Χάρτης 90 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-90/klimakes/mighadopoiisi-men-ithiki-skhetikopoiisi-de
Το προ εξαετίας Βραβείο Booker διαμοιράστηκε ανάμεσα στην προ πολλού διάσημη Μάργκαρετ Άτγουντ και την σχετικά άγνωστη αγγλονιγηριανή Μπερναρντίν Εβαρίστο. Η δεύτερη ήταν μάλιστα η πρώτη μαύρη γυναίκα που έπαιρνε το πολυπόθητο βραβείο, για το βιβλίο της Κορίτσι, γυναίκα, άλλο: ένα ευφυές κοινωνικό πανόραμα με επίκεντρο τις γυναικείες μαύρες μειονότητες της πρώην αυτοκρατορίας.
Το μυθιστόρημα δομείται σε δώδεκα αυτόνομες αφηγήσεις, που θα τις αποκαλούσαμε «φέτες ζωής»: απλά καθημερινά επεισόδια, άξια αφήγησης σύμφωνα με την εκάστοτε αφηγήτρια, τα οποία με κάποιο τρόπο συμπλέκονται μεταξύ τους για να παραχθεί ένα μυθιστόρημα. Τέτοιου τύπου βιβλία βλέπουμε τελευταία αρκετά συχνά. Δεν διαθέτουν υποχρεωτικά μια θεωρητική υπόστρωση, ούτε διακονούν μια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία, πολλώ μάλλον μια ιδεολογική κατεύθυνση. Στην καλή τους εκδοχή, όπως εδώ, παράγουν ένα σύστημα σχέσεων και νοηματοδοτούν μια κοινωνία σε αναζήτηση ισορροπίας.
Προϋπόθεση βέβαια για να παραχθεί ένα αξιανάγνωστο προϊόν αυτού του τύπου είναι η καλή αφομοίωση των πεπραγμένων της ύστερης φάσης της παγκοσμιοποίησης, μια κάποια αίσθηση των λεγομένων «ορίων της ανάπτυξης», και ακόμη η απομυθοποίηση των εννοιών της αέναης προόδου, της κοινωνικής δικαιοσύνης και απελευθέρωσης. Ακόμη, καλοδεχούμενα είναι κατά περίπτωση ο έλλογος κυνισμός και το χιούμορ, προϋποθέσεις που ικανοποιούνται απολύτως εδώ. Οι ηρωίδες/ αφηγήτριες της Εβαρίστο, οργανωμένες ανά τρεις σε τέσσερα μεγάλα κεφάλαια, επιδιώκουν εμμονικά την ευτυχία ή απλώς την επαγγελματική επιτυχία σε ένα πολυπολιτισμικό, πολυφυλετικό Λονδίνο (σπανιότερα σε κάποια άλλη αγγλική τοποθεσία). Είναι όλες γυναίκες, όλες έγχρωμες, με ποικίλα ποσοστά ανάμιξης αίματος, με προέλευση την Αφρική ή την Καραϊβική, Βρετανίδες υπήκοοι δεύτερης ή και τρίτης γενιάς, ως επί το πλείστον ενσωματωμένες στην αγγλική κοινωνία και το ανεκτικό της περιβάλλον.
Τα ερωτικά ήθη («κατευθύνσεις») αποκλίνουν, αν και τη μερίδα του λέοντος την έχουν οι λεσβίες φεμινίστριες ή γενικότερα τα λεγόμενα μέλη της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ, διαποικιλμένα σε τέτοιο βαθμό που προκαλούν πονοκέφαλο ακόμη και στην ίδια τη συγγραφέα με τις πολλαπλές ταυτότητες και τις δυσδιάκριτες διαφορές τους (ανατομικές, πολιτισμικές, βιολογικές, εντέλει ιδεολογικές). Σχετικές εκδοχές βρίσκονται διάσπαρτες και στα δώδεκα κεφάλαια του βιβλίου μέσω των ηρωίδων ή του περιγύρου τους αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι το δέκατο κεφάλαιο όπου η νεαρή τρανς Μέγκαν μεταβάλλεται σε Μόργκαν και μυείται στα σύγχρονα ταξινομικά, ιδεολογικά και αμιγώς σωματικά τεκταινόμενα από την επίδοξη ερωμένη της. Δεν λείπουν βέβαια οι στρέιτ ήρωες(ίδες), που πάντως σαφώς μειοψηφούν, και αν κάτι κυριαρχεί ως αίσθηση είναι η ανεκτικότητα προς τις ερωτικές προτιμήσεις του άλλου, έστω και αν αυτή είναι κρυμμένη κάτω από πολιτισμικές επιστρώσεις καχυποψίας αιώνων.
