Χάρτης 90 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-90/zwologikos-khpos/to-dasos-me-tis-vidres
Βγήκαμε απ’ την τράπεζα με σφιγμένα τα στομάχια. Λύγισα τα γόνατα και στήριξα την πλάτη σε μια κολόνα. «Τους αλήτες», φώναζε και ξαναφώναζε ο Συνοδοιπόρος κάνοντας σπασμωδικές κινήσεις με τα χέρια και το κεφάλι. Του φώναξα να σταματήσει γιατί με ζάλιζε.
Η Κρυφή παραδίπλα έκανε τα δικά της· λικνιζόταν στον παφλασμό του κύματος που μόλις έφτανε στ’ αφτιά μας από την άλλη άκρη της ασφάλτου.
«Έπρεπε να τους πεις… Αλλά ποτέ δεν μιλάς», συνέχιζε ο Συνοδοιπόρος. Του απαντούσα μονολεκτικά αν και μέσα ένιωθα άσχημα. Και τώρα τι κάνουμε;
«Να τους πάρει ο διάολος… Θα…»
Στο τέλος έκανε την έκρηξή του και κλότσησε έναν κάδο. Του είπα να πάψει να κάνει σαν ηλίθιος. Πραγματικά, τι θα κάναμε τώρα;
Η Κρυφή συνεπαιρνόταν από τη μυστική ηχώ που αρνιόταν την ακοή μας. Από κάπου αλλού ερχόταν, ίσως τη θάλασσα ή το πάρκο, ένας γρίφος που πάλευε να βρει τη λύτρωσή του. Χόρευε και τα βήματα γινόντουσαν βρόχινο ξόρκι.
Ξαφνικά γέμισαν τα ρουθούνια με το άρωμά της. Βρέθηκα να την ακολουθώ.
Ένα αμάξι πέρασε με βιάση, βίαιο, και με πόνεσε· οι φλέβες μου παραλίγο να εκραγούν. Λίγο ακόμα και το μάτι θα ράγιζε.
«Και θα σου πω και τ’ άλλο, ακούς;»
Περάσαμε τον δρόμο και φτάσαμε στην παραλία. Τα πέλματά της ζύμωναν τα χαλικάκια. Έσκυψα και γράπωσα μερικά. Τα έφερα στα χείλη και δίψα πια δεν είχα. Έριξα απαλά την πλάτη πίσω και ξεφύσηξα.
«Εκεί που μου ’πε έτσι, μου ’ρθε να…»
Του ψιθύρισα να χαλαρώσει, τουλάχιστον για όσο ακόμα τον ήξερα εκεί. Οι λέξεις έπεφταν στο νερό, γινόντουσαν το αλάτι της· μετά μου έβρεχαν τα χείλη.
Ο Συνοδοιπόρος σωριάστηκε σ’ έναν βράχο. Άνοιξα τα μάτια κι είδα τα δικά του κοκκινισμένα. Μετά γύρισα και να η Κρυφή, χάρμα οφθαλμών, πέρα απ’ τον χρόνο· δώρο στον εαυτό της, καταδική της.
Δεν τη χόρταινα.
Έπιασε έναν αφοπλιστικό σκοπό. Χανόμουν όλο και πιο βαθιά στον μύθο της. Με διαπέρασε αστραπιαία εκείνο το αμάξι που με είχε ταράξει πριν λίγο. Θα ήταν μακριά πια, δεν θα με ξαναπλήγωνε. Τώρα εμείς και ο σκοπός της.
Δραπέτευσα από τις έγνοιες, το έσκασα από την τράπεζα. Τον νου μου μονοπώλησε το δάσος που έβλεπα στα παιδικά μου οράματα, το κατάβρεχτο από τα ποτάμια, το φουντωτό κι αφράτο. Ήμασταν κι οι τρεις, δηλαδή εγώ – ο Συνοδοιπόρος με τη γκρίνια του κι η Κρυφή άλλη ξωθιά, στοιχείο-στοιχειό μέσα στους βράχους και τους θάμνους, μιλώντας για αιώνες περασμένους κι άλλους που θα έρχονταν· για το πώς όλα τα γιαίνει ο καιρός, τα λάθη και τα λόγια τα σκληρά. Αφηγούνταν τη ζωή μας, στιγμές που κάποτε απωθήσαμε – ένα νεύμα, κάποια κίνηση· αναμνήσεις που πλέον ξαλάφρωναν.
Βαθύτερα στα πλατανόφυλλα ευχήθηκα να μην υπήρχα. Όπως όταν ήμουν μικρός το πάπλωμα άνοιξε στα δυο κι ορίστε ένα ποτάμι γεμάτο βίδρες. Με φιλούν και με χαϊδεύουν εννοώντας να μείνω μαζί τους, να μπω στην ομάδα, παιχνίδι και ψάρι όλη μέρα. Μα δεν είμαι σαν κι αυτές, ούτε αναπνέω κάτω απ’ το νερό. Πάει, χάθηκε ο Συνοδοιπόρος κι η αύρα της Κρυφής χάρισε παλμό στον τόπο τούτο. Είναι μια ιεροτελεστία· οι βίδρες με τραβολογούν και με αγκαλιάζουν· λίγο ακόμα και θα βρω τη λύτρωσή μου.