Χάρτης 91 - ΙΟΥΛΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-91/theatro/faidra
______________
Π Ρ Ο Ο Ι Μ Ι Ο
Κυρίες και κύριοι, φίλοι μου από τη Λέσχη:
Αυτή την τραγωδία μου, τη Φαίδρα, δεν αξιώθηκα να τη δεχτούν για να την αναπαραστήσουν στο θέατρο της Μαδρίτης. Την ίδια τύχη είχαν και άλλα δράματα που έχω συνθέσει και υποβάλει.
Για αυτό υπήρξαν αιτίες άλλες έξωθεν και άλλες έσωθεν της τέχνης αυτής.
Οι έξωθεν είναι πως ούτε ανήκω στο σινάφι που κατά αντονομασία λέγεται οι συγγραφείς
ούτε κάνω κάτι για να ενταχθώ σε αυτό μέσα από τις κλασσικές πια διαδικασίες, και ούτε μπορώ ή οφείλω να μειώνω τον εαυτό μου χάνοντας τον χρόνο μου σε σαλονάκια και άλλα ανάλογα μέρη αναζητώντας, έστω και με μία σιωπηλή συμμετοχή σε τέτοιους θεατρικούς κύκλους, κάποια σειρά, ώστε να γίνουν γνωστά στο κοινό τα δραματικά μου έργα.
Ας προστεθεί πως, ούτε ξέρω ούτε θέλω να μάθω να γράφω ρόλους, και ακόμη λιγότερο κομμένους και ραμμένους στα μέτρα του και της κάθε ηθοποιού, και μάλιστα αγνοώντας, αφού τις αγνοώ, τις σχετικές δεξιότητες εκείνων που είναι σήμερα της μόδας, μια άγνοια που δεν οφείλουν να μου συγχωρήσουν. Και καθώς φροντίζω, αντί να κόβω ρόλους, να δημιουργώ χαρακτήρες -ή καλύτερα, πρόσωπα, προσωπικότητες-, ούτε μπορώ ή πρέπει να είμαι διατεθειμένος να τους τροποποιώ και να τους χαλάω, ώστε να τους προσαρμόζω, σαν τα πουλάρια, στις δυνατότητες όποιου τους αναπαριστά. Είναι εκείνοι, οι ηθοποιοί, αυτοί που όμορφα και ωραία οφείλουν να υποκύπτουν στον δραματικό χαρακτήρα.
Υπάρχει μία αιώνια διαμάχη ανάμεσα στη δραματική και τη θεατρική τέχνη, ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη σκηνή, και σαν επακόλουθο αυτής της διαμάχης μερικές φορές επιβάλλονται στο κοινό έργα από λογοτεχνική άποψη αποκρουστικά, εξολοθρεύοντας το κριτήριό του, ενώ κάποιες άλλες φορές καταπνίγονται άριστα έργα.
Στις περισσότερες περιπτώσεις μού φαίνεται σκέτη κουταμάρα να λένε ότι ένα έργο είναι άριστο όταν διαβάζεται, αλλά λίγο θεατρικό. Αυτό που όταν διαβάζεται προκαλεί θεατρική εντύπωση, κωμική ή τραγική, πρέπει να την προκαλεί και αν ξέρουν να το αναπαριστούν.
Και πρέπει να εκπαιδεύουμε το κοινό για να του αρέσει το γυμνό τραγικό.
Ονομάζω γυμνό στην τραγωδία ή τραγική γυμνότητα την εντύπωση που αποκομίζεται όταν η τραγωδία παρουσιάζεται σε όλο το επίσημο και αξιοσέβαστο μεγαλείο της.
Αφού πρώτα απελευθερωθεί από όλα τα φτιασιδώματα της σκηνικής διακόσμησης.
Επομένως, αυτή η Φαίδρα μου, που ουσιαστικά είναι ο εκσυγχρονισμός εκείνης του Ευριπίδη ή, για να το πούμε καλύτερα, η ίδια υπόθεση με εκείνη, μόνο που τα πρόσωπα είναι σημερινά, και γι’ αυτό χριστιανοί ―κάτι που την κάνει πολύ διαφορετική―, η Φαίδρα μου μπορεί να αναπαρασταθεί με τα ίδια σκηνικά και για τις τρεις πράξεις, αποτελούμενα από ένα καθαρό, λευκό σεντόνι για φόντο -που συμβολίζει ένα δωμάτιο-, ένα τραπέζι με τρεις καρέκλες για να μπορούν να κάθονται, αν κάποια στιγμή το θεωρούν σκόπιμο, οι ηθοποιοί, και ντυμένοι με τα συνηθισμένα καθημερινά τους ρούχα. Αυτή η τραγωδία δεν θα χρειαστεί κάποιο διαγωνισμό για την επιλογή ζωγράφου για τα σκηνικά ούτε για ράφτη και μόδιστρο ούτε για κομμωτή. Η επιδίωξή μου είναι ό,τι λέει και εκφράζει η Φαίδρα, για παράδειγμα, να είναι τέτοιας τραγικής έντασης, ώστε οι θεατές -και πάνω απ’ όλα οι γυναίκες- να μην πρέπει να αφαιρούνται κοιτάζοντας πώς είναι ντυμένη η ηθοποιός που την αναπαριστά. Και επίσης εκείνη θα πρέπει να προσέχει περισσότερο την έκφραση του χαρακτήρα που συμβολίζει και όχι τις προσωπικές της χάρες ―όσο μεγάλες και αν είναι αυτές― ή την κομψότητα των ενδυμάτων της.
Η επιτυχία του κινηματογράφου νομίζω πως τελικά θα έχει μία ευεργετική επίδραση στη δραματική τέχνη κάνοντάς την να επιστρέψει στην πρωτόγονη αυστηρότητα της κλασικής γυμνότητας και αφήνοντας για τον κινηματογράφο όλα όσα αφορούν τον σκηνικό διάκοσμο. Όποιος πάει να δει και να ακούσει ένα έργο πρέπει να πάει για να το δει και να το ακούσει, και όχι για να δει διακοσμήσεις, επιπλώσεις, ενδυμασίες ή ακόμα σκηνικές μηχανές ή για να ακούσει κάτι άσχετο με το ίδιο το δράμα.
Και ακόμη, μέσα στην τραγωδία ως ποιητικό έργο επιδίωξα, ενδεχομένως λόγω της επαγγελματικής μου εξοικείωσης με τους Έλληνες τραγικούς, τη μεγαλύτερη δυνατή γυμνότητα απαλείφοντας κάθε επεισόδιο που είναι μόνο για διασκέδαση, κάθε πρόσωπο απλώς διακοσμητικό, κάθε σκηνή απλώς μεταβατική ή διασκεδαστική. Τα πρόσωπα είναι περιορισμένα με μία οικονομία που έχει τις ελάχιστες δυνατές καλλιτεχνικές αξιώσεις, και η εξέλιξη της δράσης, ως αποτέλεσμα παθιασμένων συγκρούσεων, προχωρεί με τον πιο σύντομο δυνατό τρόπο. Ο ίδιος ο διάλογος τείνει να είναι όσο γίνεται λιγότερο ρητορικός. Και αν υπάρχουν μονόλογοι, όπως υπήρχαν και στην αρχαία κλασική τέχνη, είναι γιατί εξοικονομούν πολλές περιττολογίες και εκφράζουν μία μύχια αλήθεια πολύ μεγαλύτερη από αυτή των πλατειασμών.
Εδώ η δράση, το δράμα αυτής της τραγωδίας παρουσιάζεται γυμνό, χωρίς κανένα σχολαστικό ρουχισμό που να το παραμορφώνει. Η προσδοκία μου ήταν να κάνω ποίηση και όχι δραματική ρητορική. Και αυτό μου φαίνεται ότι συνεπάγεται μία τάση προς το ποιητικό θέατρο και όχι ένα αράδιασμα ομοιοκαταληξιών κατά συρροή, που μερικές φορές δεν είναι τίποτε άλλο από ομοιοκατάληκτη ευφράδεια, και συνήθως ούτε καν αυτό.
Το ποιητικό θέατρο δεν είναι εκείνο που μας παρουσιάζεται σε μακρές σειρές από στίχους για να τους απαγγέλλει, να τους αραδιάζει ή να τους σιγοτραγουδά ένας οποιοσδήποτε ή οποιαδήποτε ηθοποιός με ευχάριστη φωνή και τόνο που γαργαλάει ή αποκοιμίζει τα αυτιά· το ποιητικό θέατρο είναι αυτό που δημιουργεί προσωπικότητες, στήνει ταραγμένες από αιώνια πάθη ψυχές και μας τις βάζει στην ψυχή μας, εξαγνίζοντάς την, χωρίς να χρειάζεται να συνδράμουν οι βοηθητικές τέχνες, αν δεν είναι απαραίτητο.
Και αφού προσδιορίστηκε τι θέλω να πω με την ποιητική γυμνότητα της τραγωδίας, οφείλω να πω τώρα δυο κουβέντες σε σχέση με το τέλος αυτής της τραγωδίας: με τον θάνατο της Φαίδρας.
