Χάρτης 90 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-90/biblia/o-artos-pali-kai-panta-einai-i-aghapi

Κάποια πράγματα είναι θαρρείς προδιαγεγραμμένα. Ένας άνθρωπος δεν είναι πάντα αποκλειστικά και μόνο οι επιλογές του, είναι και η μοίρα του.
Και η μοίρα αυτή, εν μέρει καταγεγραμμένη στο DNA του, εν μέρει στο αποτύπωμα των βιωμάτων του, εν μέρει ως απόηχος της ιστορικής και κοινωνικής συγκυρίας στο επίκεντρο της οποίας βρέθηκε, εξυφαίνει έναν κόσμο αθέατο μα ενεργό σαν πολιτεία με θεμέλια και υπόγεια, με κάτω ορόφους, κρυμμένες λεωφόρους και οδούς που όμως εκείνο που εντέλει εξέχει και διαγράφεται δεν είναι τίποτα άλλο παρά ό,τι κατόρθωσε να βγάλει το κεφάλι του από τον βυθό και να αναπνεύσει ή αλλιώς η κορυφή του παγόβουνου. Εκείνο λοιπόν που τελικά φτάνει σε εμάς ως προσωπικότητα ενός ανθρώπου παραπέμπει μάλλον σε εκείνες τις φυσαλίδες που ανεβαίνουν στην επιφάνεια, ενώ κάτω στον βυθό ένα ναυάγιο εκτεταμένο, ήδη καθορίζει με την έντασή του το μετέπειτα της διαδρομής.
Η εξαιρετική περίπτωση του ποιητή Τάσου Φάλκου - Αρβανιτάκη και τα ιστορικοκοινωνικά όσο και προσωπικά βιώματα που καθόρισαν τον ευαίσθητο ψυχισμό του έβαλαν, θα έλεγα, τα θεμέλια για αυτήν την κάτω πόλη που εν είδει ναυαγίου διακοσμεί τον βυθό της ύπαρξής του και ευθύνεται για τη διαμόρφωση του βλέμματός του στο οντολογικό φαινόμενο.
Όλα αυτά πολύ νωρίς και εμπεδωμένα με έναν τρόπο βάθους και εγρήγορσης, φανερώνονται ανάγλυφα στην ποιητική του σύνθεση ή αλλιώς στο θεώρημά του «Οι Λύκοι». Καταγράφονται ως μνήμη και άλγος, ως στοχασμός και διερώτηση για έναν κόσμο που ερήμην του ποιητή ξεδιπλώνει το ζοφερό του πρόσωπο. Και λέω ερήμην του, γιατί για έναν περίεργο λόγο η φύση, άμα τη εμφανίσει μας στη ζωή και κυρίως στην πρώτη μας νεότητα, μάς προικίζει με έναν ακατάβλητο ενθουσιασμό που μας συστήνει τον κόσμο υπέροχο.
Κι όμως εμφανίζονται κάποτε κάποιοι που είναι άνθρωποι-σεισμογράφοι, ποιητές ραβδοσκόποι και ανιχνευτές όπως ο Τάσος Αρβανιτάκης, που αφουγκράζονται και δεν εφησυχάζουν, που διαπιστώνουν και προειδοποιούν. Εμπίπτουν μάλλον στην κατηγορία εκείνων για τους οποίους μιλά ο Φιλόστρατος Θεοὶ μὲν γὰρ μελλόντων, ἂνθρωποι δὲ γιγνομένων,/ σοφοὶ δὲ προσιόντων αἰσθάνονται. (Φιλόστρατος, Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον, VIII, 7)
Ε, σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει η ποίηση του Αρβανιτάκη. Πώς θα ήταν λοιπόν δυνατόν το νεαρό της ηλικίας του να είναι αρκετό, για να του φανερώσει μόνο τη ρομαντική όψη της ζωής; Νωρίς, πολύ νωρίς, κατάλαβε πώς παίζεται η παρτίδα. Νωρίς, πολύ νωρίς ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με το άδικο και τη μάταιη καταπολέμησή του. Και ήταν μόλις 22 χρονών, όταν έγραψε τους «Λύκους». Που σημαίνει ότι από τα 20 ίσως και νωρίτερα είχε καταπιαστεί με το εγχείρημα της σύνθεσης. Θα πει κάποιος, ναι, ίσως είναι απόρροια των αναζητήσεων ενός νέου ανθρώπου που αγωνιά να οριοθετήσει την ταυτότητά του και να εκφραστεί αντιστεκόμενος σε κάθε μορφή εξουσίας. Όμως, εδώ δεν μιλάμε για ένα έργο στο οποίο ο ποιητής θέτει στο επίκεντρο τον εαυτό του σε σχέση με κάποιον που τον καταπιέζει, όπως θα ήταν αναμενόμενο για την αντιδραστική φύση του νέου. Εδώ μιλάμε για ένα έργο που θέτει κάτω από τον εξεταστικό του φακό την ίδια τη δημιουργία. Στη σύνθεση αυτή κρίνεται η ίδια η δημιουργία.