Υπάρχει κάτι άλλο που συνδέει αυτές τις μεγέθους αυτόνομης νουβέλας, αφηγήσεις; Κατ’ αρχήν η χαλαρή εξιστόρηση της ζωής των ηρωίδων μέσω ενός επεισοδίου της καθημερινότητάς τους, από όπου θα εκπηγάσουν τα βαθύτερα και ουσιαστικότερα στοιχεία της εξέλιξής τους. Για παράδειγμα, η τρόπον τινά κεντρική ηρωίδα Άμα, θεατρική συγγραφέας και θιασάρχης, ανοίγει το χορό βαδίζοντας δίπλα στον Τάμεση με κατεύθυνση το Εθνικό Θέατρο. Εκεί, μετά από δεκαετίες αποκλεισμού από το στάτους κβο λόγω των ριζοσπαστικών δράσεών της (θεατρικών, πολιτικών, φεμινιστικών), έχει γίνει επιτέλους δεκτό το έργο της “Η Τελευταία Αμαζόνα της Δαχομέης”, με πρωταγωνίστριες μαύρες, λεσβίες, μεσαιωνικές πολεμίστριες στο παλιό αυτό βασίλειο της Δυτικής Αφρικής. Πρόκειται για το μεγάλο γεγονός της ζωής της. Η πολιτική ορθότητα έχει πια θριαμβεύσει, η αγγλική (και όχι μόνο) κοινωνία επιδεικνύει τον προοδευτισμό και την ανεκτικότητά της μέσω διπλών αξιοκρατικών κριτηρίων, οι πρώην τριτοκοσμικοί είναι ενσωματωμένοι στο σύστημα και με πλήρη δικαιώματα. Οι ενοχές του λευκού ανθρώπου, όπως θα έλεγε π.χ. ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, αντισταθμίζονται με ποσοστώσεις, πρότζεκτς, χρηματοδοτήσεις, βραβεύσεις. Όσο πιο μαύρος τόσο πιο καλά. Αν μάλιστα είσαι και γκέι τότε, κατά το βιβλίο, οι πόρτες ανοίγουν ακόμη πιο εύκολα. Όλα αυτά πάντως υπονοούνται με κομψότητα, χιούμορ και ενσυναίσθηση από την ίδια τη συγγραφέα (το τονίζω, μην υποστώ επίθεση από καμιά ριζοσπαστική δικαιωματική ομάδα), σε ποικίλους διαλόγους μεταξύ πρώην ή νυν συντρόφων και συναγωνιστών.
Στην ίδια αυτή πρεμιέρα συγκλίνουν οι πρωταγωνίστριες του βιβλίου και περί αυτήν αρθρώνεται η αφήγηση. Εκεί κατευθύνεται λ.χ. στο δεύτερο κεφάλαιο και η κόρη της Άμα, η Γιάζ, ένα πανέξυπνο προϊόν διασταύρωσης με το σπέρμα του γκέι φίλου της, Ρότζερ. Πρόκειται για ένα φιλόδοξο έγχρωμο πανεπιστημιακό που αξιοποιεί τα εν λόγω προσόντα για μια εύκολη τηλεοπτική καριέρα, με ασαφώς “πολιτισμική” θεματική. Η Γιαζ αγαπάει τους γονείς της αλλά αισθάνεται ριζοσπάστρια, μέχρι που διαπιστώνει ότι μέρος των συμφοιτητριών της, προϊόντα, υποτίθεται, καταπίεσης και ρατσισμού, είναι απλούστατα ζάπλουτες, προνομιούχες και ότι οι υποτιθέμενα διωκόμενοι γονείς τους έχουν κάνει περιουσίες με αδιαφανή μέσα πίσω στις χώρες τους (πχ. την Αίγυπτο του Μουμπάρακ). Τα πράγματα σχετικοποιούνται: Ό,τι είναι μαύρο δεν είναι κατ’ ανάγκην καλό, όπως και ό,τι σχετίζεται με μετανάστευση, πρώην αποικιοκρατία, αντιιμπεριαλιστικές θεωρίες, ομοφυλοφιλία και τα σχετικά, υπονοεί η συγγραφέας. Επιπλέον, παρά το αμφισβητητικό της προφίλ, η Γιαζ αποδέχεται ανενδοίαστα τις παροχές του “συστήματος” και τα χαρτζιλίκια γονιών και νονών, για ένα ταξιδάκι στο Λος Άντζελες ή για άλλες ακριβές επιλογές.
