Χάρτης 91 - ΙΟΥΛΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-91/arxitektonikh/o-soiltanos-i-epaili-kai-to-ydor-tis-thessalonikis
Η πρώτη ημέρα της ζωής του έκπτωτου σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ κύλησε —σύμφωνα με τον Φάρο της Θεσσαλονίκης— ως εξής: «Την μεσημβρίαν της Πέμπτης ο Αβδούλ Χαμίτ, μεθ’ όλον το παρατεθέν πλούσιον πρόγευμα, έφαγε μόνον δύο αυγά. Ύστερα εζήτησεν και ολίγον γιαούρτι. Εστάλη εις αστυνόμος δια ν’ αγοράσει. Αλλ΄ο Αβδούλ Χαμίτ μη έχων εμπιστοσύνην εζήτησε και συνώδευσε τον αστυνόμον και ο πιστός του θεράπων Τζαφέρ-αγάς, όστις και εκόμισεν εις αυτόν το γιαούρτι. Στη συνέχεια ο Χαμίτ εζήτησεν να πιει και νερόν του Τσιλίου, διότι το διδόμενον εις αυτόν δεν του άρεσε. Όθεν το ζητηθέν νερόν. Με την ευκαιρίαν αυτήν ο πρώην Σουλτάνος είπε προς τους παρευρισκομένους εκεί αξιωματικούς ότι πολλάκις ο Χιλμή πασάς του έλεγεν ότι η Θεσσαλονίκη έχει ένα έξοχον νερόν, το λεγόμενον “Καρασανίν”. Εζήτησε να το δοκιμάσει. Έστειλαν να το αγοράσουν, αλλά δεν το εύρον πουθενά. Εδόθη όμως παραγγελία να φέρουν και από αυτό» (το οποίο και πάλι πρώτα δοκίμασε ο υποτακτικός του).
Είναι περίπου 10 η ώρα το βράδυ της Τετάρτης 15 Απριλίου του 1909 όταν φθάνει η (έκτακτη) αμαξοστοιχία που μεταφέρει τον εκθρονισμένο σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ στον στρατιωτικό σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης. Ήδη από νωρίς ολόκληρη η περιοχή έξω από τα δυτικά τείχη έχει αποκλεισθεί ώστε να αποφευχθεί η προσέγγιση περίεργων ή ανύποπτων περιπατητών (ή και οπαδών του έκπτωτου πλέον σουλτάνου). Τον αναμένουν ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Ισμαήλ Μπέης, ο αντιστράτηγος (και προσωρινός διοικητής του Γ’ Σώματος Στρατού) Χαβή πασάς (ο μοναδικός που είχε λάβει επίσημη σχετική πληροφόρηση), αλλά και μία ολόκληρη κουστωδία ανθρώπων: ο κεντρικός υποδιοικητής Ταξίμ Μπέης, ο Ιταλός διοργανωτής της μακεδονικής χωροφυλακής κόμης Ρομπιλάν, ο διευθυντής των σιδηροδρόμων Dumont, τέσσερις αστυνόμοι, οκτώ κλητήρες της δημαρχίας, ένας ταγματάρχης, ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί της χωροφυλακής. Πάλι στην εφημερίδα Φάρος της Θεσσαλονίκης διαβάζουμε: «Περί της ενταύθα μεταφοράς του σουλτάνου επισήμους πληροφορίας είχε μόνον ο στρατιωτικός διοικητής Χαβή πασάς, λαβών ταύτας παρά του στρατάρχου Μαχμούτ Σεφκέτ πασά. [..] Η επικρατήσασα τάξις κατά την εκ του σιδηροδρομικού σταθμού μέχρι του Πύργου Αλλατίνη μετάβασιν της συνοδείας, αι ελαχίσται λεπτομέρειαι εκ των προτέρων και ακριβώς τα πάντα κατά τα προαποφασισθέντα εξετελέσθησαν». Ας σημειωθεί επίσης εδώ ότι στους παραπάνω παρευρισκομένους πρέπει να προστεθούν και τρία μέλη της κεντρικής επιτροπής του νεοτουρκικού κομιτάτου που είχε εκθρονίσει τον Αβδούλ Χαμίτ —στο πλαίσιο του «ανανεωτικού» και «φιλελεύθερου» αγέρα που φυσούσε τότε στην οθωμανική αυτοκρατορία (ο οποίος βέβαια σύντομα αποδείχθηκε μία από τις μεγαλύτερες ιστορικές μπλόφες). Είναι η δεύτερη φορά που πατά το πόδι του στη Θεσσαλονίκη ο Αβδούλ Χαμίτ. Την πρώτη φορά είχε έρθει ως επισκέπτης-πρίγκιπας με τον πατέρα του Αβδούλ Μεζίτ. Τώρα φθάνει σε μια πόλη διαφορετική, μια πόλη που συνιστά τον πυλώνα του κινήματος των Νεοτούρκων οι οποίοι αποφεύγουν να του στερήσουν τη ζωή από φόβο μήπως αυτός ηρωοποιηθεί.