Και ξεκινάμε. «Προοίμιο». Την απαρχή των πάντων τη σηματοδοτεί ένας ήχος (το ουρλιαχτό) και ένα χρώμα (το κόκκινο).
Οι λύκοι ούρλιαζαν τη νύχτα / κι αγόρασα ένα όπλο // Κόκκινους κύκλους άρτιους γέμισε ο ουρανός / Ό,τι αρχίζει είναι κόκκινο / Λοιπόν θα γεμίσεις τον ουρανό με σκάγια / κόκκινες αφορμές // Σε λίγο θα ξεσπάσει καταιγίδα / Οι κόκκινοι κύκλοι θα πέσουν στη γη.
Πραγματικά, δεν μου έχει ξανασυμβεί να ξεκινώ να διαβάσω μια ποιητική σύνθεση και να μου προκύπτει κινηματογραφική ταινία. Χρώμα και ήχος λοιπόν. Και οι άνθρωποι; Πού είναι οι άνθρωποι; Μπορεί ο Λουντέμης στο Οδός Αβύσσου αριθμός μηδέν να λέει: «Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι γιατί ουρλιάζανε οι άνθρωποι», ωστόσο εδώ έχουμε μάλλον την περίπτωση «Homo homini lupus» («Ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι λύκος»). Άνθρωποι-λύκοι λοιπόν σε πρώτο πλάνο και ένα κόκκινο ως απαρχή και ως κατάληξη, κινητήρια ώθηση και επακόλουθο.
Γιατί το έγκλημα είναι αυτό που εξαρχής βαραίνει την ανθρωπότητα, μια ανθρωπότητα βουτηγμένη στο κόκκινο της φιλοδοξίας και του επεκτατισμού, του πάθους και της έξαψης. Και τότε ξεκινά η πρώτη πράξη, το πρώτο ανοσιούργημα. Και το όνομα αυτού; «Το δείπνο». Και από πότε το δείπνο καθιστά πράξη ανόσια. Από τότε που για την τέλεσή του απαιτείται να προηγηθεί εξ άπαντος μία θυσία. Το ζώο ως σφάγιο και ως τροφή στην υπηρεσία των ενστίκτων μας.
Στριφογυρνούσε προσπαθούσε να λευτερωθεί / Άκουγες τα σχισίματα / ο τράχηλος συντρίβονταν // Έπεφτε μέγα πτώμα / μάτια γλυκά και πονεμένα / που γίνονταν ερωτικά / όταν τα πλησιάζουν τα μυρμήγκια // Απάνω μας ο ουρανός πυροβολούσε // Το δείπνο έτοιμο Καθίσαμε να φάμε // Ημέρα πρώτη -δέκα μέρες νηστικοί.
Ήδη ο φόνος με το πρόσχημα της θυσίας τίθεται ως βάση και προϋπόθεση της όποιας σωτηρίας, για να θυμηθούμε τη θυσία της Ιφιγένειας, του Αβραάμ ως και τη θυσία του Ιησού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Κι όμως στο ξεκίνημα όλα φαντάζουν ειδυλλιακά, το όραμα στέκει ακέραιο και γαλανό και όσοι εμπνέονται από αυτό οδεύουν να το κατακτήσουν, για να βιώσουν όσα τους έταξαν οι Θεοί.
