτα μαλλιά) τους κοίταξε όλους έναν-έναν στα μάτια
τόση ήσυχη σκλαβιά, σκέφτηκε, τόση φουρτουνιασμένη θάλασσα―
γύρισε πίσω του και με δυσφορία είπε:
―Δεν έχει αέρα ‘δώ, πάμε.
Πήρε τα παλικάρια του και έφυγε.
Ολοκληρώνοντας με τα δημοσιευμένα ποιήματα της πρώιμης περιόδου του Μέσκου που δεν συμπεριλήφθηκαν στις εκδομένες συλλογές του, περνάμε στην επίσης λησμονημένη συνεργασία του με την τότε νεότευκτη τοπική εφημερίδα της πόλης του, την Εδεσσαϊκή.[6] Σύμφωνα με πληροφορίες του εδεσσαίου ποιητή Θοδωρή Σαρηγκιόλη, ο Μέσκος ανήκε στην πρώτη συντακτική ομάδα της εφημερίδας, η οποία ξεκίνησε να κυκλοφορεί στις 29 Σεπτεμβρίου 1963, μαζί με τον Νίκο Καραμανάβη, τον Τάσο Σαμαρτζή και εκδότη τον Ευθύμιο Βαγουρδή. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας, ο Μέσκος επιλέγει στη στήλη του με τίτλο «Μικρή Ανθολογία» αγαπημένους του ποιητές και συγγραφείς που έχουν συνδέσει το όνομά τους τόσο με την πόλη της Έδεσσας όσο και με τον ίδιο.[7]
Ο Μέσκος επιλέγει να εγκαινιάσει τη στήλη του (6 Οκτωβρίου 1963) με αφιέρωμα στον Ηρακλή Θ. Μάλλωση (1907-;), για τη ζωή του οποίου λίγα στοιχεία είναι γνωστά. Σύμφωνα με τον Μέσκο, πρόκειται για έναν ποιητή και συγγραφέα που έζησε στην Έδεσσα από το 1926 μέχρι το 1943 εργαζόμενος ως τραπεζικός υπάλληλος, υπήρξε εμβληματικό μέλος του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Έδεσσας «Μέγας Αλέξανδρος» και συμμετείχε ενεργά στην πνευματική κίνηση της πόλης. Ο Μέσκος αντλεί από τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Μάλλωση, τα Σπασμένα Βιολιά (1937), η οποία συνδέεται με το περιβάλλον της πόλης, και παραθέτει τα ποιήματα «Η νοσταλγία της ψυχής» και «Έδεσσα ή ευτυχία». Το δεύτερο ποίημα συνοδεύεται από σημείωση του Μάλλωση που το τοποθετεί στον γνωστό μύλο των αδελφών Γιαννάκη, στην πλατεία Αγγελή Γάτσου, όπου πέρασε τα νεανικά του χρόνια.
Στο επόμενο αφιέρωμά του (18.10.1963), ο Μέσκος επιλέγει τον ηπειρώτη σατιρικό συγγραφέα, ηθοποιό και σκηνοθέτη Γιώργο Κομπορρόζο (1885-1952). Σύμφωνα με το εκτενές εργοβιογραφικό σημείωμα που παραθέτει, ο Κομπορρόζος έζησε στην Έδεσσα για περισσότερο από μια εικοσαετία, εργαζόμενος ως λογιστής σε εργοστάσιο της περιοχής. Σε ετήσια βάση, από το 1926 και εξής, εκδίδει στον αποκριάτικο χορό του ιστορικού συλλόγου της πόλης, τον «Μέγα Αλέξανδρο», το σατιρικό έντυπο ο Μασκαράς, στο οποίο καυτηριάζει τα κακώς κείμενα της εδεσσαϊκής κοινωνίας. Αξιολογώντας το έργο του, ο Μέσκος δεν θεωρεί ότι η σάτιρα του Κομπορρόζου αγγίζει το βάθος του Ανδρέα Λασκαράτου, τον κατατάσσει ωστόσο στο επίπεδο ενός μέτριου μαθητή του Γιώργου Σουρή, με οξυδερκή στίχο αλλά και αστοχίες στην έκφραση. Από τη μοναδική ποιητική συλλογή του Κομπορρόζου, Μάσκες (1950), ο Μέσκος επιλέγει τα σκωπτικά ποιήματα «Παιγνίδι…και Μουσκίδι» (18.10.1963) και «Μαγγουριά και γαϊδουριά» (26.10.1963).
