Χάρτης 90 - ΙΟΥΝΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-90/klimakes/to-vivlio-tis-miteras
Το Βιβλίο της Μητέρας είναι μια απόπειρα να μιλήσει κανείς για τη μητέρα έξω από τα έτοιμα σχήματα της τρυφερότητας, της ενοχής, της αγιοποίησης ή του παράπονου. Δεν πρόκειται για βιογραφία, ούτε για εξομολόγηση με τη συνηθισμένη έννοια. Είναι μικρά ποιητικά πεζά, στάσεις μνήμης, όπου μια σχέση μητέρας και γιου ανασυντίθεται από τα ίχνη της. Από μια απουσία, μια επιστροφή, ένα βλέμμα, ένα πιάτο που μένει γεμάτο, μια φωνή στο ραδιόφωνο, τον ήχο από τα τακούνια, τις λέξεις που ειπώθηκαν και, κυρίως, εκείνες που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Το βιβλίο παρακολουθεί τη μητέρα ως «ρόλο», αλλά και ως γυναίκα: όμορφη, δύσκολη, σιωπηλή, ελεύθερη, βαθιά παρούσα ακόμη και στις αποστάσεις της.
Η δημοσίευση στον Χάρτη λειτουργεί σαν προδημοσίευση ενός εσωτερικού βιβλίου που γράφεται για να διασώσει κάτι λεπτό. Τον τρόπο με τον οποίο η αγάπη επιμένει χωρίς μεγάλες δηλώσεις. Εδώ η μητέρα δεν «αγκαλιάζει πολύ», όμως κρατά χώρο. Δεν εξηγεί, όμως βλέπει. Δεν διορθώνει, όμως επιτρέπει. Και ο γιος, επιστρέφοντας στη γλώσσα, ανακαλύπτει πως η μνήμη μπορεί να γίνει μορφή δικαιοσύνης.
1. Το πρόσωπο πριν από τη λέξη
Υπήρχε, νομίζω, μια εποχή που δεν ήξερα ακόμη ότι υπάρχω.
Κάποιος άλλος κρατούσε τη θέση μου, ή μάλλον την ανέπνεε. Η μητέρα μου ανήκε τότε σε εκείνη τη ζώνη όπου τα πράγματα δεν έχουν ακόμη σταθεροποιηθεί
σε πρόσωπα. Ήταν περισσότερο ένα κλίμα, ένα είδος καιρού που διατηρείται παρά τη μετακίνηση των εποχών. Δεν τη θυμάμαι να φεύγει. Θυμάμαι πως κάτι
έπαψε να συντονίζεται.
Τριών ετών, μια ηλικία που όλα επιστρέφουν το απόγευμα. Οι φωνές είχαν την ίδια παιδική γραμματική. Κάτι όμως είχε αλλάξει, άγρια. Με σήκωσαν άλλα χέρια. Ξένα. Με ετοίμαζαν για ένα ρόλο που δεν είχε ακόμη αποφασιστεί. Τελικά οι συγγραφείς είναι οι γυναίκες.
Αργότερα,
όταν οι λέξεις άρχισαν να με αγαπούν, την κατασκεύασα. Τη μάνα, την αληθινή. Εκείνη. Της έδωσα ήλιο και προσήλωση. Εκείνη με γνώριζε όπως γνωρίζει κανείς ένα σπίτι πριν το κατοικήσει. Η μνήμη βέβαια μπορεί και προσθέτει παράθυρα
εκ των υστέρων.
Δεν έχω εικόνα της.
Έχω μια κλίση της μορφής της. Κάθε φορά που στρέφω το βλέμμα,
η κλίση μου υπενθυμίζει ότι υπήρξε κάτι πριν.
Είναι εκείνη, ένα προηγούμενο σχέδιο του εαυτού που εξακολουθεί να με συνοδεύει
χωρίς να απαιτεί διευκρινίσεις.
Συχώρα με, που δεν υπήρξα κανονικός.