Ωστόσο, η προτροπή του ποιητή δεν είναι η άνευ όρων προσήλωση στον στόχο που σαν μετέωρο φωτίζει τον ορίζοντα. Μάλλον προτείνει να στραφούμε και στο μέγα ναυάγιο, εκείνο που διαβιεί καταχωνιασμένο και καταλαμβάνει τον χώρο της ψυχής. Τίποτα άλλωστε δεν είναι αυτόνομο και ξέχωρο από έναν εαυτό που τον φέρουμε ολοκληρωτικά, με τα οράματα και με τα τραύματά του. Μόνο με τον μισό και εξωραϊσμένο εαυτό δεν πας πουθενά. Γράφει:
Αλλά κρατήσου / Ο χώρος της ψυχής σου / είναι σχισμένος σε κομμάτια / Για ν’ αποσπάσεις το τραγούδι / κοίταζε τα σκισμένα σου κομμάτια / κι ως άνεμος δυνάμωσε την κίνησή τους «[μνήμες]»
Και αφού δόθηκαν οι οδηγίες για τις αποσκευές της ύπαρξης αρχίζουν τα πλάνα του κινηματογραφικού της ταξιδιού να διαδέχονται το ένα το άλλο. Και η προτροπή είναι σαφής: να δημιουργήσουμε εμείς οι ίδιοι την αυγή, να αφήσουμε πίσω το σκότος που μας βασάνισε και να εγκαινιάσουμε τις νέες αισθήσεις. Ο εφιάλτης την αυγή κάπως καταλαγιάζει. Και μόνο η ψυχή είναι σε θέση να αφουγκραστεί το αίτημα για την ωρίμανσή της. Γράφει:
Ειδοποιήστε τις μέλισσες / Αν είμαστε αργοί για τον πλούτο τους, / από την ίδια γεύση προχωράμε.
Σαν να λέει ας κάνει η ανθρωπότητα αυτό που είναι προορισμένη να κάνει, αφού κι εμείς όπως οι μέλισσες το ίδιο κίνητρο έχουμε, την ίδια υποχρέωση με αυτές: να παράγουμε το μέλι, τη γλυκύτητα.
Ο ενθουσιασμός του ξεκινήματος λοιπόν περιγράφεται με ένα ποίημα χρωματικό και λαμπερό, πρασινογάλαζο και κόκκινο, διάφανο και πολυεδρικό σαν κρύσταλλος, ποίημα χρυσοκόκκινο. Γιατί τα άλογα οσμίζονται το όνειρο και χλιμιντρίζουν δηλώνοντας πως η πρωινή θέληση της ανθρωπότητας είναι η καλοσύνη.
Τα άλογα καλπάζουν προς την υποσχεμένη γη των οραμάτων. […] Απ’ τη χλωράδα των οδών / στο πορτοκαλί του ουρανού / στο γαλάζιο των κοιλάδων / στο βύσσινο των λιμνών/ Α, οι προμήθειες του φωτός / από τις τράπεζες φωτός! / Δρομείς των ζωντανών πυρσών / Ας βιαστούμε!
Κι όμως λίγες σελίδες αργότερα οι ίδιες αυτές τράπεζες φωτός θα μεταβληθούν σε τράπεζες αίματος και κραυγών, ενώ στο πλάνο εμφανίζονται και οι άγγελοι σαν άνθος από φλόγα αλλά και ως χέρι απαλό ενός θεού καταθλιπτικού.
Είναι η πρώτη φορά που γίνεται αναφορά στον Θεό και στο εγγενές, κατά τον ποιητή, έλλειμμά του. Και οι άνθρωποι; Ενθουσιώδεις εκκινούν για τους καιρούς του Παρθενώνα, για τα γαλάζια χρόνια του Χριστού, και με χέρια υψωμένα αναμένουν άνωθεν βοήθεια και δέονται θυμίζοντας ένα από τα τελευταία, ημιτελή, αριστουργήματα του Ελ Γκρέκο «Το Άνοιγμα της Πέμπτης Σφραγίδας», όπου σε μια βιβλική σκηνή οι μάρτυρες με υψωμένα τα χέρια ζητούν δικαίωση περιμένοντας να τους στείλουν οι άγγελοι μανδύες.