Κάποιος μου είπε ότι έπρεπε να πεθάνει πάνω στη σκηνή, αλλά εγώ, αφού το σκέφτηκα πολύ, ένιωσα ―ένιωσα, όχι σκέφτηκα― ότι ο θάνατος έχει περισσότερη και μεγαλύτερη ποιητική αξία όταν ενσκήπτει αθέατος στη σκηνή από ό,τι όταν παρουσιάζεται σε αυτή με ωμότητα. Μάλλον υπάρχει μεγαλύτερο μυστήριο και μεγαλύτερη τραγική αγωνία βλέποντας τον Πέδρο, τον σύζυγο της Φαίδρας, όσο εκκρεμεί ένας θάνατος που ελλοχεύει δίπλα τους ακριβώς και νιώθοντας πως η καημένη, θήραμα τραγικού έρωτα, και το θύμα της, ο θετός της γιος, κοιτάζονται στα μάτια υπό το βλέμμα της Σφίγγας.
Ένας θάνατος στη σκηνή θα ταίριαζε μόνο σε μία ηθοποιό από αυτές που έχουν μια συλλογή από θανάτους για να δείχνουν τις υποκριτικές τους ικανότητες. Όμως όσες φορές έχω δει κάποιον ηθοποιό ειδικευμένο στους θανάτους να ξεψυχά στη σκηνή, μου φάνηκε πιο πολύ κινηματογραφικό παρά θεατρικό και σχεδόν πάντα αποκρουστικό. Αυτά ανήκουν σε μία κατώτερη τέχνη και μπορεί να οδηγήσουν σε αποτελέσματα που κανείς δραματουργός δεν πρέπει να προσπαθεί να πετύχει με όσους πρόκειται να αναπαραστήσουν τα έργα του.
Επίσης μερικοί τεχνικοί ―τεχνικοί στην τέχνη του θεάτρου, όχι στη δραματουργία― μου επέστησαν την προσοχή στη λιτή γύμνια μερικών εκφράσεων. Προσπάθησα, πράγματι, να φανερώσω ολόγυμνη την ψυχή και τον έρωτα της Φαίδρας, αλλά γιατί το θεώρησα πιο ποιητικό. Ένας τέτοιος έρωτας, μοιραίος, είναι πάντα υπέροχος αν και φρικτός ―πανέμορφος ήταν και ο ίδιος ο Εωσφόρος― και οφείλει να φανερώνεται ολόγυμνος. Το ολόγυμνο είναι πάντα πιο αγνό από το ξεγυμνωμένο.
Και τα πιο αγνά αφτιά οφείλουν και μπορούν να ακούν τους βρυχηθμούς ενός ακαταμάχητου μοιραίου πάθους· εκείνο που δεν πρέπει να ακούνε είναι τα τεχνάσματα ενός υποκριτικού αισθησιασμού ή την ικανοποίηση κάποιων ειδεχθών συνηθειών. Μόνο μία φαρισαϊκή σεμνοτυφία μπορεί να προσποιείται ότι σκανδαλίζεται από την πάναγνη γυμνότητα με την οποία σας παρουσιάζεται εδώ μια ψυχή κυριαρχούμενη από έναν καταστρεπτικό έρωτα.
Δεν γνωρίζω τι αποτέλεσμα μπορεί να φέρει αυτή η δοκιμή ανανέωσης της δραματικής κλασικής τέχνης, λιτής, ολόγυμνης, αγνής, χωρίς θεατρικά ή ρητορικά στολίδια ή ψεύτικα και κολλημένα φτιασιδώματα· αλλά εδώ και καιρό πιστεύω ότι από τη σύγχρονή μας ισπανική δραματουργία λείπει το πάθος, πάνω απ’ όλα το πάθος, της λείπει η τραγωδία, λείπει το δράμα, της λείπει η ένταση.
Θέλησα να σας παρουσιάσω κάποιες ανθρώπινες ψυχές παρασυρμένες από τον στρόβιλο του τραγικού έρωτα και έχω αποβάλλει από το έργο μου οτιδήποτε θα μπορούσε να καλύψει την απορία της δράσης, αν αυτή μπορεί να θεωρηθεί άπορη. Αλλά αν είναι πλούσια από μόνη της, έσωθέν της, ποιητικά πλούσια, πλούσια σε τραγική ένταση, και αν τα πρόσωπα είναι πλούσια σε ανθρωπιά, μόνο να κερδίσουν μπορούν με αυτή τη λιτή γύμνια.
Εσείς θα κρίνετε, αφού πια εγώ σας είπα την πρόθεσή μου. Μολονότι στην τέχνη η πρόθεση δεν σώζει.
Αποφασίστε, λοιπόν.
Α Υ Τ Ο Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Η Τ Η Σ Φ Α Ι Δ Ρ Α Σ
Φίλοι μου ―είτε το ξέρουν είτε όχι, πάντα είναι φίλοι του συγγραφέα, αυτοί που πηγαίνουν να δουν το έργο του―, εδώ και περίπου είκοσι τέσσερις αιώνες, το έτος 428 του 5ου αιώνα πριν από την εποχή μας, στην πιο καθαρή μορφή του ελληνικού παγανισμού, ο Ευριπίδης έδωσε για πάντα στον κόσμο την τραγωδία του Ιππόλυτος στεφανηφόρος, στην οποία ενσαρκώνει το ακατάβλητο πάθος της Φαίδρας, της μοιραία ερωτευμένης μητριάς με τον θετό της γιο. Είκοσι ένα αιώνες μετά, τον 17ο
αιώνα μετά τον Χριστό, το 1677, ο Ζαν Ρασίν [Ρακίνας] δίνει εκ νέου αιώνια σάρκα και πνεύμα για την τραγική τέχνη, στο ίδιο καταστρεπτικά θνητό πάθος και αθάνατα μοιραίο, με τη Φαίδρα του. Αλλά υπήρξαν και διάφορες άλλες.
Ο Ζαν Ρασίν ήταν χριστιανός ποιητής, βαθιά χριστιανός, αλλά η Φαίδρα του θέλει να είναι μία Φαίδρα παγανιστική και ελληνική. Και είναι τέτοια γιατί ο Ρασίν, ως χριστιανός ποιητής, είχε συλλέξει τα αέναα προσφιλή στοιχεία του παγανισμού, τα στοιχεία του εκείνα που αναβίωσαν στην Αναγέννηση. Ο συγγραφέας σκοπεύει, φίλοι μου, σε ό,τι πρόκειται να δείτε και να ακούσετε, να πραγματευτεί πάλι την ίδια υπόθεση, αλλά με απόλυτη χριστιανική συνείδηση. Η Φαίδρα του είναι μία χριστιανική Φαίδρα, που μάλιστα το ξέρει ότι είναι· αμαρτωλή, αν θέλετε, όμως με απόλυτη συνείδηση της ενοχής της και της τιμής της· παράλληλα με τον μοιραίο χαρακτήρα της και το τρομερό πεπρωμένο που εμείς ονομάζουμε Θεία Πρόνοια.
Το να δίνεις σάρκα σε ένα πάθος του πνεύματος ισοδυναμεί με το να δίνεις πνεύμα σε ένα πάθος της σάρκας. Γιατί η σάρκα που εδώ υποφέρει και βασανίζεται είναι ταυτόχρονα πνεύμα. Ταιριάζει να θυμηθούμε τα αθάνατα λόγια του αγίου Παύλου: «Δεν κάνω το καλό που θέλω, αλλά κάνω το κακό που δεν θέλω, τόσο άθλιος είμαι, ποιος θα με λυτρώσει από αυτό το εφήμερο κορμί;»
Η καημένη η Φαίδρα λυτρώθηκε από το εφήμερο κορμί της, αφού το σκότωσε αυτοκτονώντας. Ο Θεός θα της το έχει συγχωρήσει γιατί αγάπησε πολύ.
Τα πρόσωπα αυτής της τραγωδίας ―ας μην τα αποκαλούμε χαρακτήρες, γιατί αυτό θα πρέπει να το κρατήσουμε για τους πολιτικούς, που συνήθως δεν είναι ούτε από σάρκα ούτε από πνεύμα― είναι μοντέρνα, σημερινά, παντοτινά· είναι από εδώ και από παντού, είναι χριστιανικά. Χριστιανικά και αμαρτωλά. Είναι άνθρωποι, νομίζω. Τουλάχιστον, θέλουν να είναι.
Από την αρχετυπική υπόθεση του Ευριπίδη, και μετά του Ρασίν, δεν έχει μείνει παρά μόνο ο πυρήνας, ο σπόρος. Ολόκληρη η εξέλιξη είναι καινούρια, εντελώς καινούρια και δική μου. Οφείλω να πω ότι είναι διαφορετική. Η πρωτοτυπία ενός δράματος δεν βρίσκεται στην αρχική υπόθεση, όπως όλος ο κόσμος ξέρει.
Θέλησα να διατηρήσω, να διατηρήσω;, όχι, να αυξήσω την παγανιστική αγνότητα της τραγωδίας του Ευριπίδη, τη χριστιανική αγνότητα ―και επίσης παγανιστική― του Ρασίν. Και ακόμη μπορούμε να πούμε, τη χριστιανική αγνότητα του Ευριπίδη. Γιατί υπάρχει ένας χριστιανισμός πριν τον Χριστό, τον αιώνιο Χριστό.