Στην πρεμιέρα θα παρευρεθεί επίσης η πρώην σύντροφος εν όπλοις της Άμα, η γοητευτική Ντόμινικ, που έρχεται κατ’ ευθείαν από το Χόλυγουντ στο Λονδίνο ειδικά για την παράσταση. Ενσωματωμένη πλήρως στην αμερικανική βιομηχανία του θεάματος, η Ντόμινικ την είχε κοπανίσει προ ετών για τα μάτια μιας αμερικανίδας ερωμένης, κατέληξε να ζει σε ένα κοινόβιο πλήρως απομονωμένη από τον κόσμο, υπέστη αποκλεισμό και βία από την ίδια την έγχρωμη, λεσβία, χορτοφάγο γκόμενά της, μέχρι να αποδράσει και να βρει τη σωτηρία στο πρώην κατάπτυστο κατεστημένο της τέχνης. Η κατεδάφιση της πολιτικής ορθότητας στα χέρια της συγγραφέως γίνεται εδώ πλήρης.
Ακόμη, στην παράσταση θα συγκλίνουν ποικίλες άλλες πρωταγωνίστριες (κεντρικές και δευτερεύουσες) του βιβλίου: πρώην συμμαθήτριες, πρώην και νυν ερωμένες, οι κόρες τους, συνάδελφοι, συγκάτοικοι, συγγενείς, οι περισσότεροί τους επαγγελματικά επιτυχημένοι. Στην ποτισμένη με προσέκο δεξίωση που ακολουθεί την πρεμιέρα θα ολοκληρωθεί κατ’ ουσίαν το στόρι του βιβλίου. Ο θρίαμβος της Άμα είναι απόλυτος και στο πρόσωπό της δικαιώνεται η μαύρη γκέι κοινότητα – παρά το ότι το έργο με τις γκέι Αμαζόνες της Δαχομέης μοιάζει απλοϊκό, αντιφατικό και αναίτια φωνακλάδικο, όπως συνάγουμε από τα λίγα συμφραζόμενα. Οι αμιγείς κοσμικοί και διανοούμενοι λευκοί επείγονται να επιδείξουν την προοδευτικότητά τους και τα κοινωνικά δίκτυα έχουν πιάσει δουλειά πριν καλά καλά τελειώσει η παράσταση.
Ως την ολοκλήρωση της αφήγησης έχουμε μάθει πολλά για τις πρωταγωνίστριες, με αναδρομές και σύντομες κοφτές παρεκβάσεις: Τις δυσκολίες προσαρμογής στον αγγλικό τρόπο ζωής, τις διακρίσεις και την καχυποψία που αντιμετώπισαν οι γονείς και οι παππούδες τους, τα ταπεινά επαγγέλματα που αναγκάσθηκαν να κάνουν, ακόμη και κάποια λιντσαρίσματα. Ωστόσο η Μπερναρντίν Εβαρίστο έχει γυρίσει σελίδα, το ίδιο και η ξεροκέφαλη αντικειμενική πραγματικότητα. Μια ηρωίδα της, ας πούμε έχει γίνει δασκάλα (η Σέρλι) και από τον αρχικό χειραφετητικό της ενθουσιασμό έχει περάσει στην απόλυτη απομυθοποίηση των νεότερων μαύρων γενιών για την αδιαφορία και το βίαιο χαρακτήρα τους. Μια άλλη, η Κάρολ (να και μία που κάνει «φυσιολογικό» στρέιτ γάμο και μάλιστα με γόνο της αγγλικής αριστοκρατίας), κατάφερε, αν και είχε μητέρα καθαρίστρια, να γίνει χρηματιστηριακό στέλεχος και η Τράπεζά της είναι ανάμεσα στους σπόνσορες της πιο πάνω πρεμιέρας στο Εθνικό.