Και η σύνθεση συνεχίζει με ένα ποίημα δήλωση και προειδοποίηση ανάλογη με το «Προφητικόν» του Ελύτη στο Άξιον Εστί που ως γνωστόν ξεκινά: «Εξόριστε ποιητή, στον αιώνα σου λέγε τι βλέπεις;/ Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου Αστικού μας Κώδικα», κάτι που ο Αρβανιτάκης το διατυπώνει ως:
Και ο προφήτης ανάγγειλε / Θα έλθουν χρόνια πλανητικών ανθήσεων / τα δάση των ουρανίων σωμάτων θα σκιρτήσουν / στο άκουσμα της υπερκόσμιας μουσικής / Από το σκίρτημα των καιρών και του κενού / θ’ ανασυρθούν χιλιάδες φωτεινές μορφές / γαλήνιες σαν κρίνα […]
Ωστόσο, παρά τις ευοίωνες προοπτικές, ο ποιητής συστήνει αυτοσυγκράτηση και περισυλλογή, σιωπή και βάθος. Γιατί μόνο η σιωπή μάς εισάγει στην περιοχή του φωτεινού, εκεί όπου οι άγιοι, προκειμένου να συνδεθούν με τον κατεξοχήν Λόγο, αφουγκράζονταν τη σιωπή του Θεού. Προτείνει επίσης και την ηρωική αντίληψη της ζωής ως αντίδοτο στην απελπισία. Στο δρόμο να πονάτε / ν’ αναπαύεστε / να προσπαθείτε μέσα στους γκρεμούς, ενώ συστήνει και αποδέσμευση από κάθε λογής αρχηγούς και τις ποδηγετήσεις τους. Γράφει: Να τριγυρνάτε μόνοι στους γκρεμούς.
Και στο σημείο αυτό το σκηνικό αλλάζει, η αφήγηση αποκτά άλλη τροπή.
Στη μουσική, η μετατροπία (modulation), ως αλλαγή τονικότητας, είναι αυτή που μετακινεί τη μελωδία και τις συγχορδίες από την αρχική κλίμακα σε μια νέα. Χρησιμοποιείται για τη δημιουργία ενδιαφέροντος, συναισθηματικής αλλαγής ή έντασης. Κάτι ανάλογο επιχειρεί και μας αιφνιδιάζει ο ποιητής, ο οποίος από τη μια στιγμή στην άλλη μετατρέπει το αρχικό ενθουσιαστικό κλίμα που επαγγέλλονταν την πρόοδο και τη σωτηρία, και μας παρουσιάζει ένα σκηνικό τρόμου και αλγεινής ατμόσφαιρας. Εκείνοι που ξεκίνησαν την πορεία τους ως ελευθερωτές και οραματιστές του φωτεινού, αίφνης γίνονται το φόβητρο των πολλών. Πριν ακόμα πλησιάσουν πιο κοντά, οι πόρτες κλείνουν, καθώς η φήμη τους πλέον προηγείται. Αυτοαποκαλούμενοι γένος εκλεκτό με τη σφραγίδα του Θεού στο μέτωπο σκορπίζουν τρόμο, καίνε τους αιχμαλώτους τους σε φούρνους, μεταβάλλουν τη σωτηρία σε έγκλημα. Το αίμα ζεσταίνει πλέον τα δάχτυλα των αδελφών, η καλή πρόθεση και τα αγνά όνειρα σπαρταρούν πίσω από λόγχες και χαίνουσες πληγές.
Ο Αρβανιτάκης σε ένα άκρως σκηνοθετικό ποίημα ζωγραφίζει τη διάψευση όλων εκείνων που αξιώναμε να μας δοθούν, ενώ δεν δικαιούμασταν. Μια έμμεση συνομιλία με την Παλαιά Διαθήκη αναφερόμενος στην απαίτησή μας για σπίτια που δεν κτίσαμε, δέντρα που δεν φυτέψαμε, πηγάδια που δεν σκάψαμε μια βαθύτατα ειρωνική νύξη για την αναξιότητά μας. Κι ενώ ο ποιητής συμμετέχει και αυτός στην αλληγορική πορεία της ανθρωπότητας, βάζει κάποιους να συνειδητοποιούν την πλάνη μερικώς. Το αποτέλεσμα των μεγαλεπήβολων σχεδίων τους απέχει παρασάγγας από το αρχικό. Η πόλη που ονειρεύτηκαν, δεν συνάδει με το αρχικό πλάνο. Και λέω μερικώς, καθώς δυσκολεύονται να παραιτηθούν ολοκληρωτικά από την εξιδανίκευση. Όσο για την αρχική πόλη των ονείρων τους, δεν είναι πια τίποτε άλλο από οικοδομικά τετράγωνα θρήνου, από τράπεζες οιμωγών, όπου ο όλεθρος παραφυλά στα υπόγεια και νέοι θάνατοι γεννιούνται ολοένα μέσα από τις φλόγες. Οι μόνοι που βόσκουν άφοβα και ανενόχλητοι, οι λύκοι. Ώσπου, παρεμβάλλεται στο πλάνο ξαφνικά σαν πνεύμα που μιλά, ο Κόκκινος. Δεν είναι ο Πουκ, το δαιμόνιο ξωτικό που «κάνει αστεία για να γελάει ο Όμπερον» στο «Όνειρο θερινής νυκτός». Θα έλεγα πως συγγενεύει μάλλον με τον Άριελ της «Τρικυμίας» του Σαίξπηρ που ο Σέλεϊ τον ταύτισε με την ελευθερία της ποιητικής φαντασίας των ρομαντικών, προθηγέτης μιας στρατιάς πνευμάτων του αέρα.