Στα επόμενα τρία τεύχη, ο Μέσκος αφιερώνει τη στήλη του «Μικρή Ανθολογία» στον δημοσιογράφο, συγγραφέα, σκιτσογράφο και πολιτικό Σταμάτη Σταματίου (1881-1946), περισσότερο γνωστό με το ψευδώνυμο «Σταμ-Σταμ». Ο Σταμ-Σταμ συνέδεσε το όνομά του με την πόλης της Έδεσσας, όχι μόνο λόγω του γάμου του με την εδεσσαία Θεανώ Δώδου, αλλά και επειδή διετέλεσε Νομάρχης Πέλλας κατά την τριετία 1922-25. Στη συνέχεια, διετέλεσε νομάρχης και σε άλλες πόλεις, πριν επιστρέψει, για να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην πόλη της συζύγου του. Τα κείμενά του για την Έδεσσα τεκμηριώνουν ένα συνολικότερο ενδιαφέρον για τον τόπο. Στο βιογραφικό σημείωμα του Μέσκου, ο Σταμ-Σταμ παρουσιάζεται ως μια ευρέως γνωστή προσωπικότητα που δεν χρειάζεται συστάσεις, χάρη στις σχέσεις του με επιφανείς πολίτες αλλά και τις συνεργασίες του με το περιοδικό Μπουκέτο (1924-1946) και τις εφημερίδες Ακρόπολις (1883-1989) και Μακεδονία (1911-σήμερα). Ο Μέσκος θεωρεί ως κύρια ιδιότητά του Σταμ-Σταμ αυτή του ευθυμογράφου, την οποία άσκησε για περισσότερο από μισό αιώνα. Σύμφωνα με τον ίδιο, στα ευθυμογραφήματα των Ιστοριών του χωριού (1946) δεν κυριαρχούν η αρχιτεκτονική δομή και η πρωτότυπη πλοκή, αλλά το πηγαίο σχεδίασμα και η εύθυμη διάθεση, με την επίδραση του έργου του να χαρακτηρίζεται μεγάλη και διαρκής (10.11.1963). Οι ιστορίες που ανθολογεί ο Μέσκος είναι οι εξής: «Πώς εσώθη το χωριό;» (2.11.1963), «Το δώρο των Εβραίων» (10.11.1963) και «Ο Στρατός πειθαρχεί» (17.11.1963).
Στις 24.11.1963 η στήλη αφιερώνεται στον ποιητή Βάσο Βαφειάδη (1915-1944), από τη Βίζα της Μικράς Ασίας, ο οποίος διετέλεσε δάσκαλος στην περιοχή και τελικά εκτελέστηκε στην Έδεσσα από τις κατοχικές δυνάμεις σε ηλικία είκοσι εννέα ετών. Στο εισαγωγικό σημείωμα του Μέσκου δεν δίνονται περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή του. Τα ανθολογημένα ποιήματα επιλέχθηκαν από τη μοναδική εφηβική συλλογή του, Καλαμένια φλογέρα
(Έδεσσα 1937), και ξεχωρίζουν για την άρτια τεχνική τους, τη συνθετική δεινότητα και την εφηβική τους μελαγχολία. Στις 24.11.1963 ανθολογούνται τα ποιήματα «Με το δάκρυ του χινοπώρου» και «Εγκαρτέρηση», την 1.12.1963 το «Παράπονο», οι «Πόθοι» και το «Σ’ ένα πουλί» και στις 8.12.1963 οι «Πλάνες αχτίδες», οι «Ώρες θανάτου» και το «Nihil». Η στιχουργική των ποιημάτων αυτών είναι παραδοσιακή, ο τόνος λυρικός και η διάθεση απαισιόδοξη.