Οι αναδρομές και οι παρεκτροπές της αφήγησης, μας δίνουν μια καλή εικόνα της ζωής των ηρωίδων με έμφαση στα οικογενειακά, τα επαγγελματικά, και τα σχετιζόμενα με την περιλάλητη αναζήτηση της ευτυχίας, όταν βέβαια δεν περιορίζονται νέτα σκέτα στην αναζήτησης της ηδονής (και υπάρχει πολλή απ’ αυτήν, όπως άλλωστε, ομολογημένα και στη ζωή της ίδιας της Εβαρίστο). Αν και τα φλας μπακ μοιάζουν κάποτε αυθαίρετα, ενσωματώνονται εντέλει μια χαρά στο σώμα του κειμένου και οδηγούν στην κατανόηση της ζωής της κάθε ηρωίδας, και την ασθενή ή ισχυρή σχέση της με τις υπόλοιπες. Σε αυτό συμβάλει και ο ρυθμός της αφήγησης, με σύντομες κοφτές παραγράφους των λίγων αράδων, με παντελή απουσία στίξης, όπως και κεφαλαίων γραμμάτων, που δίνουν ένα τρόπον τινά ποιητικό ρυθμό.
Οι συγκεκριμένες υφολογικές /στυλιστικές επιλογές δεν μοιάζουν ξεκρέμαστες ή στυλιζαρισμένες, ούτε παρεμποδίζουν την αναγνωσιμότητα/ εμπορικότητα του κειμένου. Το αντίθετο, θα έλεγα. Υπηρετούν την αίσθηση της ροής των ζωών, της ιστορικής εξέλιξης, των συστημικών, τέλος πάντων, παραδοχών του βιβλίου. Η αφήγηση δυναμώνει άλλωστε προς το τέλος όταν εμφανίζονται και δυο ή τρεις υπέργηρες ηρωίδες. Η μία εξ αυτών, η Χάτι, είναι σχεδόν εκατοντούτις και στιβαρή ακόμη αγρότισσα στη Βόρεια Αγγλία, όπου με φανατισμό υπηρετεί τον πατροπαράδοτο αγγλικό τρόπο ζωής, παρά το ότι ή ίδια είναι προϊόν ποικίλων διασταυρώσεων. Είναι στη φάρμα της που θα κατευθυνθεί η κυνική καθηγήτρια Πενέλοπι αναζητώντας τους γονείς της. Έχει διαπιστώσει ύστερα από ένα σοκαριστικό γενετικό τεστ ότι, παρά τα φαινόμενα, είναι μόνο κατά ένα 17% Αγγλίδα και ότι διαθέτει άφθονο ασιατικό, αμερικανικό και αφρικανικό αίμα στις φλέβες της. Εκεί η εν λόγω Πενέλοπε θα βρει επιτέλους τον ελλείποντα κρίκο, δηλαδή την μητέρα, στο πρόσωπο της Χάτι.
Η μετάφραση της πολύπειρης Ρένας Χατχούτ είναι εντυπωσιακά ρέουσα και ακριβής. Οπότε, ακόμη και αν θεματικά το βιβλίο μοιάζει κοινωνικά «εξειδικευμένο», η επέκταση στα ζητήματα της ενσωμάτωσης και πολιτισμικής σύγκρουσης, η σχετικοποίηση των ηθικών παραδοχών και ο απολαυστικός σαρκασμός ως προς την πολιτική ορθότητα αποδίδονται θαυμάσια, τόσο από την συγγραφέα όσο και από τη μεταφράστρια. Πρόκειται επιτέλους για ένα Μπούκερ άξιο του θεσμού, που θα ήταν άδικο να αποδοθεί σε πολυπολιτισμικές ποσοστώσεις, όπως συχνά συμβαίνει τελευταία.