Μιλά ο Κόκκινος και ξεκαθαρίζει την αποστολή του:
Φέρνω σε σας / την επισφράγιση της καταιγίδας / Είμαι εδώ και πάντα ήμουν /κι αστράφτω σαν την καταιγίδα / κυριάρχησα στα χρώματα / Έπλασα τους ρυθμούς / γιατί είμαι ο Κόκκινος/ Είμαι ο Παρών / και μόνο η παρουσία μου λέγεται παρουσία / και μόνο το καθήκον μου είναι καθήκον / Είμαι η Δίκη. / Όσα θερμά και λαμπερά είναι από αίμα / βγαίνουν από τα σπλάχνα μου / στιλπνά και κατακόκκινα / και ο καιρός τούς δίνει μύριες αποχρώσεις / Το καθετί μισοπλασμένο το δέχεται η χοάνη / εκεί που πέφτουν οι μισοπλασμένοι.
Ενδεχομένως εδώ γίνεται αναφορά στους μισοπλασμένους που αναφέρει ο Ίψεν στον Πέερ Γκυντ, σε αυτούς που πήγαν να γίνουν κάτι και δεν έγιναν.
Έρχεται λοιπόν το πνεύμα του Κόκκινου και διατυπώνει τον κώδικα των ισχυρών που αφανίζει τους αδύναμους, ενώ κάνει πλέον σαφές πως ακόμα και η πιο μεγάλη αλήθεια, προκειμένου να εδραιωθεί, απαιτεί το αίμα εκείνων που την πολεμούν. Γράφει: Ό,τι δοξάζει εσένανε τον άλλον αμαυρώνει / Ό,τι σε τρέφει εσένανε τον άλλον θανατώνει.
Η συμβολική πορεία της ανθρωπότητας, ενώ παρουσιάζεται να ξεκινά έχοντας το κόκκινο χρώμα της πορφύρας, συμβολίζοντας το πάθος για τη συνάντηση με καθετί μεγάλο, στη διαδρομή αναγκάζεται να καταφύγει στο κόκκινο του αίματος που χύνεται στην προσπάθεια των λαών να επιβληθούν, προκειμένου να σώσουν ή και να εκπολιτίσουν. Δεν νομίζω να μας θυμίζει σήμερα κάτι αυτό.
Μια ακατάπαυστη αιματοχυσία λοιπόν το οδοιπορικό των λαών, και στο σημείο αυτό έρχεται να βρει την εξήγησή του και ο υπότιτλος «Θεώρημα» που συνοδεύει την ποιητική σύνθεση.
Η έννοια του θεωρήματος είναι θεμελιωδώς συμπερασματική, σε αντίθεση με την έννοια μιας επιστημονικής θεωρίας, η οποία είναι εμπειρική. Σύμφωνα με την εξελικτική συλλογιστική πορεία που ακολουθείται από τον Αρβανιτάκη οδηγούμαστε στη δραματική στιγμή που η αγέλη των λύκων συνειδητοποιεί πως, για να ζήσει, πρέπει να καταβροχθίσει αφανίζοντας. Κι ας μην το θέλει, το υφίσταται σαν μοίρα και σαν χρέος, το να καταφεύγει πάντοτε αναγκαστικά στον φόνο. Και το καταγγέλλει. Και αυτό είναι τρόπον τινά το θεώρημα. Το δεν γίνεται αλλιώς.
