Χάρτης 90 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-90/biblia/i-poiitiki-mias-syghkhronis-nekiias

Τι θα κάναμε εάν ζούσαμε; Μη σταματάς, Προχώρα
Τέμπη. Το μνημείο με τις φωτογραφίες των παιδιών. Ένα ξεθωριασμένο πανό. «Βαγγελίτσα θα σε θυμάμαι». Στο Μακροχώρι, η πλατεία μνήμης των μαθητών. Η ελιά στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Τα τούνελ στην Εθνική, «Μαθητών Μακροχωρίου Ημαθίας». Στρίβοντας στην έξοδο Ευαγγελισμός, προς Αθήνα, συναντάς την ταμπέλα, «Προς Μνημείο θυμάτων Σιδηροδρομικού Δυστυχήματος». Στις συναυλίες, το τραγούδι του Φοίβου, στην κοιλάδα των Τεμπών του Θανάση. Τέμπη 2003-2023.
Πρώτα, όμως, οι
αναπάντητες. Το νέο βιβλίο του Γιάννη Καισαρίδη (Θράκα 2025) χαράσσει μια σύγχρονη νέκυια από την νεότητα, τη χαρά και τον έρωτα ως τον θάνατο, την απώλεια και το πένθος.
Ο Καισαρίδης, καθηγητής των μαθητών του Μακροχωρίου, σχηματίζει με τα υλικά του ένα Ολόγραμμα, πιστεύοντας βαθιά ο ίδιος, ότι αυτό μεταμορφώνεται μέσω της γραφής σε μια διαρκή, έτσι κι αλλιώς, Παρουσία. Σε 20 σύντομα κείμενα, θεατρικής δομής, συμπυκνωμένης δραματικότητας, η ΄Ελσα και ο Παύλος χαράζουν το μονοπάτι από τη Ζωή ως τον Θάνατο και αντίστροφα. «Μυστήριο η ζωή δεν εξηγείται». Με εικόνες - σκηνές που επαναλαμβάνονται πριν και μετά από το δυστύχημα, εικόνες καθημερινές αλλά και απόκοσμες (μαγικές), ρυθμίζεται η συγκίνηση και η ένταση μέθεξης στην επεξεργασία του πένθους.
Αναπάντητες. Τα κουδουνίσματα των κινητών που δεν λεν να σταματήσουν. Ατέρμονα προσκλητήρια νεκρών. Το φως των κινητών φανοί που οδηγούν τις μανάδες στη δική τους υπόγεια διαδρομή συνάντησης με τα παιδιά τους. «Σταματάει να χιονίζει. Υπόγεια νερά συσσωρεύονται. Ποταμός Επαυξημένης Πραγματικότητας». Οι μονάδες προχωρούν συναντιούνται με τα παιδιά τους . Μιλάνε. Χαίρονται. Οργίζονται. Ερωτήματα. Αναπάντητα. Χιονίζει πάλι. Κύκλος. Χρόνος- Άχρονος; Τα κινητά χτυπάνε ασταμάτητα. Το φως τους αναβοσβήνει.
Πώς τοποθετείται ο αναγνώστης ― ποια είναι η ευθύνη που αναλαμβάνει διαβάζοντας το έργο αναπάντητες του Καισαρίδη; Έχω τη γνώμη ότι ο αναγνώστης καθοδηγείται κατά κάποιο τρόπο να μην αντιμετωπίσει το κείμενο, μόνο, ως σύνθεση μιας ποιητικής ελεγείας με σκοπό την επεξεργασία ενός συλλογικού τραύματος. Περισσότερο, ίσως, και από τη συμ- πάθεια (πάσχω) καλείται να επωμιστεί την ευθύνη να αποκρυπτογραφήσει, στη βαθιά δομή του κειμένου, τη διατύπωση ενός αναπάντητου ΓΙΑΤΙ; παράλληλα με τη δημιουργία ενός οδοδείκτη πίστης σε μια αντίστροφη «νέκυια» που επιτρέπει την συνύπαρξη των απόντων σε ένα διαρκές παρόν.
…Ένα τύμπανο χτυπάει εδώ μέσα∙ αυτή ’ναι, η Έλσα μου! Είναι τα μάτια μου, κοιτάζει τα πάντα... Ντούκου-Ντούκου! Αυτή με οδηγεί... Πότε χτυπάει αργά - πότε γρήγορα... Θέλει κάτι να μου πει; …Με προστατεύει, αυτό λέω εγώ! Βλέπει για μένα∙ με προσέχει... Αυτό λέω εγώ...».
Σηκώνεται. Χαμογελάει. Ανοίγει τα χέρια της σαν φτερά.
«Τώρα, αν μου πεις «Πέτα!», θα πετάξω! … Ααα! Ααααα!… … Νύχτωσε, Θέ μου! Νύχτωσε να κοιμηθούμε, να ονειρευτούμε τα παιδιά μας!»
Φως εκτυφλωτικό την τυλίγει. Κάπου μακριά ένα βρέφος κλαίει. (Σελ. 35)