Η πομπή με τις (περίπου σαράντα) άμαξες —στην πρώτη επιβαίνει ο ίδιος με τις δύο καντίν σουλτάνες και τους δυο γιους του, στις υπόλοιπες η συνοδεία και το χαρέμι— κατευθύνεται ολοταχώς στο μέγαρο που θα χρησιμοποιηθεί ως φυλακή (;!) του για τρία ολόκληρα χρόνια (1909-1912). Το ακίνητο της οδού Βασιλίσσης Όλγας 198 είναι η τελευταία βίλα της «Συνοικίας των Εξοχών», στη νότια απόληξη της πόλης και σε μεγάλη εγγύτητα με τη θέση «Ντεπώ», δηλαδή τις αποθήκες των οχημάτων του ηλεκτρικού τροχιοδρόμου. Το τριώροφο συμμετρικό κτίσμα —χτισμένο το 1899 σε σχέδια του Ιταλού αρχιτέκτονα Vitaliano Poselli ως εξοχική κατοικία του Ιταλοεβραίου Καρόλου Αλλατίνι— περιγράφεται από τις εφημερίδες της εποχής ως ωραιότατο κτίσμα «γοτθικού ρυθμού», με πρόσοψη «βαθέος ερυθρού χρώματος» και «επί μικρού υψώματος χάρη στο οποίον ήτο ορατόν από μακράν» δίνοντας την εντύπωση πως «είναι χτισμένη σε ακρωτήρι». Το κυρίως κτίριο —927 τ. μ. και με κάτοψη σε σχήμα Π— συμπληρώνεται με στάβλους, αμαξοστάσια, ορνιθώνες, αποθήκες, οικήματα υπηρεσίας, κήπο «όστις αποτελείται από άγρια δένδρα και πεύκα», αλλά και με μία μεγάλη σέρα (η οποία απεικονίζεται σε φωτογραφία του 1918 από τον Paul Dubray γεμάτη αμαρυλλίδες). Το ακίνητο των 40 συνολικά στρεμμάτων με την «ποιητικήν του αρχιτεκτονικήν και το πυκνόν του δάσος» υπολογίζεται πως είχε στοιχίσει περίπου 14 χιλιάδες λίρες (10.000 η κυρίως οικοδομή και 4.000 ο κήπος με τα περίπτερα). Ένα πανάκριβο μαργαριτάρι…
Την είδηση της άφιξης του Αβδούλ Χαμίτ στη έπαυλη Αλλατίνη («την 11ην ώρα της νυκτός») την καταγράφει σε μικρό μονόστηλο (στην τρίτη σελίδα) ο Φάρος της Θεσσαλονίκης, ο οποίος βέβαια δεν παραλείπει τις επόμενες ημέρες να κατακλύσει το αναγνωστικό κοινό του με πληθώρα λεπτομερειών, πληροφοριών, ειδήσεων κι ανταποκρίσεων από την καθημερινότητα του Χαμίτ (η πληθώρα αυτή συσχετίζεται ενδεχομένως και με το γεγονός πως η εφημερίδα του Σοφοκλή Γκαρπολά, ήδη από τα μέσα του 1909, βρίσκεται σε μεγάλη οικονομική δυσπραγία). Ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ ότι μία άλλη εφημερίδα της εποχής, η Σκριπ —στο φύλλο της 16/29 Απριλίου του 1909― ασχολείται όχι με την παραμονή του έκπτωτου σουλτάνου στην Αλλατίνη, αλλά μόνο με το ύψος της περιουσίας του, θέμα για το οποίο δημοσιεύει εκτενές σχόλιο. Πάντως, η περιέργεια των κατοίκων της Θεσσαλονίκης για τις συνήθειες του Χαμίτ ή για μικροπεριστατικά της ζωής του κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στην ειδυλλιακή έπαυλη παραμένει αδιάπτωτη για αρκετούς μήνες. Σε κάθε περίπτωση, από τον Φάρο και πάλι (21 Απριλίου/4 Μαΐου 1909) μαθαίνουμε πως τελικά «το ύδωρ της Θεσσαλονίκης δεν άρεσε εις αυτόν και δια τούτο ζήτησε μεταλλικόν ύδωρ προμηθευθείς τοιούτον εκ τινός τουρκικού φαρμακείου».