Αυτή η τραγωδία, που θα δείτε και θα ακούσετε, φίλοι μου, θέλει να είναι -και αφού θέλει να είναι, πραγματικά είναι- αμιγώς αγνή. Είναι η έκφραση ενός απόλυτου πάθους. Και ένα απόλυτο πάθος πάντα είναι ένα αγνό πάθος. Ένοχο; Παρά ταύτα, αγνό.
Θεωρούμε ότι δεν θα μπερδέψετε το γυμνό με το ντυμένο. Γιατί εδώ σας παρουσιάζεται ένα καταστρεπτικό πάθος με όλη την αγνότητα της γύμνιας του. Αλλά με τη γύμνια και η ωμότητα. Όμως το να παρουσιάζεις ένα πάθος ωμά είναι σαν να το παρουσιάζεις χωρίς τη σάρκα που σαπίζει και βρωμάει και αλλοιώνεται, αλλά με εκείνη την αθάνατη σάρκα που είναι πνεύμα και που στην τέχνη ενσάρκωση, με τη σάρκα που πρέπει να ξαναγεννηθούμε, με τη σάρκα της αιώνιας ζωής… επουράνιας ή υποχθόνιας. Ποιος ξέρει;
Το ακάθαρτο στη δραματική τέχνη, είναι το γδυμένο, είναι η επιπολαιότητα· είναι πάνω απ’ όλα και πρώτα απ’ όλα το ψέμα. Και το χειρότερο ψέμα, αυτό που λέει κάποιος στον εαυτό του.
Αλλά για να μην κάνω με αυτόν τον πρόλογο κήρυγμα ούτε καμιά φιλοσοφική διατριβή ―από αυτές που λένε ότι ο συγγραφέας έχει την τάση να γράφει― έχω μόνο να προσθέσω μερικές σύντομες παρατηρήσεις σχετικά με την καλλιτεχνική παρουσίαση.
Αντίστοιχα με την κλασική αγνότητα της υπόθεσης και της εξέλιξής της, ο συγγραφέας θέλησε και η έκθεσή της να έχει την ίδια αγνότητα. Καθόλου διαδοχικά επεισόδια που διασπούν την προσοχή, καθόλου γραφικότητα που σκοτώνει την κεντρική γραμμή, καθόλου μπαρόκ στολίδια για να κρυφτούν οι ρωγμές του κτιρίου, καθόλου χρυσοί ορθοστάτες, παρά μόνο ο απέριττος διάλογος και όσο πιο πυκνός -πυκνός και ρέων ταυτόχρονα-, κάποιος σύντομος, συντομότατος μονόλογος και η δράση που ρέει μέσα από ζωντανά λόγια.
Γιατί ο λόγος είναι δράση, όπως είπε στον πρόλογο του Ευαγγελίου ο άγιος Ιωάννης ―σε έναν άλλο πρόλογο και όχι ετούτο―, έτσι λένε· όμως, ο ζωντανός λόγος που είναι σάρκα και πνεύμα, όχι η σκέτη γραφή, η γραφή που δεν μιλάει.
Ο συγγραφέας αυτής της τραγωδίας που θα δείτε και θα ακούσετε, όχι που θα διαβάσετε, συνηθίζει να κάνει τον ρήτορα και μερικές φορές τον πολιτικό ρήτορα ―συγγνώμη!―. Και το χειρότερο που θα μπορούσε να ειπωθεί για αυτόν στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι μιλάει σαν βιβλίο. Θέλει και τα βιβλία του να μιλούν σαν άνθρωποι. Και, γι’ αυτό, παραδίδει αυτό το βιβλίο σε ανθρώπους -μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, φυσικά, και γυναίκες―* για να το μιλήσουν, για να το δημιουργήσουν εκ νέου, για να το ξαναδημιουργήσουν. Και μαζί με αυτό ξαναδημιουργούν κι εσάς. Σας ξαναδημιουργούν με τέτοιον τρόπο, που νιώθετε πάρα πολύ εμπλουτισμένοι με κάτι καινούριο, ξαναδημιουργημένοι, εκ νέου δημιουργημένοι κατ’ αναλογία. Σε αυτήν, όπως σε κάθε τραγωδία, συμβαίνουν πολλά πράγματα, υπάρχει πολλή δράση, και πολλά λόγια. Ο ζωντανός λόγος, φυσικά!, με κίνηση, λόγος με ζέστα αίματος, ένσαρκος λόγος. Όμως χωρίς κουκλίστικες μετακινήσεις, χωρίς τούμπες και χωρίς χειρονομίες, που είναι χαρακτηριστικά στον κινηματογράφο και στο κουκλοθέατρο.
Ο συγγραφέας επιθυμεί τη μικρότερη δυνατή συμβολή των σκηνογράφου, ράφτη, κομμωτή και καθόλου σκηνικές μηχανές. Ή για να το πούμε καλύτερα, την πιο αγνή, πιο ανιδιοτελή, πιο κλασική συμβολή τους, αφού τα πρόσωπα αυτής της τραγωδίας είναι ντυμένα και κινούνται σε έναν κόσμο με χειροπιαστά πράγματα και όχι σε έναν κόσμο φανταστικό ή νεφελώδη. Πράγμα που ρίχνει σχεδόν όλο το βάρος πάνω στους ηθοποιούς που έχουν επωμιστεί να ενσαρκώσουν -πιο πολύ να ενσαρκώσουν από το να αναπαραστήσουν- τα πρόσωπα αυτής της τραγωδίας. Και λέω πρόσωπα. Προηγουμένως απορρίφθηκε το χαρακτήρες· τώρα απορρίπτουμε και τους ρόλους.
Οι καλλιτέχνες που θα δείτε και θα ακούσετε, ξέρουν ότι εδώ δεν θα παίξουν ρόλους, αλλά ως πρόσωπα οι ίδιοι ―προσωπικότητες όπως εσείς και όπως ο συγγραφέας, και όχι χαρακτήρες, και ακόμα λιγότερο σε κάποιους ρόλους, αλλά προσωπικότητες από σάρκα και οστά, και αίμα και ψυχή― θα δώσουν ψυχή και πνεύμα σε προσωπικότητες αιώνιες και αθάνατες. Σας το λέει αυτός που έγραψε το βιβλίο, τα λόγια, με πολλή ταπεινοφροσύνη, και χωρίς προσποιητή μετριοφροσύνη. Κατανοήστε τη δυσκολία του εγχειρήματός τους, της ψυχής που θα βάλουν σε αυτό· συνεργαστείτε με αγνές διαθέσεις μαζί τους και με τον συγγραφέα, και όλοι μαζί θα δημιουργήσουμε αυτή την τραγωδία ακόμη μία φορά· που θα είναι έργο όλων μας, μιας καλλιτεχνικής επικοινωνίας μεταξύ του συγγραφέα, των ηθοποιών και του κοινού, όλοι τους δραματουργοί, όλοι τους δημιουργοί, όλοι τους αναδημιουργοί.
Θεού θέλοντος θα καταφέρουμε έτσι να δημιουργήσουμε «ένα έργο κάλλους» ―«Haing of beauty»―,που είναι, όπως είπε ένας μεγάλος Άγγλος ποιητής, ο Κιτς, χριστιανός και παγανιστής, μία παντοτινή απόλαυση.
Και θα απαλλαγούμε από αυτές τις στιγμιαίες απολαύσεις, δηλαδή εκείνες που, όταν μεταφέρονται στη σκηνή, παράγουν ό,τι πιο φαύλο υπάρχει στην τέχνη, το πιο επιπόλαιο, το ποταπά ερεθιστικό, και ερεθιστικό για τα πιο ποταπά πάθη. Και αν σε αυτά τα εισαγωγικά λόγια βλέπει κανείς κάποια έπαρση, από πλευράς του συγγραφέα και αυτής της Φαίδρας, συγχωρήστε τού το. Δεν μπορεί πια να γίνει αλλιώς. Είναι η τραγική του μοίρα. Αλλά δεν πρόκειται να αυτοκτονήσει γι’ αυτό όπως η Φαίδρα του.
ΜΙΓΚΕΛ ΝΤΕ ΟΥΝΑΜΟΥΝΟ
Σαλαμάνκα, 10 Ιανουαρίου 1921
*Αυτή η διευκρίνιση γίνεται από τον Ουναμούνο, καθώς η λέξη hombre στα ισπανικά σημαίνει και άνθρωπος και άνδρας.
________
Π Ρ Ο Σ Ω Π Α
________
ΦΑΙΔΡΑ
ΠΕΔΡΟ, ο σύζυγός της
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ, γιος του Πέδρο και θετός γιος της Φαίδρας
ΕΥΣΤΑΘΙΑ, τροφός της Φαίδρας
ΜΑΡΣΕΛΟ, γιατρός, φίλος του Πέδρο
ΡΟΖΑ, η υπηρέτρια
Η αρχική υπόθεση αυτής της τραγωδίας είναι η ίδια με τον Ιππόλυτο
του Ευριπίδη και με τη Φαίδρα του Ρακίνα. Η εξέλιξη είναι εντελώς διαφορετική και από τις δύο τραγωδίες.