Το τελευταίο αφιέρωμα της στήλης του Μέσκου, το οποίο ολοκληρώνει τη σύντομη συνεργασία του με την Εδεσσαϊκή, αφορά τον Όμηρο Πέλλα, φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Γιαννόπουλου (1921-1962). Θα λέγαμε ότι από όλους τους λογοτέχνες που επιλέγει ο Μέσκος να ανθολογήσει, ο Όμηρος Πέλλας είναι ίσως αυτός που παραμένει ο πιο γνωστός και αγαπητός μέχρι και σήμερα, ειδικά στην πόλη της Έδεσσας. Αλλά και το 1963 ο Μέσκος τον χαρακτηρίζει ως «την περισσότερον αγαπημένη πνευματική φυσιογνωμία της περιοχής μας» (15.12.1963).
Γεννημένος στον Πρόδρομο Τριφυλλίας, ο Πέλλας πρωτοδιορίζεται δάσκαλος στο χωριό Σωτήρα της Έδεσσας και έπειτα διδάσκει σε άλλα σχολεία της περιοχής (Έδεσσα, Σεβαστιανά, Πετριά, Μαυροβούνι). Πνεύμα ανήσυχο και μάχιμο, ανταποκρίνεται στο διδασκαλικό του καθήκον με θάρρος. Ωστόσο, συλλαμβάνεται και στέλνεται όμηρος στα κέντρα εξόντωσης της Γερμανίας, όπου θα παλέψει για τη ζωή του και θα καταφέρει να επιβιώσει. Τις εμπειρίες του ως αιχμαλώτου στα στρατόπεδα θανάτου καταγράφει στο κορυφαίο έργο του Stalag
VI
C, στο οποίο αποτυπώνει τη φρίκη της ναζιστικής κτηνωδίας.[8] Μετά την απελευθέρωσή του ξεκινάει μια γόνιμη περίοδος, κατά την οποία καταπιάνεται με διαλέξεις, μελέτες, διηγήματα, ποιήματα και γλυπτά. Αργότερα εξορίζεται στη Μακρόνησο και την Ικαρία λόγω των αριστερών του φρονημάτων, αλλά θα επανασυνδεθεί με την Πέλλα, πριν πεθάνει στη Σκύδρα στις 23.12.1962. Ο πρώιμος θάνατός του διέκοψε τη συγγραφή του μοναδικού θεατρικού του έργου, της Ακριβής, η οποία θα εκδοθεί τελικά μετά θάνατον.[9]
Ο Μέσκος αναγνωρίζει τον Όμηρο Πέλλα ως έναν ευρυμαθή καλλιτέχνη και πνευματικό άνθρωπο που προσπάθησε να δώσει ώθηση στην πνευματική κίνηση της επαρχίας, ενώ τον παρομοιάζει με έναν «λασπωμένο και τραγικά ωραίο Σαρλώ», καθώς η γραφή του κινείται μεταξύ χαράς και πίκρας. Στα αγαπημένα του ποιήματα ο Μέσκος συγκαταλέγει το ποίημα «Βροχή» (15.12.1963).[10] Στις 22 και 29.12.1963 δημοσιεύεται σε δυο συνέχειες το διήγημα «Ο γερο-Λιας», στο οποίο αποτυπώνεται η φτώχεια και η κακοδαιμονία της ελληνικής αγροτικής οικογένειας και κοινωνίας γενικότερα. Το τελευταίο κείμενο του Όμηρου Πέλλα αποτελεί ένα αφιέρωμα στον Νίκο Καζαντζάκη, με αφορμή τη συμπλήρωση ενός έτους από τον θάνατό του. Ο Πέλλας αναγνώρισε τη διεθνή καταξίωση του κρητικού συγγραφέα και παρουσίασε το έργο του, εστιάζοντας στα μυθιστορήματά του που θεωρούσε σημαντικότερα και επισημαίνοντας ως βασικά χαρακτηριστικά τους τα νιτσεϊκά ιδανικά και τον ενοραματικό μυστικισμό (5.1.1964 και 12.1.1964).