2. Το ενδιάμεσο σπίτι
Από τα τρία έως τα δεκατρία έζησα σ’ ένα σπίτι που όλοι αποκαλούσαν «του πατέρα», λες και τα σπίτια ανήκουν πραγματικά σε ανθρώπους και όχι στις συνήθειες που εγκαθίστανται μέσα τους και σιγά σιγά αρχίζουν να διοικούν τα πάντα, τα βλέμματα, τις κινήσεις, ακόμη και τον τρόπο που αφήνεις ένα ποτήρι πάνω στο τραπέζι. Ήταν σπίτι αυστηρό, όχι επειδή κάποιος φώναζε διαρκώς, αλλά επειδή όλα έμοιαζαν ήδη αποφασισμένα πριν συμβούν. Οι κανόνες υπήρχαν όπως οι κορνίζες στους τοίχους ή τα βαριά έπιπλα που δεν μετακινούνται ποτέ.
Υπήρχαν γύψινα αντίγραφα αρχαίων αγαλμάτων παντού, κεφάλια, προτομές, λευκά χέρια χωρίς σώμα, κι αυτά τα πράγματα έτριζαν ελαφρά τη νύχτα από την υγρασία, αν και αργότερα κατάλαβα πως δεν ήταν η υγρασία αλλά η ίδια την ιδέα της πειθαρχίας, έτριζαν από την επιμονή ενός ολόκληρου κόσμου να πιστεύει ότι η καλλιέργεια μπορεί να επιβληθεί με αντικείμενα. Κάποιος είχε αποφασίσει πως η προσομοίωση του κλασικού είναι μορφή αγωγής και όλοι όφειλαν να κινούνται ανάμεσα σε αντίγραφα που είχαν ήδη ξεκινήσει να κατασκευάζονται πριν γεννηθούν.
Η γυναίκα του πατέρα μου φορούσε κραγιόν με την αποφασιστικότητα ανθρώπου που υπογράφει διαρκώς την παρουσία του πάνω στα πράγματα. Μιλούσε αρκετά ώστε να μη μένει χώρος για άλλες εκδοχές των γεγονότων. Οι φράσεις της δεν όριζαν την επικοινωνία αλλά την εσωτερική διακόσμηση του σπιτιού. Έπεφταν μέσα στα δωμάτια και έμεναν σαν έπιπλα που δεν διανοείσαι να μετακινήσεις. Ο πατέρας ακουγόταν μέσα τους αμυδρά, σαν ήχος από διάδρομο πολυκατοικίας, ήδη απορροφημένος από την αρχιτεκτονική του έξω κόσμου.
Σιωπή υπήρχε φυσικά, μόνο που δεν είχε καμία σχέση με τη γαλήνη. Ήταν σιωπή διοικητική, οργανωτική, μια ασίγαστη σιωπή που φρόντιζε να παραμένει η ατμόσφαιρα σε τάξη, όπως τα μαξιλάρια ή τα σωστά τοποθετημένα μαχαιροπίρουνα εκδικούνται τους ρόλους τους.
Κάθε τόσο εμφανιζόταν Εκείνη. Η Μπέττυ. Και κάθε φορά είχα την αίσθηση ότι δεν έμπαινε απλά ένας άνθρωπος στο σπίτι αλλά ότι η πυκνότητα του αέρα μεταβαλλόταν. Τα αντικείμενα, ακόμη και τα πιο γελοία, ακόμη και οι γύψινες απομιμήσεις, έμοιαζαν να αφυπνίζονται στιγμιαία. Δεν έκανε τίποτα εντυπωσιακό. Κρατούσε μια μικρή τσάντα από άλλη δεκαετία, φορούσε ρούχα που έμοιαζαν να έχουν ήδη ζήσει αλλού πριν φτάσουν εκεί, κι είχε εκείνο το είδος κομψότητας που δεν ζητά επιβεβαίωση επειδή δεν ενδιαφέρεται να κυριαρχήσει στο δωμάτιο. Κι ακριβώς γι’ αυτό το δωμάτιο μετατοπιζόταν προς το μέρος της.
Μιλούσε λίγο. Ίσως επειδή δεν είχε ανάγκη να σταθεροποιήσει τον εαυτό της μέσω της ομιλίας, όπως κάνουν τόσοι άνθρωποι που φοβούνται ότι αν σωπάσουν θα εξαφανιστούν. Υπήρχε μέσα της μια αυτάρκεια σχεδόν σωματική. Θυμάμαι το άρωμά της ως υπόσχεση χώρου, σαν να άνοιγε γύρω της μια περιοχή όπου τα πράγματα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς να απολογούνται διαρκώς για την ύπαρξή τους.