Στην τελευταία ενότητα ο ποιητής συμπονά για την τραγικότητά της την παγιδευμένη
Ανθρωπότητα, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ράγισμα που ονειρεύεται το Ακέραιο. Οι ιδέες όλες καταλήγουν στον παραλογισμό, η γη της επαγγελίας πλέον χλευάζεται για την ανυπαρξία της, ο πόλεμος είναι καθολικός και μια υπόκωφη συνομιλία με τον Ηράκλειτο αντιστρέφει την ισχύ των λόγων του αντικρούοντάς τον με τα ίδια του τα λόγια. Σημειώνει: Πρέπει να το χωνέψεις: / Το πεθαμένο και το ζωντανό / η συγκοπή και το μαχαίρωμα / ο θύτης και το θύμα είναι ίδια / Είτε τον κάτω δρόμο πάρεις είτε τον επάνω / πάλι θα βγεις στον βόρβορο, παραλλάσσοντας το «ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ωὐτή». Και παρακάτω: Δεν θα ξεφύγεις απ’ τη μοίρα αυτή / όπως ο ήλιος δεν μπορεί / να ξεπεράσει τα καθορισμένα μέτρα, συνομιλώντας και πάλι με τη ρήση του Ηράκλειτου: «῞Ηλιος οὐχ ὑπερβήσεται μέτρα». Για να καταλήξει τέλος Τα πτώματα και τις κοπριές /να τα πετάς μακριά και να τα κρύβεις / όπως η φύση κρύβει τον εαυτό της και τα πτώματα, άλλη μια υπαινικτική αναφορά στο Ηρακλείτειο «φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ». Ώσπου, καταφθάνει στη σκηνή και ο Προφήτης. Ως μια υψηλή συνείδηση που κρίνει την ανθρωπότητα, θα διαπιστώσει την τραγική κατάληξη και θα προβλέψει το σκοτεινό μέλλον:
και θα μισήσει ο γέρος το παιδί / και το παιδί θα κριματίσει / ο ευεργετημένος θα συνωμοτήσει / θα πέσουν οι κολόνες / η μνήμη θα δολοφονεί / κι οι δικαστές θα φρίξουν / δείχνοντας γύρω τους τις στάχτες/ μετρώντας τις πληγές θα επικαλεστούν το Ανόμοιο / και θα καταδικάσουν.
Λίγο πριν το τέλος εμφανίζεται ο Ιερέας τη Φιλίας, ο οποίος στέκεται στον αντίποδα των Λύκων, κάτι που οπωσδήποτε παραπέμπει στον Εμπεδοκλή που πίστευε πως δύο ισοδύναμες και αντίρροπες δυνάμεις διέπουν το σύμπαν: η Φιλότης και το Νεῖκος, η φιλία δηλαδή και η διχόνοια. Και είναι ο Ιερέας αυτός μια μικρή χαραμάδα στο έρεβος, μια σταγόνα λευκό στο πλήρες μαύρο, μια ελπίδα να ανακάμψει η φύση του ανθρώπου από τη δυσμορφία της. Αναρωτιέται, αν θα έρθει κάποτε ο καιρός να ιαθεί το ραγισμένο πρόσωπο από το τραύμα του, να ξαναβρεί ο κόσμος την αρτιμέλειά του, οι κούκλες των μικρών παιδιών να μη γεννιούνται ακρωτηριασμένες.
Βιώνουμε δύσκολους καιρούς, η ανθρωπότητα μοιάζει λιπόθυμη, αφού όλα εκείνα που κάποτε την έθρεψαν αδυνατούν πια να τη θρέψουν. Επιτρέψτε μου κλείνοντας να επικαλεστώ μια εικόνα από τις σελίδες του, για μένα την πιο συγκλονιστική, την πιο ελπιδοφόρα:
Οι λύκοι ψαχουλεύουνε / στον σκουπιδότοπο της μνήμης.
Έχω την αμυδρή ελπίδα πως τώρα που το αρτοφόριο έμεινε δίχως άρτο και το στόμα δίχως Λόγο, κάπου στα βάθη του κάδου η μνήμη θα ξεθάψει έστω ένα ψίχουλο.
Και ίσως είναι αρκετό, για να θυμίσει στους Λύκους τη γεύση απ’ τον άρτο που έχασαν. Μήπως και τον αναζητήσουν. Μήπως και τους μεταμορφώσει. Και βέβαια ο άρτος πάλι και πάντα είναι η αγάπη.