Στο αρχείο του Θ. Σαρηγκιόλη, υπάρχει ένα σχεδίασμα του Μέσκου, το οποίο αναφέρεται στο τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο του Όμηρου Πέλλα και προφανώς προοριζόταν για δημοσίευση σε κάποιο έντυπο που δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε. Εκεί αναφέρεται ότι πολύς κόσμος παρέστη στην επιμνημόσυνη δέηση που πραγματοποιήθηκε στη Σκύδρα στις 03.02.1963, απαγγέλθηκαν ποιήματά του και ακούστηκαν μαγνητοφωνημένες αναγνώσεις του Stalag VI C από τον ίδιο τον δημιουργό. Ο Μέσκος στο κείμενο αυτό τονίζει την ανάγκη ο Πέλλας να γίνει το ζωντανό πνευματικό σύμβολο της περιοχής. Εξίσου τιμητικά λόγια θα του απευθύνει και το 1966 σε αφιέρωμά του στα Θρακικά Χρονικά, όπου παραθέτει το διήγημά του «Άννα» και ένα σύντομο αλλά εγκωμιαστικό βιογραφικό σημείωμα (Μέσκος Μάρκος, «Όμηρος Πέλλας», Θρακικά Χρονικά 6 [Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 1966] 149).
Επιστρέφοντας στη «Μικρή Ανθολογία» της Εδεσσαϊκής, στις 5.1.1964 ο Μέσκος ενημερώνει τους αναγνώστες ότι αυτή ολοκληρώνεται. Αποκαλύπτει, όμως, ότι, αν συνεχιζόταν η στήλη του, θα επέλεγε ονόματα, τα περισσότερα μάλλον άγνωστα σε εμάς, όπως ο Θ. Κορνάρος, ο Γ. Νάστος, ο Μ. Λουντέμης, ο Τρ. Ντάλιος και ο Ν. Παπαπερικλής. Ενημερώνει επίσης το κοινό ότι οι αφιερώσεις σε πρόσωπα των γραμμάτων θα συνεχιστούν από τους υπόλοιπους συνεργάτες της εφημερίδας. Τέλος, παρακινεί τους αναγνώστες που νιώθουν ότι έχουν κάποια έφεση στην ποίηση, την πεζογραφία και το θέατρο να στείλουν τα κείμενά τους στην εφημερίδα, ώστε να δημοσιευθούν στα επόμενα φύλλα και να ενισχύσουν την πνευματική δραστηριότητα του τόπου τους. Με αυτό τον τρόπο ο Μέσκος ολοκληρώνει τη βραχύβια στήλη του στην Εδεσσαϊκή, μια συνεργασία που, πέρα από το ότι παρέχει εργοβιογραφικές πληροφορίες για λησμονημένους λογοτέχνες και φέρνει στο φως άγνωστα κείμενα, το σημαντικότερο είναι ότι μας φανερώνει τα νεανικά αναγνώσματα του Μάρκου Μέσκου και τις αγαπημένες του λογοτεχνικές φωνές, οι οποίες προφανώς επηρέασαν και τη δική του πορεία στα μονοπάτια της ποίησης.