Το παιδί που ήμουν τότε προσπαθούσε να συγχρονιστεί μ’ αυτή τη διαφορετική φυσική. Γιατί το παράξενο ήταν πως τη γνώριζα και ταυτόχρονα δεν τη γνώριζα καθόλου. Την κοιτούσα όπως κοιτά κανείς κάτι που επιστρέφει από πολύ μακριά χωρίς να είναι βέβαιος αν επέστρεψε πραγματικά ή αν απλώς προβάλλεται για λίγο πάνω στον τοίχο. Υπήρχε; Ποιος ξέρει; Κι όμως, κάθε φορά που εμφανιζόταν, το σώμα μου χαμήλωνε την ένταση. Το καταλάβαινα αμέσως. Σαν να έβρισκε ξανά η βαρύτητα τη σωστή της αναλογία.
Ο πόνος φυσικά δεν έφευγε ποτέ, όμως άλλαζε μορφή, κι αυτό ήταν αρκετό. Γινόταν κάτι φορητό. Κάτι που μπορούσες να μετακινήσεις από δωμάτιο σε δωμάτιο χωρίς να σε συντρίβει εντελώς.
Και κάπου εκεί, χωρίς να το διατυπώνω ακόμη καθαρά, γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα της διαφυγής. Όχι ακριβώς να φύγω. Η φυγή είναι υπερεκτιμημένη. Περισσότερο η ιδέα ότι ίσως υπάρχει κάπου μια άλλη εκδοχή της ζωής όπου η λέξη «μαζί» δεν λειτουργεί ως υποχρέωση ή διαρρύθμιση εσωτερικού χώρου αλλά σαν πραγματική συνθήκη ύπαρξης.
3. Η επιστροφή ως πράξη εξάντλησης
Στα δεκατρία μου έφυγα, έτσι το θυμάμαι τουλάχιστον, αν και η μνήμη, ειδικά όταν αφορά τη φυγή, έχει την τάση να σκηνοθετεί τα γεγονότα εκ των υστέρων και να τα παρουσιάζει πιο καθαρά, πιο αποφασιστικά απ’ όσο υπήρξαν στην πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε καμία μεγάλη έξοδος, κανένα δράμα, καμία βαλίτσα πεταμένη θυμωμένα στο πάτωμα, μόνο μια ριζική βέβαια μετακίνηση, σχεδόν διοικητική, σαν αλλαγή υπηρεσίας μέσα στο ίδιο κράτος. Αν κάποιος κρατούσε ημερολόγιο εκείνες τις μέρες, πιθανότατα θα είχε σημειώσει τον καιρό, έναν λογαριασμό, ίσως κάποιο τηλεφώνημα, όχι όμως το γεγονός ότι ένα παιδί έπαψε να κατοικεί σ’ ένα σπίτι και μεταφέρθηκε σε άλλο.
Πρέπει να ήταν άνοιξη του 1974. Θυμάμαι που ανέβηκα στο τρίτο όροφο, στο διαμέρισμά μας. Την τσάντα του σχολείου να βαραίνει περισσότερο απ’ όσο δικαιολογούσαν τα βιβλία της εποχής, γιατί ποτέ δεν κουβαλάς μόνο βιβλία όταν είσαι δεκατριών, κουβαλάς και μιαν ολόκληρη ακατανόητη οργή που δεν έχει ακόμη αποκτήσει στόχο. Θυμάμαι επίσης τον πατέρα μου στην εξώπορτα, αλαφιασμένο από το γεγονός ότι η πραγματικότητα είχε παρεκκλίνει αδιανόητα από τη μορφή που θεωρούσε φυσική. Μου είπε κάτι τρομερό, θυμάμαι ακριβώς τι, ίσως επειδή οι μεγάλες φράσεις των ενηλίκων ακούγονται πάντα στα παιδιά σαν να έρχονται μέσα από υπόγειο τούνελ. Κάτι βαρύ, βιβλικό, ένα είδος ηθικής απειλής μεταμφιεσμένης σε λογική. Κάτι φρικτό. Καγχαστικά αληθινό.
Κι εγώ απάντησα: «Είστε όλοι τρελοί.»
Το είπα σχεδόν κουρασμένα. Και πάτησα το μηδέν στο ασανσέρ.
Αυτό ήταν όλο. Τέλος «το σπίτι του πατέρα». Ενταφιάστηκε.