Από εκείνα τα πρόσωπα έχω διατηρήσει με τα ίδια τα παραδοσιακά τους ονόματα μόνο τη Φαίδρα και τον Ιππόλυτο· η τροφός του Ευριπίδη, Οινώνη στον Ρακίνα, έχει μετατραπεί στην Ευσταθία μου. Στον Ευριπίδη επίσης εμφανίζονται η Αφροδίτη, η Άρτεμις, ο Θησέας, δύο αγγελιοφόροι, υπηρέτες και ένας χορός από γυναίκες της Τροιζήνας, και στον Ρακίνα, ο Θησέας, η Αρικία, ο Θηραμένης, η Ισμήνη, η Πανόπη και φρουροί.
Π Ρ Ω Τ Η Π Ρ Α Ξ Η
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Η Φαίδρα και η Ευσταθία.
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Μα επιτέλους, δεν μπορείς να πάψεις να το σκέφτεσαι, Φαίδρα;
ΦΑΙΔΡΑ: Αχ, Ευσταθία!, αν μπορούσε να είναι μια σκέψη μόνο, θα το είχα ήδη ξεχάσει, αλλά…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Η καρδιά είναι πιο ατίθαση, το ξέρω.
ΦΑΙΔΡΑ: Και τώρα θυμάμαι τη μητέρα μου περισσότερο από ποτέ…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Τι θυμάσαι; Δεν μπορεί…
ΦΑΙΔΡΑ: Ναι, κι ας σου φαίνεται ψέμα θυμάμαι αυτή τη μάνα από την οποία δεν διατηρώ καμία ανάμνηση…, καμία…;, αυτή τη μάνα που δεν τη γνώρισα σχεδόν καθόλου. Μου φαίνεται πως νιώθω το φιλί της στα χείλια μου, φιλί με δάκρια φωτιάς, όταν εγώ ήμουν…, δεν ξέρω…, δύο χρονών, ενάμισι, ένα, ίσως λιγότερο… Σαν κάτι που αχνοφαίνεται στην καταχνιά.
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Όνειρα.
ΦΑΙΔΡΑ: Μπορεί…! Αλλά πες μου, βάγια, εσύ που τόσο καλά γνώρισες τη μητέρα μου…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: [Θλιμμένα.] Ναι…
ΦΑΙΔΡΑ: Πώς ήταν;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Σου έχω πει χιλιάδες φορές να μην μιλάμε για αυτό.
ΦΑΙΔΡΑ: Όχι, δεν μπορούμε να μην μιλάμε γι’ αυτό και ακόμα λιγότερο τώρα· τις χρειάζομαι αυτές τις αναμνήσεις.
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: [Κατ’ ιδίαν.] Αν τα ήξερε όλα…
ΦΑΙΔΡΑ: Ποτέ δεν θέλεις να μου μιλάς για τη μητέρα μου.
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Δεν ήμουν μάνα για σένα, δεν είμαι μάνα εγώ για σένα;
ΦΑΙΔΡΑ: Μα για την άλλη, γι’ αυτή που με είχε στα σπλάχνα της…! Ποια δυσοίωνη ομίχλη σφραγίζει τη μνήμη της; Γιατί μου την κρύβεις, Ευσταθία; [Την αγκαλιάζει.] Έλα, μίλησέ μου για αυτήν…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: [Χαϊδεύοντάς την.] Λογικέψου, κόρη μου, λογικέψου. Πώς σου ήρθε τώρα αυτό;
ΦΑΙΔΡΑ: Το ρωτάς εσύ, εσύ Ευσταθία, εσύ; Τώρα, σε ετούτες της μέρες αγωνίας είναι που περισσότερο χρειάζομαι να τη θυμάμαι. Πες μου, αυτή πέρασε αγωνία;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Άσ’ το, Φαίδρα!
ΦΑΙΔΡΑ: Δηλαδή ναι, πέρασε. Και πες μου, μήπως κέρδισε;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Και τι σημαίνει να κερδίζεις;
ΦΑΙΔΡΑ: Το ίδιο λέω κι εγώ στον εαυτό μου: τι σημαίνει να κερδίζεις; Μήπως το να κερδίζεις είναι όπως λένε να χάνεις…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Φαίδρα!
ΦΑΙΔΡΑ: Τέλος πάντων, έχει πεθάνει. Κι έπειτα, εκείνη η παιδική ηλικία που αδυνατώ να θυμηθώ σαν όνειρο της χαραυγής… Μετά η μονή όπου με ανέθρεψαν οι μητέρες… Μακάρι να είχα μείνει εκεί για πάντα! Παρά λίγο, αγαπούσα τόσο πολύ τη μητέρα Ασπασία! Αλλά εσύ υπερίσχυσες, Ευσταθία, και δεν ξέρω αν σε ευχαριστώ γι’ αυτό…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ούτε κι εγώ…
ΦΑΙΔΡΑ: Και ακολούθησε ο γάμος μου με τον Πέδρο, εσύ ξέρεις καλύτερα από κανέναν πώς έγινε. Ηττήθηκα από τη γενναιοδωρία του και μπήκα σε ετούτο το σπίτι, του Ιππόλυτου… Άρχισε να με φωνάζει «μητέρα». Μητέρα! Τι όνομα τόσο γευστικό! Πώς αναστατώνει τα σωθικά! Αλλά… το πεπρωμένο!, το πεπρωμένο!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Όταν μιλάς για το πεπρωμένο, είναι σαν να θέλεις να νικηθείς, Φαίδρα!
ΦΑΙΔΡΑ: Και ήταν αυτός, ο πατέρας του, ο σύζυγός μου, αυτός που στην αρχή, βλέποντάς τον τόσο συνεσταλμένο και ντροπαλό, του έλεγε για να τον ενθαρρύνει: «άντε, γιε μου, δώσε ένα φιλί στη νέα σου μητέρα…, στη μητέρα σου!» Εκείνα τα φιλιά…! Εδώ δεν βλέπεις, βάγια, το χέρι του πεπρωμένου ή της θείας Πρόνοιας;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Σε βλέπω σε άσχημο δρόμο.
ΦΑΙΔΡΑ: Αυτό είναι το άσχημο, βάγια, ο δρόμος, αλλά άπαξ και φτάσεις εκεί…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Πού;
ΦΑΙΔΡΑ: Όπου να ‘ναι, πού να ξέρω…, στο πεπρωμένο!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Μην μιλάς έτσι, μα την Υπεραγία Θεοτόκο.
ΦΑΙΔΡΑ: Σε εκείνη ζητώ βοήθεια και παρηγοριά στον πόνο μου… Αλλά δεν μπορώ άλλο, βάγια, δεν μπορώ. Κάθε φορά που με αποκαλεί μητέρα και με φιλάει για να με αποχαιρετήσει, ένα πύρινο κύμα οργώνει τη σάρκα μου όλη, σφίγγεται η καρδιά μου και ο λαιμός μου γίνεται κόμπος. Και πρέπει να ασπρίζω, έ;, άσπρη σαν πεθαμένη…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Σου έχω πει να τον αποφεύγεις. Αυτά τα πράγματα φαίνονται στο πρόσωπο.
ΦΑΙΔΡΑ: Λες να το έχει δει αυτός, ο Ιππόλυτος, βάγια; Λες να το έχει αντιληφθεί ο πατέρας του, ο σύζυγός μου;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Δεν νομίζω, αλλά αργά ή γρήγορα… Πρέπει να το λήξεις αυτό!
ΦΑΙΔΡΑ: Ναι, έχεις δίκιο, θα το λήξω αυτό· όμως ξέρεις πώς, βάγια;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Δεν θέλω να ξέρω!
ΦΑΙΔΡΑ: Μα αφού το ξέρεις ήδη!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Φαίδρα, Φαίδρα, αυτή η αμαρτωλή αγάπη…
ΦΑΙΔΡΑ: Αμαρτωλή; Γιατί μιλάς για αμαρτωλή αγάπη; Αν είναι αγάπη δεν είναι αμαρτωλή, και αν είναι αμαρτωλή…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Βέβαια, δεν είναι αγάπη!
ΦΑΙΔΡΑ: Μακάρι να μην ήταν!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Αχ, κόρη μου, το μεγαλύτερο αμάρτημα είναι η αγάπη!
ΦΑΙΔΡΑ: Δεν μπορεί, βάγια, δεν μπορεί να είναι έτσι! Προσπάθησα να αντισταθώ…, αδύνατον! Ζητώ παρηγοριά και φώτιση στην Παναγία των Παθών, και μοιάζει να με σπρώχνει…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Μα τον Θεό, μην λες ανοησίες!
ΦΑΙΔΡΑ: Αφού δεν είμαι εγώ, βάγια, δεν είμαι εγώ!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ποια είναι τότε;
ΦΑΙΔΡΑ: Δεν ξέρω· κάποια άλλη που φέρω μέσα μου και με κυριαρχεί και με παρασύρει…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: [Κατ’ ιδίαν.] Όπως η μητέρα της!
ΦΑΙΔΡΑ: Κι εσύ επιμένεις να μην μου δίνεις παρηγοριά και στήριξη με το να μην μου λες πώς αγωνίστηκε και νίκησε η μητέρα μου…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο!
ΦΑΙΔΡΑ: Αυτό είναι προνοητικό. Ο Πέδρο…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Σκέψου αυτόν, τόσο καλός, τόσο ευγενής…
ΦΑΙΔΡΑ: Σκέψου…, σκέψου…, σε τι χρησιμεύει να σκέφτομαι μόνο; Με τη σκέψη δεν γίνεται τίποτα…! Πολύ καλός, πολύ ευγενής, πολύ εραστής, αλλά είναι το μέσο που χρησιμοποίησε η θεία Πρόνοια, για να με φέρει στον γιο του, για να συζήσω με τον Ιππόλυτο…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Πες καλύτερα το μέσο που χρησιμοποίησε ο δαίμονας…
ΦΑΙΔΡΑ: Δεν έχει σημασία…! Αλλά δεν αντέχω άλλο και θα το λήξω. Να ζω μαζί του, κάθε μέρα δίπλα του στο τραπέζι, να τον βλέπω όταν έχει μόλις σηκωθεί από το κρεβάτι, με τον ύπνο ακόμα στα μάτια…, είναι σαν ένα συνεχές ψιλόβροχο, μουλιάζει μέχρι και τον μυελό των οστών! Και έπειτα, τα φιλιά ρουτίνας τα έχω συνηθίσει πια, αλλά όταν καθώς περνά με αγγίζει…, τι κλοιός!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Αντιστάσου, κόρη μου, αντιστάσου.
ΦΑΙΔΡΑ: Δεν χωράει αντίσταση. Αυτό έτσι, συγκρατημένο, με κατακαίει· αν αποκαλυπτόταν, θα είχε πιο εύκολη γιατρειά. Είναι γραφτό! Είναι μοιραίο! Τουλάχιστον ας είχα ένα παιδί να με υπερασπιστεί…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Για σκέψου καλύτερα…
ΦΑΙΔΡΑ: Α, όχι, όχι! Αυτός; Όχι! Ένα παιδί δικό μου, από τα σωθικά μου, ένα που θα το είχα θηλάσει. [Αναριγεί.] Αλλά τον Ιππόλυτο...!
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: [Καλύπτει το πρόσωπό της.] Τι βάζει ο νους σου! Είσαι γητεμένη, μαγεμένη· με μαγικό φίλτρο θα έλεγα…
ΦΑΙΔΡΑ: Και γιατί όχι; Όσοι δεν αισθάνονται, όσοι δεν ζουν, όσοι δεν αγαπούν ούτε υποφέρουν θεωρούν δεισιδαιμονία τα μαγικά φίλτρα. Ποιο καλύτερο μαγικό φίλτρο υπάρχει, για πες μου, από την αναπνοή του διάσπαρτη σε όλο το σπίτι;
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Σκέψου…
ΦΑΙΔΡΑ: Πάλι να σκεφτώ…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Ναι, σκέψου, ότι είναι ο γιος του άντρα σου, ότι είναι γιος σου…
ΦΑΙΔΡΑ: Έτσι τον αγαπώ…, όχι!, ναι! Πώς γίνεται να ενώνονται οι δυο αγάπες ή να προκύπτει η μια από την άλλη; Κι έπειτα αυτόν, τον Πέδρο, σαν πατέρα…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Σεβάσου τον, λοιπόν, ως τέτοιο!
ΦΑΙΔΡΑ: Σεβασμός…, σεβασμός…, τι θλιβερό, τι κρύο που είναι αυτό με τον σεβασμό! Όταν πρέπει να αγκαλιάσω τον Πέδρο βλέπω σ’ αυτόν, κυρίως στα μάτια του, τα μάτια του Ιππόλυτού μου…, είναι τα ίδια, και αυταπατώμαι…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: Πάψε!
ΦΑΙΔΡΑ: Αυτό θα ήθελα κι εγώ, να πάψει αυτό που έχω μέσα μου…
ΕΥΣΤΑΘΙΑ: [Την αγκαλιάζει.] Φτωχή μου κόρη! Δεν ξέρω τι να σου πω που να μην το έχεις ήδη πει εσύ στον εαυτό σου. Αυτή δεν είναι από τις ασθένειες που θεραπεύονται με λόγια αλλωνών. Κι ύστερα μου ανεβαίνουν στο στήθος τα νιάτα…, αναμνήσεις…, ναι, ναι, είναι ολέθριο να γεννιέσαι γυναίκα. Αλλά να, έρχεται ο σύζυγός σου και εγώ αποσύρομαι.
Φεύγει.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Η Φαίδρα και ο Πέδρο, ο σύζυγός της.
ΠΕΔΡΟ: [Μπαίνει.] Καλημέρα, Φαίδρα, πώς είσαι σήμερα;
ΦΑΙΔΡΑ: Καλύτερα, Πέδρο, κάπως καλύτερα.
ΠΕΔΡΟ: Και εκείνη η ημικρανία;
ΦΑΙΔΡΑ: Μπα! Ποιος ασχολείται μαζί της…;
ΠΕΔΡΟ: Πρόσεχε· μην σηκώνεσαι τόσο νωρίς και πάνω απ’ όλα μην ανησυχείς υπερβολικά για πράγματα που δεν αξίζει να ανησυχείς. Είσαι υπέρ του δέοντος επιφυλακτική, Φαίδρα, τα σκέφτεσαι πάρα πολύ τα πράγματα, ενώ πρέπει να τα παίρνεις έτσι όπως είναι…
ΦΑΙΔΡΑ: Δεν είναι πάντα εύκολο.
ΠΕΔΡΟ: Και να ζεις, να ζεις! Ο Ιππόλυτος;
ΦΑΙΔΡΑ: Τι;
ΠΕΔΡΟ: Ακόμα δεν γύρισε ο Ιππόλυτος;
ΦΑΙΔΡΑ: Όχι, δεν γύρισε ακόμα.
ΠΕΔΡΟ: Αυτό το κυνήγι! Έτσι περνά τις μέρες του· λείπει τρεις μέρες τώρα, κι έτσι περνούν τα χρόνια. Είναι καλός, έντιμος, εργατικός, αλλά πέρα από τη δουλειά του λες και δεν ζει για τίποτε άλλο παρά μόνο για το κυνήγι. Περνάει ο καιρός, μόνοι μας εμείς και αυτός, εγώ γερνάω σιγά σιγά και…, λοιπόν!, θα σου το πω επιτέλους, Φαίδρα, χωρίς προοπτική για εγγόνια!
ΦΑΙΔΡΑ: Πέδρο!
ΠΕΔΡΟ: Έχω μιλήσει για αυτό αρκετές φορές με τον Μαρσέλο που με συμβούλεψε για το κυνήγι, τότε που το παιδί ήταν τόσο αδυναμούλης, και ο Μαρσέλο…
ΦΑΙΔΡΑ: Άντε πάλι ο Μαρσέλο…!
ΠΕΔΡΟ: Γιατί τέτοια κακή προαίρεση για τον καλύτερό μου φίλο; Έτσι λένε ότι γίνεται πάντα…, μήπως ζηλεύεις;
ΦΑΙΔΡΑ: Ζηλεύω; Εγώ; Αυτόν; Όχι…, αλλά…
ΠΕΔΡΟ: Ιδιοτροπίες, λοιπόν! Όμως, ο καιρός φεύγει, πετάει! Στην ηλικία του ο Ιππόλυτος θα έπρεπε να σκέφτεται τον γάμο.
ΦΑΙΔΡΑ: Τι είπες;
ΠΕΔΡΟ: Και δεν τον βλέπω σε αυτόν τον δρόμο. Εσύ που λόγω ηλικίας έχεις μεγαλύτερη άνεση μαζί του, εσύ που σε εμπιστεύεται, είσαι αδερφή του πιο πολύ από μητέρα του, μήπως τον έχεις ακούσει να λέει κάτι γι’ αυτό;
ΦΑΙΔΡΑ: Όχι, τίποτα!
ΠΕΔΡΟ: Δεν έχετε μιλήσει γι’ αυτό ποτέ;
ΦΑΙΔΡΑ: Ποτέ!
ΠΕΔΡΟ: Ε, λοιπόν είναι ανάγκη να το θέσεις, Φαίδρα, να του ανακινήσεις τη διάθεση, να τον κάνεις να δει ότι υπάρχει μια ηλικία στην οποία πρέπει να σκέφτεται να παντρευτεί και να μην ζει μόνος κι έρημος, κι εγώ που δεν έχω δικά σου παιδιά, θέλω να έχω εγγόνια από αυτόν…
ΦΑΙΔΡΑ: Μα, Πέδρο, πώς θέλεις εγώ να…;
ΠΕΔΡΟ: Εσύ; Και βέβαια! Τι πιο εύκολο… Αν δεν σε ακούσει εσένα, ποιον θα ακούσει; Γιατί αυτός, τόσο σοβαροφανής, τόσο απόμακρος, αυτός ο αρκούδος κυνηγός και κυνηγός αρκούδων, μαζί σου μαλακώνει. Σε λατρεύει…
ΦΑΙΔΡΑ: Το πιστεύεις αυτό, Πέδρο;
ΠΕΔΡΟ: Αν το πιστεύω; Σε λατρεύει! Το κρύβει βέβαια, όπως και όλα του τα συναισθήματα, αλλά σου έχει λατρεία, μην αμφιβάλλεις. Κι εσύ, εσύ τον αγαπάς σαν να ήταν δικό σου παιδί, έτσι δεν είναι;
ΦΑΙΔΡΑ: Τον αγαπώ, ναι, τον αγαπώ με όλη μου την ψυχή!
ΠΕΔΡΟ: Καλά το ήξερα εγώ, όταν σε πήρα για γυναίκα μου, ότι αυτός θα ξαναποκτούσε μάνα! Είναι λοιπόν ανάγκη να συζητήσεις μαζί του αυτό το θέμα, και νομίζω ότι θα τον πείσεις. Να τος, έρχεται!
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Οι παραπάνω και ο Ιππόλυτος, που μπαίνει με στολή κυνηγού, αφήνει το τουφέκι στην άκρη, αγκαλιάζει τον πατέρα του και μετά τη Φαίδρα, που τον κρατάει για λίγη ώρα.
ΠΕΔΡΟ: [Κατ’ ιδίαν, βλέποντας πώς η Φαίδρα κρατάει τον Ιππόλυτο.] Την έπεισα· σήμερα θα του μιλήσει.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Τι είδους επίθεση τρυφερότητας είναι αυτή; Τι συνωμοσία σχεδιάζατε;
ΠΕΔΡΟ: Να μην μας εγκαταλείπεις τόσο πολύ, γιε μου…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Αφού το ξέρεις, πατέρα, ότι το χρειάζομαι το κυνήγι. Χρωστάω τη ζωή μου στον αέρα της εξοχής, και την πόλη την απεχθάνομαι. Ή το σπίτι, αυτό εδώ το σπιτικό μας, ή το βουνό!
ΦΑΙΔΡΑ: Το σπίτι λοιπόν!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Πρέπει να βγαίνω από αυτό για να το αγαπώ και να το εκτιμώ πιο πολύ. Οι σπιτόγατοι άνθρωποι με τις παραξενιές τους συνήθως είναι έτσι από εγωισμό. Όποιος κλείνεται στο σπίτι το κάνει για να ενοχλεί πιο πολύ τους δικούς του, από έλλειψη τόλμης να αγωνιστεί με τους απ’ έξω. Πρέπει να βγαίνουμε από το σπίτι για να μας αρέσει όλη του η ομορφιά, και πού καλύτερα από το βουνό; Υπάρχει άλλη κοινωνία όπως αυτή των βελανιδιών; Η ζωή στην εξοχή, κάτω από τον ανοιχτό ουρανό, στον καθαρό αέρα, πάνω στην άγια και ελεύθερη γη, βελτιώνει τον άνθρωπο. Εκεί δεν υπάρχει μίσος ούτε φθόνος· οι βελανιδιές, τα ρυάκια, τα βράχια δεν φθονούν, δεν μισούν…
ΦΑΙΔΡΑ: Ούτε αγαπούν!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Δεν αγαπούν…; Όχι, όπως εμείς, όχι! Και γι’ αυτό μας εξαγνίζουν και μας εξυψώνουν. Η φύση δεν υποφέρει από πυρετούς ούτε χρειάζεται να αγωνιστεί για να αγαπήσει. Γι’ αυτό είναι ο πραγματικός ναός του Θεού. Θα ήταν καλύτερα, μητέρα, να πήγαινες πιο πολύ σε αυτόν και όχι στον άλλο…
ΦΑΙΔΡΑ: Μαζί σου; Όποτε θέλεις!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Ναι, μια μέρα πρέπει να σε πάρω μαζί μου στο κυνήγι…
ΦΑΙΔΡΑ: Ναι, ναι!
ΠΕΔΡΟ: Δεν μου φαίνεται άσχημη ιδέα…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Μαζί μου στο κυνήγι. Θα δεις, όταν ξαπλώσεις στη ρίζα μιας βελανιδιάς, με το βλέμμα στον ουρανό, πώς θα σου περάσουν εκείνες οι φοβίες και θα σταματήσουν εκείνες οι ταχυπαλμίες στην καρδιά. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από την εξοχή, εκεί όλα φαίνονται ξεκάθαρα!
ΦΑΙΔΡΑ: Θέλω λοιπόν να πάω μαζί σου εκεί, και να τα δούμε όλα ξεκάθαρα!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Κι εγώ πιστεύω πως σας φέρνω από την εξοχή κάτι από την ανάσα της, έτσι δεν είναι; Δεν μυρίζετε θυμάρι, μαντζουράνα όταν μπαίνω;
ΦΑΙΔΡΑ: [Μυρίζει.] Μυρίζω μόνο εσένα.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Ή μήπως θέλετε να είμαι σαν αυτούς…
ΠΕΔΡΟ: Δεν καταδικάζω το χόμπι σου, γιε μου. Είναι από τα πιο ευγενή και σε κρατά μακριά από κακές συνήθειες. Αλλά ανάμεσα σε αυτούς τους ακόλαστους που μιαίνουν το σπίτι τους και στην αγροτική σου αγριάδα και απόδραση…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Απόδραση εγώ; Εγώ αγριάδα; Γιατί; Επειδή δεν μιλώ με καλοπιάσματα και κολακείες; Η στοργή δεν είναι ούτε φλυαρίες ούτε βία…
ΦΑΙΔΡΑ: Καλά, δεν χρειάζεται να το λες έτσι, τόσο κατηγορηματικά…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Και βέβαια, κατηγορηματικά, η αγάπη δεν είναι βία.
ΦΑΙΔΡΑ: Γιατί υπάρχουν αγάπες που μόνο βίαιες μπορούν να θεωρηθούν…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Επιμένεις, μητέρα, να μην κατανοείς την τρυφερότητα, ακόμη και αν τη νιώθεις. Έχεις υπερβολικά διακαή συναισθήματα…
ΦΑΙΔΡΑ: Υπερβολικά; Υπάρχουν πράγματα νομίζω που δεν σηκώνουν υπερβολή…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Όταν έρθεις μαζί μου στην εξοχή, μητέρα, θα δεις πώς θα θεραπευτείς από τις υπερβολές…
ΠΕΔΡΟ: Εντάξει, φτάνει με τα μεταφυσικά ερωτήματα! Εγώ, Ιππόλυτε, δεν αμφιβάλλω ότι μας αγαπάς, αλλά η αγάπη θέλει πράξεις και όχι λόγια…!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Πράξεις; Τι θέλεις να κάνω, πατέρα; Τι θέλετε από μένα; Τι μηχανεύατε;
ΠΕΔΡΟ: Θα σου το πει η μητέρα σου!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Μητέρα, τι συμβαίνει; Τι σημαίνουν τα λόγια του πατέρα;
ΦΑΙΔΡΑ: Θα σου πω…
ΠΕΔΡΟ: Πες μου! Τώρα!
ΦΑΙΔΡΑ: Λοιπόν, σας αφήνω.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Μα γιατί; Όχι! Μείνε εδώ!
ΠΕΔΡΟ: Θα συνεννοηθείτε καλύτερα μόνοι σας.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Αν είναι συνωμοσία…, τέλος πάντων!
Ο Πέδρο φεύγει.
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Η Φαίδρα και ο Ιππόλυτος.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Λοιπόν, τι συμβαίνει, μητέρα; Δεν μιλάς; Τι είναι; [Βάζει το ένα του χέρι στον ώμο της και εκείνη αναριγεί.] Έλα, μίλα! Το φιλί σου πριν μου φάνηκε πιο διαρκές, πιο σφιχτό…
ΦΑΙΔΡΑ: Μήπως και πιο θερμό…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Μπορεί. Με τρόμαξε. Εδώ και λίγο καιρό με τρομάζεις· βλέπω πάνω σου κάτι περίεργο που με φοβίζει, κι έπειτα αυτά τα λόγια του πατέρα…, έλα, τι συμβαίνει;
ΦΑΙΔΡΑ: Τίποτα, μια παραξενιά…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Παραξενιές ο πατέρας; Αμφιβάλλω…
ΦΑΙΔΡΑ: Λέει ότι νιώθει μόνος…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Δεν είμαστε εμείς μαζί του;
ΦΑΙΔΡΑ: Ναι, αλλά λέει ότι στην ηλικία σου…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Δεν καταλαβαίνω…
ΦΑΙΔΡΑ: Επιθυμεί να αρχίσεις να σκέφτεσαι πια…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Α, για να τελειώνουμε, να παντρευτώ!
ΦΑΙΔΡΑ: Αυτό! Και εσύ;
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Εγώ;
ΦΑΙΔΡΑ: Ναι, εσύ, εσύ δεν σκέφτεσαι να παντρευτείς, έτσι;
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Για την ώρα όχι! Να παντρευτώ; Για ποιο λόγο; Και πάνω απ’ όλα αυτή δεν είναι μια απόφαση που πρέπει να ληφθεί έτσι, εξ αρχής και αξιωματικά· αυτό έρχεται από μόνο του. Πρέπει να του δίνουμε όσο χρόνο χρειάζεται. Και από τη στιγμή που θα αποφασίσεις να παντρευτείς, δεν γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη, να αρχίσεις να ψάχνεις με ποιον. Και προς το παρόν, αν δεν είναι με τη θεά Άρτεμη… Τώρα αν, πράγμα για το οποίο αμφιβάλλω, έφτανα στο σημείο να ερωτευτώ…
ΦΑΙΔΡΑ: Ποιος ξέρει…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Βέβαια, δεν μπορούμε να πούμε «ποτέ μην λες ποτέ».
ΦΑΙΔΡΑ: Ποιος ξέρει αν δεν είσαι ήδη…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Ποιος; Εγώ;
ΦΑΙΔΡΑ: Αυτά τα πράγματα δεν εξομολογούνται και ακόμα λιγότερο στους γονείς.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Στους γονείς ίσως όχι! Αλλά εσύ, για του λόγου το αληθές, δεν είσαι μητέρα μου…
ΦΑΙΔΡΑ: Όχι, δεν είμαι, όχι!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Αν και είσαι με βάση τον νόμο και τη στοργή…
ΦΑΙΔΡΑ: Ω, με στοργή! Αλλά αλήθεια δεν είσαι ερωτευμένος; Μήπως έχεις…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Σε διαβεβαιώ πως όχι!
ΦΑΙΔΡΑ: Α, όχι! Αυτές οι αποδράσεις, οι τόσες έξοδοι για κυνήγι, για δυο, για τρεις, για οχτώ και μέχρι και για δεκαπέντε μέρες με αυτή τη λαχτάρα για το κυνήγι… Αχ, Ιππόλυτε, Ιππόλυτε!, μια…, μια γυναίκα δεν μπορείς να την κοροϊδέψεις…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Να σε κοροϊδέψω; Εγώ; Εσένα; Σου ορκίζομαι ότι αν ερωτευόμουν, εσύ θα ήσουν αυτή που θα το μάθαινε πρώτη…
ΦΑΙΔΡΑ: Ω, ευχαριστώ, ευχαριστώ, Ιππόλυτε! Αλλά να ερωτευτείς… Ποια;
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Ποια; Τι ερώτηση είναι αυτή! Δεν σε καταλαβαίνω, μητέρα.
ΦΑΙΔΡΑ: Θα με καταλάβεις, Ιππόλυτε, θα με καταλάβεις. Και αν εσύ παντρευόσουν, αν ήσουν κάποιας άλλης…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Αν παντρευόμουν… τι; [Σιωπή.] Έλα, πες το, τι;
ΦΑΙΔΡΑ: Εγώ δεν θα μπορούσα να ζω βλέποντάς σε με άλλη!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: [Θορυβημένος.] Πώς; Τι; Δεν σε καταλαβαίνω καλά, μητέρα!
ΦΑΙΔΡΑ: Εσύ μιας άλλης! Αδύνατον!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: [Έντρομος.] Μητέρα!
ΦΑΙΔΡΑ: [Πηγαίνει προς το μέρος του.] Μην με λες μητέρα, για τον Θεό, Ιππόλυτε, λέγε με Φαίδρα!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Φαίδρα!
ΦΑΙΔΡΑ: Όχι, έτσι όχι! Όχι! Όχι έτσι, Ιππόλυτε! Με καταλαβαίνεις τώρα;
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Δεν θα ήθελα να σε καταλάβω…
ΦΑΙΔΡΑ: Το βλέπεις ξεκάθαρα τώρα, χωρίς να πάμε στην εξοχή;
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Α! Αυτό ήταν, αυτό, η θέρμη των φιλιών σου;
ΦΑΙΔΡΑ: Ναι, αυτό ήταν, Ιππόλυτε, αυτό· έλα, κοίτα…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Όχι! Όχι!
ΦΑΙΔΡΑ: Είναι το πεπρωμένο, Ιππόλυτε, που δεν μπορούμε, που δεν πρέπει να του αντισταθούμε…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Σκέψου τον πατέρα μου, Φαίδρα!
ΦΑΙΔΡΑ: Ο πατέρας σου είναι αυτός που με σπρώχνει σε εσένα!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Και γι’ αυτό ήταν, γι’ αυτό που σε άφησε τώρα μόνη μαζί μου; Γι’ αυτό;
ΦΑΙΔΡΑ: Καλά λοιπόν, ναι, εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία, το βλέπεις; Αυτός, αυτός ο ίδιος με έκανε να σου αποκαλύψω το μυστικό μου για σένα, αυτός έκανε να αναβλύσει στο στόμα μου το μυστικό της καρδιάς μου.
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Και του στόματος!
ΦΑΙΔΡΑ: Ναι, να αναβλύσει με λόγια το μυστικό των φιλιών μου! Χρειαζόταν μόνο να κοπεί ο κόμπος που έδενε τη γλώσσα μου· τώρα είναι όλα ξεκάθαρα και αισθάνομαι ελεύθερη, λυτρωμένη από ένα τρομερό βάρος· τώρα αναπνέω…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Τώρα αρχίζεις να πνίγεσαι, μητέρα, και να πνίγεις κι εμένα…
ΦΑΙΔΡΑ: Από σένα, μόνο από σένα εξαρτάται, Ιππόλυτε. Θέλω να είμαι δική σου, όλη δική σου!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Όχι, αυτό που θέλεις είναι να είμαι δικός σου εγώ!
ΦΑΙΔΡΑ: Ναι, δικός μου, δικός μου, δικός μου και μόνο δικός μου!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Ο γιος σου…
ΦΑΙΔΡΑ: Καλά λοιπόν, γιε μου, έλα στην αγκαλιά μου!
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Όχι, όχι πια! Φεύγω, και δεν θα ξαναβρεθούμε ποτέ μόνοι μας…
ΦΑΙΔΡΑ: Πώς όχι; Θα βρεθούμε, ναι, και με το παραπάνω! Ιππόλυτε, έλα…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: [Έντρομος.] Θα προτιμούσα να βρεθώ με θηλυκό παγιδευμένο αγριόχοιρο!
ΦΑΙΔΡΑ: Τόσο άσχημα…, τόσο άσχημη σου φαίνομαι;
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Είσαι τρελή, μητέρα, εντελώς τρελή, και η τρέλα σου είναι μεταδοτική…
ΦΑΙΔΡΑ: Έλα λοιπόν, έλα να σου την κολλήσω, και τρελοί και οι δυο, Ιππόλυτε, και οι δυο τρελοί…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Και αυτός, ο πατέρας μου, ηλίθιος, έτσι δεν είναι; Όχι, αντίο! Και δεν θα ξαναϊδωθούμε…, τουλάχιστον μόνοι μας… Αντίο!
ΦΑΙΔΡΑ: Περίμενε, Ιππόλυτε, τουλάχιστον το συνηθισμένο, του αποχωρισμού, γιε μου…
ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ: Γιος; Όχι πια! Δικός σου, όχι! Δικός του, δικός του πάντα, του πατέρα μου, του συζύγου σου! Και… το συνηθισμένο; Όχι, αλλά το ποτέ ξανά. Αντίο! Καημένη μητέρα!
Φεύγει.
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
Η Φαίδρα, μόνη.
ΦΑΙΔΡΑ: Ωχ, εγώ θα του παραδοθώ, εγώ! Δεν αντέχω άλλο. Είναι πιο ισχυρό από εμένα. Δεν ξέρω ποιος με σπρώχνει από πολύ μέσα μου… Εκείνο το φιλί με δάκρια φωτιάς… Να είναι το καθήκον, η αγάπη του γιου ή με περιφρονεί; Ναι, ναι, με περιφρονεί… Ένας θηλυκός παγιδευμένος αγριόχοιρος…, τόσο άσχημη είμαι; Θέλει άλλη, δεν έχω καμία αμφιβολία, δεν είναι δυνατόν διαφορετικά… Αλλά όχι, όχι, όχι, είναι πιστός, γενναιόδωρος, αληθινός. Ναι, ναι, είναι ο πατέρας του. [Καλύπτει το πρόσωπό της.] Τι φρίκη! Είμαι μια άθλια! Τρελή, ναι, εντελώς τρελή! Παναγία μου, των Παθών, φώτισέ με, προστάτευσε με! Δεν μπορώ να είμαι μόνη, θα καλέσω με οποιαδήποτε πρόφαση. Η μοναξιά με τρομοκρατεί. [Καλεί.]
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
Η Φαίδρα και η Ρόζα, η υπηρέτρια.
ΦΑΙΔΡΑ: Έλα, Ρόζα, μάζεψε αυτά και πάρε τα. Περίμενε, πες μου, έχεις αγαπητικό;
ΡΟΖΑ: Ναι, κυρία.
ΦΑΙΔΡΑ: Και σκέφτεσαι να τον παντρευτείς;
ΡΟΖΑ: Αν όχι, γιατί θα τον είχα;
ΦΑΙΔΡΑ: Φυσικά. Και πες μου, τον αγαπάς πολύ;
ΡΟΖΑ: Αρκετά…
ΦΑΙΔΡΑ: Μόνο αρκετά;
ΡΟΖΑ: Αφού παντρευτούμε θα δούμε…
ΦΑΙΔΡΑ: Και θα γίνει σύντομα;
ΡΟΖΑ: Μόλις καταφέρει να πάρει μια θέση που ψάχνει.
ΦΑΙΔΡΑ: Είσαι πάρα πολύ νέα ακόμα.
ΡΟΖΑ: Αλλά αν δεν παντρευτεί νέα κάποια, κυρία…
ΦΑΙΔΡΑ: Τι;
ΡΟΖΑ: Δεν ξέρω…
ΦΑΙΔΡΑ: Έτσι είναι. Κοίτα, σου κάνω αυτές τις ερωτήσεις, Ρόζα, γιατί θέλω να είμαι η κουμπάρα στον γάμο σου.
ΡΟΖΑ: Κυρία!
ΦΑΙΔΡΑ: Ναι, ναι, αυτό μπορεί να μου φέρει καλή τύχη.
ΡΟΖΑ: Σε εμάς πιο πολλή!
ΦΑΙΔΡΑ: Δεν ξέρω, μπορεί…, όμως τέλος πάντων εγώ θα σας παντρέψω. Πήγαινε τώρα. [Κατ’ ιδίαν.] Ακούω βήματα.
Η Ρόζα φεύγει.
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
Η Φαίδρα και ο Μαρσέλο.
ΜΑΡΣΕΛΟ: [Μπαίνοντας.] Λοιπόν; Πώς τα πάει η ασθενής;
ΦΑΙΔΡΑ: Ασθενής; Σας κάλεσα εγώ μήπως;
ΜΑΡΣΕΛΟ: Ο καλός γιατρός δεν πρέπει να περιμένει να τον καλέσουν…
ΦΑΙΔΡΑ: Γιατρός; Και καλός;
ΜΑΡΣΕΛΟ: Για να δούμε σήμερα τον σφυγμό.
ΦΑΙΔΡΑ: Όχι, είναι για να μου πιάσετε το χέρι.
ΜΑΡΣΕΛΟ: Καλά, ξέρω ήδη αρκετά.
ΦΑΙΔΡΑ: Τι σημαίνει αυτό; Τι λέτε; Τι είναι αυτό που ξέρετε; Και με τι δικαίωμα εσείς, ο καλύτερος και παιδικός φίλος του Πέδρο μου, αυτός που μπαίνει εδώ σαν στο ίδιο του το σπίτι…
ΜΑΡΣΕΛΟ: Και με τι δικαίωμα φαντάζεστε εσείς, Φαίδρα, αυτό που δεν ομολογείτε;
ΦΑΙΔΡΑ: Ω, από μια γυναίκα δεν ξεφεύγουν κάποια συγκεκριμένα πράγματα…!
ΜΑΡΣΕΛΟ: Ερωτευμένη, το ξέρω!
ΦΑΙΔΡΑ: Πώς; Τι είναι αυτό το ερωτευμένη;
ΜΑΡΣΕΛΟ: Με τον σύζυγό σας, φυσικά!
ΦΑΙΔΡΑ: Αρκετά, αρκετά! [Κατ’ ιδίαν.] Υπάρχουν μυστικά που ξεχειλίζουν απ’ τα μάτια.
ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ
Οι παραπάνω και ο Πέδρο.
ΠΕΔΡΟ: [Μπαίνοντας.] Γεια σου, Μαρσέλο!
ΜΑΡΣΕΛΟ: Καλά, εσύ, Πέδρο;
ΠΕΔΡΟ: Καλά. Είδα τον Ιππόλυτο να βγαίνει, Φαίδρα, και μου φάνηκε ότι ήταν προβληματισμένος, ανήσυχος· δεν απάντησε εύστοχα σε ό,τι τον ρώτησα. Του το έθεσες;
ΦΑΙΔΡΑ: Ναι…
ΠΕΔΡΟ: Και τίποτα, δεν θέλει ούτε να το ακούσει…
ΜΑΡΣΕΛΟ: Λοιπόν, φεύγω, γιατί πρέπει να τα πείτε…
ΠΕΔΡΟ: Όχι, Μαρσέλο, δεν είναι τίποτα. Και σε εσένα μπορούμε να τα λέμε όλα. Είναι μόνο που μου φαίνεται ότι ήρθε η ώρα πια ο Ιππόλυτος να αρχίσει να σκέφτεται να παντρευτεί, να μας φέρει πρώτα μια νύφη, μετά…, ποιος ξέρει…, εγγόνια, και ανέθεσα στη Φαίδρα, που ασκεί μεγάλη επιρροή πάνω του, να συζητήσει μαζί του αυτό το θέμα…
ΜΑΡΣΕΛΟ: Πολύ λεπτό ζήτημα…
ΠΕΔΡΟ: Και τι λέει;
ΦΑΙΔΡΑ: Δεν θέλει ούτε να το ακούσει…
ΠΕΔΡΟ: Τέλος πάντων, θα μου τα πεις, γιατί είχε μια έκφραση…
ΜΑΡΣΕΛΟ: [Κατ’ ιδίαν.] Καημένε Πέδρο!
ΦΑΙΔΡΑ: Ναι, θα σου τα πω, αλλά τώρα… [Κατ’ ιδίαν.] Δεν φεύγω, δεν τον αφήνω μαζί του.
ΜΑΡΣΕΛΟ: Επαναλαμβάνω ότι φεύγω, γιατί πρέπει να μιλήσετε…
ΠΕΔΡΟ: Όχι, εσύ σαν να είσαι του σπιτιού.
ΦΑΙΔΡΑ: [Κατ’ ιδίαν.] Τι κοντόφθαλμος!
ΜΑΡΣΕΛΟ: Εκείνοι που σαν να είναι του σπιτιού χωρίς να είναι του σπιτιού ενοχλούν περισσότερο. Ή είσαι ή δεν είσαι· αλλά το σαν να ήσουν…
ΠΕΔΡΟ: Καλά λοιπόν, εσύ είσαι του σπιτιού!
ΜΑΡΣΕΛΟ: Ένας από εσάς;
ΦΑΙΔΡΑ: [Κατ’ ιδίαν.] Τι άξεστος! [Δυνατά.] Καλά, φεύγω!
ΜΑΡΣΕΛΟ: Όχι, εγώ. Αντίο!
Φεύγει.
ΣΚΗΝΗ ΕΝΑΤΗ
Η Φαίδρα και ο Πέδρο.
ΠΕΔΡΟ: Λοιπόν, τι είπε;
ΦΑΙΔΡΑ: Είπε…
ΠΕΔΡΟ: Τι;
ΦΑΙΔΡΑ: Ότι δεν το σκέφτεται· δεν είναι ερωτευμένος… Για ποιον λόγο να παντρευτεί;, είπε…
ΠΕΔΡΟ: Μετά δεν τον έπεισες;
ΦΑΙΔΡΑ: Δεν τον έπεισα, όχι!
ΠΕΔΡΟ: Πού είναι, λοιπόν, η πειθώ σου; Εσύ, που πάντα με πείθεις για ό,τι και αν σου κάνει όρεξη; Αχ, Φαίδρα, είναι που δεν έβαλες ούτε επιμονή ούτε θέρμη στο αίτημά σου…!
ΦΑΙΔΡΑ: Πώς όχι;
ΠΕΔΡΟ: Όχι, όχι, γιατί εσύ είσαι από αυτές που καταφέρνουν ό,τι βάλουν στόχο. Αν είχες βρει τον τρόπο να απευθυνθείς στην καρδιά του…
ΦΑΙΔΡΑ: Πάψε, Πέδρο! Πάψε, πάψε!
ΠΕΔΡΟ: Βλέπεις; Ούτε κι εσύ θέλεις να παντρευτεί, ούτε εσύ.
ΦΑΙΔΡΑ: Εγώ;
ΠΕΔΡΟ: Ναι, εσύ· δεν θέλεις άλλη γυναίκα στο σπίτι, δεν θέλεις νύφη…
ΦΑΙΔΡΑ: Πέδρο, τι λες;
ΠΕΔΡΟ: Ναι, έχω βαρεθεί να βλέπω τις μητέρες να ζηλεύουν ως συνήθως τις νύφες τους, αλλά εγώ πίστευα ότι εσύ, Φαίδρα, εσύ, έστω για εμένα…
ΦΑΙΔΡΑ: [Καλύπτει το πρόσωπό της.] Πάψε, πάψε, πάψε!
ΠΕΔΡΟ: Καλά, όλοι εγωιστές…, εγωιστής αυτός, εγωίστρια εσύ…, τέλος πάντων είστε νέοι και έτσι ο καημένος ο γέρος…
ΦΑΙΔΡΑ: [Πηγαίνει σ’ αυτόν και τον αγκαλιάζει.] Πέδρο!
ΠΕΔΡΟ: Πείσε τον, Φαίδρα, πείσε τον!
Τέλος της πρώτης πράξης
[ Συνεχίζεται ]