Συνεχίζουμε την καταγραφή με ένα αθησαύριστο έντυπο μας παραχώρησε από το προσωπικό του αρχείο ο καλός φίλος του Μέσκου και ποιητής Θοδωρής Σαρηγκιόλης. Πρόκειται για το ανέκδοτο έως σήμερα, περιορισμένης κυκλοφορίας και βραχύβιο περιοδικό που φέρει τον τίτλο Κουκούλι (1981-1983). Ο Μέσκος χαρακτηρίζει το έντυπό του ως «μια ετήσια χειρόγραφη περιοδική πνευματική έκδοση στην Έδεσσα» που συντάσσεται από επιτροπή. Ωστόσο, στο εσωτερικό των τριών τευχών που κυκλοφόρησαν δεν αναφέρονται άλλα ονόματα συντελεστών. Το έντυπο αποστέλλεται από τον ίδιο σε μόλις δέκα με δεκαπέντε καλούς του φίλους, ένας από αυτούς και ο Θ. Σαρηγκιόλης. Ως τόπο έκδοσης του εντύπου ορίζει την Έδεσσα και συγκεκριμένα την οδό Εγνατίας 42.[11] Βέβαια, πέρα από τόπο έκδοσης, η ανθρωπογεωγραφία της Πέλλας αποτελεί και τον συνεκτικό ιστό που συνδέει το περιεχόμενο του εντύπου.
Στο πρώτο τεύχος (1981) μάς συστήνει την εκδοτική του προσπάθεια:

ΕΤΗΣΙΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΕΔΕΣΣΑ-ΣΥΝΤΑΣΣΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΤΡΟΠΗ-ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ-Δ/ΥΝΣΗ: ΕΓΝΑΤΙΑΣ 41-ΕΔΕΣΣΑ
Η ΕΚΔΟΣΗ ΜΑΣ: Το «κουκούλι» δεν είναι σύννεφο καλοκαιρινό· δεν είναι νιφάδα χιονιού. Είναι μια πραγματικότητα που επιμένει να υπάρχει πεισματικά στον τόπο μας –και πιθανόν όχι μόνο σ’ αυτόν.
Καρτερώντας την ώρα του, εκείνα που αποκαλύπτονται είναι τα παλιά ξεχασμένα πράγματα, το χώμα που πατούμε κι όμως δεν το γνωρίζουμε, θέσεις αποφασιστικές για ό,τι καλό και κακό του σήμερα (κατά την ταπεινή μας γνώμη), μια προσπάθεια να ονειρευτούμε το ακανθώδες μέλλον. Ίσως-ίσως κάποιο ήθος…
Έτσι το θαύμα των κουκουλιών (μαμούδια, μουρόφυλλα, πεταλούδες, στημόνια αργαλειών, μετάξι στιλπνό που ντύνει τους ανθρώπους σαν είδωλο της φτώχειας και περισσευούμενο του πλούτου, είναι η ευθεία οδός, η περίβλεπτος. Η πόλη μας συνδεδεμένη από τα παλιά με το θέμα αυτό της ανατολίτικης, σίγουρα, προέλευσης έχει κάθε λόγο ν’ αγαπά το κουκούλι, έστω σαν λέξη της αλλοπρόσαλλης εποχής μας. Μα το δικό μας «κουκούλι» σκάζοντο μύτη κάθε χρονιά θα σημάνει διάφορο βλέμμα και διάφορη προσέγγιση. Κάτι άλλο θα υπάρχει στην ετήσια έκδοσή του.
Χωρίς καμία αξιολογική σειρά, το πρώτο μας βήμα αρχίζει. (σ. 1)
Το τεύχος αποτελείται από εννέα κείμενα και εικόνες λαογραφικού κυρίως περιεχομένου που σχετίζονται με την ιστορία, τα ήθη και έθιμα, τη φυσική ομορφιά και γνωστές προσωπικότητες της περιοχής. Πιο συγκεκριμένα, το τεύχος ξεκινάει με κείμενα για τον Άγιο Τρύφωνα, τις καταστροφές της καλλιέργειας ροδάκινων, τα παρανόμια των κατοίκων της περιοχής. Έπειτα, συνεχίζει με ένα επιτύμβιο που βρέθηκε στην αρχαία πόλη της Έδεσσας, αναφέρεται στους ορεσίβιους γλάρους που πετάνε πάνω από τους Καταρράχτες, σε ένα παραμύθι με έναν ξυλοκόπο και μια αρκούδα, σε ένα κέντρο διασκέδασης και τέλος στον Μορφωτικό Εκπολιτιστικό Σύλλογο Νέων Άρνισσας. Το τεύχος διανθίζεται από σχέδια του γραφίστα Μέσκου, τις μαγικές εικόνες, όπως τις ονομάζει, οι οποίες συνοδεύονται από αινίγματα και ζωγραφιές τοπίων της Έδεσσας. Στο τελευταίο φύλλο ο Μέσκος υπόσχεται την επανέκδοση του περιοδικού του και την επόμενη χρονιά.

Πράγματι την επόμενη χρονιά (1982) κυκλοφορεί το δεύτερο τεύχος με σημείωση του εκδότη Μέσκου:
Ένα μοτίβο λαϊκής τέχνης, μια μαγική εικόνα και θέματα εννιά το σύνολο της χθεσινής έκδοσης του “Κουκουλιού” (Νο 1-1981), περισσότερο μεράκι ταπεινό και πάθος που σιγοκαίει την ύπαρξή μας, παρά έκθεση και προβολή και βούκινα των γκαζοτενεκέδων αφάνταστα μεγάλον αριθμόν (10-15 όλα κι όλα) των ανατύπων του, σ’ όποια χέρια έπεσε ας γίνει σπόρος κι ευχή και γνώση κάποιων περασμάτων από τη ζωή στον θάνατο κι από τον θάνατο στη ζωή –των προσώπων, των πραγμάτων, του αέρα, του νερού και των χωμάτων που πατάμε σήμερα. Εκεί που σταματήσαμε, αρχίζουμε πάλι».
Αυτή τη φορά το τεύχος συναπαρτίζουν δεκατρία κείμενα. Το πρώτο αφορά τα λεωφορεία του νομού Πέλλας, ενώ το δεύτερο αναφέρεται και πάλι στην αρχαία πόλη της Έδεσσας, τον Λόγγο, για να εξυμνήσει την παραδείσια ομορφιά του φυσικού τοπίου. Τα επόμενα κείμενα αφορούν τα αποδημητικά χελιδόνια, τον υπό εξαφάνιση ινδιάνικο πολιτισμό, τα κεντημένα στον αργαλειό βοδενιώτικα χαλιά, τον επινοημένο Άγιο Εδεσσαίο τον Βοδενιώτη,[12] την αναστατωμένη ατμόσφαιρα στην πόλη λόγω των τοπικών εκλογών, το πιο σπάνιο δέντρο της πόλης, την καταστροφή του υδάτινου περιβάλλοντος. Το τεύχος ολοκληρώνεται με ένα παραμύθι, ένα αίνιγμα, ένα ακόμα κείμενο για τα παρατσούκλια της πόλης καθώς και για την πολιτιστική και οικοδομική στασιμότητα που προκάλεσε στην περιοχή η προεκλογική περίοδος. Η προαναγγελία του επόμενου τεύχους δηλώνεται με ένα ερώτημα που παραπέμπει στο γιορτινό κλίμα των ημερών κυκλοφορίας του περιοδικού («Να τα πούμε και του χρόνου;», σ. 6).
Το τρίτο και τελευταίο τεύχος του 1983 εκδίδεται από άλλη διεύθυνση (Καπετάν Ακρίτα 8) που αποτελεί την πατρική κατοικία του Μέσκου στην Έδεσσα. Στο εξώφυλλο του τεύχους ο εκδότης εξηγεί τους λόγους που ολοκληρώνει την έκδοσή του:

Τι νόημα έχει άραγε το «Κουκούλι» να συνεχίζει την έκδοσή του (όχι περισσότερα από 10-15 αντίτυπα) κάθε χρόνο; Μα την αλήθεια δεν υπάρχει τετράγωνη απάντηση. Λίγο ο δονκιχωτισμός μας, λίγο η παλικαριά των νεκρών, λίγο πολύ η καρκάκια της αλήθειας,[13] να πρόχειρα μερικοί λόγοι της ύπαρξής του. Αλλά όπως ξαφνικά εμφανίστηκε, έτσι κάποια μέρα θα πάψει μέσα μας κι ανάμεσά μας –για να επιβεβαιώσει τη νομοτέλεια της παμμέγιστης Ανωνυμίας του χώρου μας. Θα το καταπιεί σαν το νερό η ξερή άμμος των ημερών μας –καμιά αμφιβολία γι’ αυτό, μα έστω, αισιόδοξοι και με τη σκόνη των πραγμάτων –ας πούμε, δυο λόγια, εδώ στο κονάκι μας, στο κονάκι των ελάχιστων λαϊκών. (σ. 1)

Το τελευταίο τεύχος αποτελείται από δώδεκα κείμενα. Το πρώτο κείμενο επιχειρεί μια αναδρομή στο βυζαντινό παρελθόν της Πέλλας, το δεύτερο αναφέρεται στους κουλουράδες της πόλης και την εξαφάνιση του επαγγέλματος και το τρίτο στον ιστορικό κινηματογράφο της πόλης. Το τέταρτο κείμενο αποτελεί ένα καλλιγράφημα, με σχήμα περιστεριού, και εκφράζει ένα μήνυμα ειρήνης. Τα επόμενα κείμενα συνεχίζουν την εξύμνηση του φυσικού τοπίου της Έδεσσας και των χωριών της. Ειδική μνεία στο ένατο κείμενο επιφυλάσσεται στον τραγουδοποιό Χρήστο Νέπκα, καθώς και στην ονοματοδοσία μιας οδού της πόλης προς τιμήν του.[14] Το δέκατο κείμενο στηλιτεύει τη μόλυνση των ποταμών από τις βιομηχανίες της περιοχής, το επόμενο λύνει το αίνιγμα του προηγούμενου τεύχους, αναφερόμενο στο Γενί Τζαμί της Έδεσσας, και το δωδέκατο αναφέρεται σε ένα σπίτι της πόλης με ιδιαίτερη διακόσμηση που προκαλεί εντύπωση στον ποιητή. Στο τέλος του τεύχους, ο Μέσκος διατυπώνει ένα καυστικό σχόλιο για την περιορισμένη πνευματική κίνηση της επαρχίας, η οποία πλήττεται από τη φθορά της καθημερινότητας. Γι’ αυτό, ξεχωρίζει και εκτιμάει τους λαϊκούς ανθρώπους της πόλης του που επιχειρούν να αντισταθούν στην καλλιτεχνική στασιμότητα και να ασχοληθούν με την τέχνη, όπως ο γνωστός εδεσσαίος αρτοποιός που αποφάσισε να ασχοληθεί με τη ζωγραφική και ως εκ τούτου να «γλυκάνει την ψευδαίσθηση του μάταιου βίου και να παραμείνει νέος» (σ. 6) Ο Μέσκος, τέλος, ανακοινώνει σύντομα και λιτά ότι το Κουκούλι σταματάει την κυκλοφορία του και απευθύνει έναν νησιωτικό χαιρετισμό: «Γεια χαρά λοιπόν, φίλοι, πρίμο αγέρι στα πανιά σας!» (σ. 6).
Συνοψίζοντας, η διερεύνηση του άγνωστου και παραγνωρισμένου υλικού του Μάρκου Μέσκου αναδεικνύει μια λιγότερο φωτισμένη όψη της λογοτεχνικής του διαδρομής. Τα νεανικά ποιήματα, η συνεργασία του με την Εδεσσαϊκή και το Κουκούλι
φανερώνουν τις πρώιμες θεματικές και υφολογικές του αναζητήσεις, καθώς και τη στενή του σύνδεση με τον κοινωνικό και καλλιτεχνικό περίγυρο της πόλης του. Ωστόσο, αξίζει να αναφερθεί ότι η απουσία μιας συγκεντρωτικής έκδοσης του συγγραφικού έργου του δυσχεραίνει τη βαθύτερη κατανόηση και τη συστηματικότερη μελέτη του, στερώντας από την έρευνα τη δυνατότητα συνολικής εποπτείας της καλλιτεχνικής του πορείας.