Ο έφηβος δεν εξηγεί ποτέ πραγματικά. Η εξήγηση είναι εφεύρεση των ενηλίκων, ένας τρόπος να μετατρέπουν το χάος σε αφήγηση ώστε να μπορούν να το αντέχουν. Ο έφηβος καλπάζει προς το άγνωστο επειδή το άγνωστο του φαίνεται, δικαιολογημένα, λιγότερο τρομακτικό από το ήδη γνωστό.
Κάτι μέσα μου είχε αφεθεί τότε ελεύθερο, αν και για χρόνια το αποκαλούσα λανθασμένα τέρας, επειδή οι οικογένειες έχουν την τάση να ονομάζουν τέρας οτιδήποτε δεν υπακούει στην εσωτερική τους αρχιτεκτονική. Στην πραγματικότητα δεν ήταν τέρας αλλά ενέργεια χωρίς μορφή ακόμη, μια δύναμη που έψαχνε πού να εγκατασταθεί.
Η Μπέττυ τότε μού άνοιξε μια πόρτα χωρίς να τη διαφημίσει σαν σωτηρία. Εδώ δεν υπήρχε τίποτα τέτοιο. Ένα παλιό κρεβάτι. Ένα γραφείο με δύο καψίματα από τσιγάρο. Ένα παράθυρο που έβλεπε προς τη θάλασσα με τον αδιάφορο τρόπο που κοιτάζει η θάλασσα τους ανθρώπους, χωρίς να απαιτεί ανταπόδοση, χωρίς να ενδιαφέρεται αν είσαι ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος.
Το δωμάτιο είχε μια μορφή ελευθερίας που στην αρχή με τρόμαξε ακριβώς επειδή δεν συνοδευόταν από οδηγίες χρήσης. Ο χρόνος απλωνόταν μέσα του υπερβολικά άφθονος, σχεδόν απειλητικός. Η νύχτα γινόταν επιφάνεια προβολής πάνω στην οποία μπορούσες να δοκιμάζεις διαρκώς νέες εκδοχές του εαυτού σου χωρίς καμία εγγύηση ότι θα επιβιώσεις απ’ αυτές.
Για χρόνια κοιτούσα αυτόν τον χώρο σαν να έκρυβε κάποιο μήνυμα που όφειλα να αποκρυπτογραφήσω σωστά. Σαν τα καψίματα στο γραφείο, οι γραμμές του στρώματος, η αλμύρα που έμπαινε απ’ το παράθυρο να αποτελούσαν κώδικα ενός νοήματος που όλοι οι άλλοι γνώριζαν εκτός από εμένα. Μόνο αργότερα κατάλαβα ότι δεν υπήρχε μήνυμα. Κι ότι αυτή ακριβώς ήταν η σπανιότερη μορφή γενναιοδωρίας.
Τώρα ο χρόνος έχει μαλακώσει τα περιγράμματα. Η ελευθερία δεν μου φαίνεται πια άβυσσος ούτε ηρωική κατάσταση, όπως πίστευα τότε. Μου φαίνεται ευγένεια. Κάποιος σου παραδίδει την ευθύνη του εαυτού σου χωρίς να σε παρακολουθεί διαρκώς για να δει αν θα την αντέξεις.
Μέσα μου αντηχούσε μια φράση, πραγματική ή επινοημένη, δεν έχει σημασία πλέον.
«Ανήκεις σε σένα».
Και αυτή η φράση δεν καθόταν ποτέ ήσυχη. Αιωρούνταν. Παλαντζάριζε. Όπως όλα όσα δεν ζητούν ανταμοιβή για να υπάρξουν.
Η σχέση μας δεν είχε αποστολές διάσωσης, ούτε συμβολικές χειρονομίες, ούτε τη συναισθηματική υπερπαραγωγή με την οποία τόσοι άνθρωποι προσπαθούν να αποδείξουν την αγάπη τους επειδή κατά βάθος δεν την εμπιστεύονται. Υπήρχε χώρος. Χώρος να κινηθείς, να αποτύχεις, να σωπάσεις, να εξαφανιστείς για λίγο χωρίς να σε κυνηγά η ερμηνεία.
Και ίσως τελικά η πιο ριζική μορφή αγάπης να είναι μια αγάπη που σου παραδίδει έκταση και αποσύρεται διακριτικά από το κράτος σου.
[ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ]