Χάρτης 91 - ΙΟΥΛΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-91/tehnasmata/prin-akoistei-to-krak-alla
Η σπείρα
Κύκλοι, τρίγωνα, εσύ, Ίψεν.
Κύκλοι — ατελείωτα πηγαινέλα,
ψάχνοντας το τέλος
και φτάνοντας πάλι στην αρχή.
Κάτω από τον καυτό ήλιο της ερήμου
που δεν πήγες ποτέ.
Χωρίς νερό.
Διψάς.
Μόνο άμμος
που μπαίνει μέσα στα μάτια σου,
στην ψυχή σου.
Και η όαση που αχνοφαίνεται
μάλλον είναι ψευδαίσθηση.
Πολύ άμμος για να κουβαλάς μέσα σου.
Και ένας χειμώνας —
πόσο κρύο, Θεέ μου.
Ο Θεός που δεν κάνει πια θαύματα.
Ρίξε μια βροχή.
Άναψε μια φωτιά να ζεσταθούμε.
Και ένα μικρό αστεράκι
σκόνταψε
και έπεσε με ορμή στο κενό.
Κι εγώ το είδα
και έκανα μια ευχή.
Και τα άλλα αστεράκια, αναστατωμένα,
φώναζαν αναβοσβήνοντας:
«Η ελπίδα χάθηκε, πατέρα,
έπεσε στο τίποτα.
Εκεί κάτω — στην Άβυσσο.»
Και ο ουρανός θρήνησε
με λυγμούς
το αγαπημένο του παιδί.
Κι εγώ ξεδίψασα λίγο
από τα δάκρυά του.
«Ωχ… έπιασε η ευχή μου»,
σκέφτηκα.
Όμως κάποτε όλα τελειώνουν.
Ακόμη και ο πόνος.
Ακόμη και ο θρήνος.
Γίνεται βουβός,
ενσωματώνεται με την ψυχή σου
και αφήνει μόνο μια ουλή
που κάποτε ματώνει.
Κι εγώ διψούσα ακόμη.
Στέγνωσε πάλι η ψυχή μου.
Χωρίς λύτρωση.
Η σπείρα συνεχίζεται.
Τέλεια αταξία της μη πραγματικότητας
— Αφήστε με.
Αφήστε με επιτέλους.
Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα
που μύριζε λουλούδια και γέλια.
Η Αλίκη κρατιόταν
με όλη της τη δύναμη
από την άκρη της τρύπας.
Το κοινό την τραβούσε με μανία έξω.
«Πρέπει να ζήσεις την αλήθεια.
Τον πόνο.
Την αταξία του πραγματικού.»
Δεν αντέχω το φως.
Αναζητώ το σκοτάδι.
Τον ίλιγγο
(χωρίς την απότομη πτώση).
Θέλω να βρω
την τέλεια αταξία
της μη πραγματικότητας.
Όχι άλλο φως μέσα στα μάτια.
Πάρτε μακριά τον προβολέα.
Θα ομολογήσω.
Τόλμησα να ονειρευτώ.
Και τα τέσσερα κοράκια
περίμεναν με αγωνία την ομολογία της.
Η απόφαση πάρθηκε,
αναφώνησαν οι κριτές.
«Αιώνια καταδίκη
στη φυλακή της πραγματικότητας.»
Η αιώνια λιακάδα
Πόσο κρύο φέτος.
Μυρίζει τζάκι
και Χριστούγεννα.
Οι ψυχές πάγωσαν
και κρύφτηκαν.
Πάγος τα μάτια.
Θυμίζουν νεκρικά.
Δεν βλέπεις τι λένε.
Το χέρι παγωμένο
δεν μπορεί να φτάσει το δικό σου.
Μούδιασαν τα πόδια
και δεν μπορούν να τρέξουν πίσω σου.
Μη φύγεις.
Αλλά τα λόγια,
θραύσματα πάγου,
πέφτουν στο πάτωμα.
Ακούστηκε
κάτι σαν κρακ.
Η δική μας ρωγμή
Ένα απλό σπίτι.
Εκείνο το σπίτι.
Το σπίτι
Που ρούφηξε
Τα παιδικά μας χρόνια.
Τα κατάπιε λαίμαργα
Κι έφτυσε,
Ένα ένα,
Τα κομμάτια μας.
Το δικό μας σπίτι.
Όλοι εκεί —
Ο καθένας μόνος.
Το δικό μας σπίτι,
Που μυρίζει πόνο
Και παιδική αθωότητα.
Οι πέτρες του
Γράφουν «βοήθεια»
Στο κενό.
Κάθε βράδυ
Γυρίζουμε
Στο σπίτι το δικό μας.
Και κάθε βράδυ
Πάμε χέρι χέρι,
Με φόρα,
Κατευθείαν
Στον γκρεμό μας.
Αγέρωχο,
Γεμάτο μαριονέτες,
Κομμένα σκοινιά
Που θρηνούν ακόμη.
Ακούστηκε ένας ψίθυρος:
«Τι θα κάνουμε
Χωρίς τα σχοινιά μας;
Τι πρέπει να κάνουμε,
Πατέρα;»
Σιωπή.
Το πάτωμα τρίζει.
Άκουσε.
Οι πίνακες,
Αυτοί που φοβόσουν,
Φωνάζουν:
«Φύγε».
Μαρμάρινα λόγια
Αντηχούν
Στ’ αυτί σου
Ακόμη.
Για πάντα.
Τα μάρμαρα
Στοιβάζονται
Επιμελώς άτακτα
Πάνω σου
Και σε χαράζουν
Σ’ ένα αιώνιο τατουάζ.
Λήθη.
Λάθη προγονικά
Σου καθόρισαν
Τη μέρα.
Το δικό μας σπίτι —
Μόνο,
Μοναχικό —
Δεν υπάρχει πια
Παρά μόνο
Στα μάτια μας.
Μία μέρα
Θα πάμε
Να ψάξουμε
Τα κομμάτια μας.
Να δούμε
Ποιο είναι δικό μου,
Δικό σου,
Δικό της
Ή δικό του.
Κάπου εκεί
Είναι θαμμένα.
Δίπλα
Στην παλιά πολυθρόνα
Και την εικόνα
Από το εκκλησάκι.
Ακόμα νιώθω
Την καρδιά μου
Να χτυπάει εκεί.
Άλλοτε
Τρέχει γρήγορα,
Με φόβο,
Κι άλλοτε
Γυρνάει
Και γουργουρίζει
Στα σκαλιά.
Ποιος έφυγε πρώτος;
Εμείς
Ή αυτό;
Ποιες αλήθειες
Στοιβάζονται,
Θαμμένες,
Μες στους τοίχους;
Ποιο βιβλίο
Καίγεται μόνο του
Κει κάτω,
Στα θεμέλια;
Μην κατέβεις κάτω.
Κάτσε εκεί,
Στο πρώτο σου σκαλί.
Σε κοιτάει
Με αδηφάγα μάτια
Πίσω από τους θάμνους μας.
Κι στο μπαλκόνι —
Δες.
Εμείς.
Φαντάσματα φρουρών,
Ακοίμητων,
Ακινήτων,
Μπροστά
Στην παράνοια
Της σκέψης.
Κι έσπασε
Κι η μουσική.
Κι οι νότες της,
Άρρυθμες,
Αφύσικες,
Θάβονται μαζί μας
Στο δωμάτιο
Του παππού.
Κι ένα γυάλινο πουλί,
Νομίζω περιστέρι,
Έφυγε
Από τη σκεπή.
Κι οι ώρες
Μείναν μόνες.
Με έναν κούκο
Να θυμίζει
Ότι υπάρχουν.
Και η μνήμη
Να τρέχει
Γύρω γύρω
Στα δωμάτια,
Άδεια πια,
Για να φτάνει πάντα
Σ’ εκείνο το δωμάτιο.
Αφήστε μας.
Αφήστε μας
Να βγούμε.
Δεν έχει
Άλλον αέρα
Εκεί μέσα.
Τα ερείπια
Σε ακούνε
Και γελάνε.
Και σε βλέπεις
Χωρίς άλλοθι,
Μπροστά
Στον προβολέα.
Μη τρέχεις.
Πάντα εδώ
Θα γυρίζεις.
Στη σιδερένια μας πόρτα
Που βγάζει
Στον κήπο.
Στο ξύλινο δωμάτιο,
Εκείνο,
Που τρίζει
Βογγητά ανθρώπων.
Κι εκείνο το χέρι…
Το χέρι εκείνο
Που τραβάει
Απ’ τα μαλλιά
Για να σε σύρει πίσω.
Κι εσύ,
Με τα μικρά σου
Παιδικά χεράκια,
Να γράφεις
Ως εδώ
Στους τοίχους.
Να ξύνεις
Με τα νύχια σου
Τον τοίχο,
Να ξεθάψεις
Τις αλήθειες.
Κι εκείνες
Να κρύβονται
Πίσω από τα ονόματα
Των τάφων.
Κι ύστερα
Ξυπνάς.
Κοιτάς επίμονα
Τον κούκο
Κι ο κούκος
Σε κοιτάει πίσω.
Και η άβυσσος
Φωνάζει:
«Είμαι μόνη».
Να καταρρέεις
Μες στην ίδια
Τη φωλιά σου.
Εμείς,
Οι τελευταίοι
Της σχεδίας.
Τα μάτια τρέχουν
Να προλάβουν
Τη στιγμή,
Πριν την αρπάξει
Ο χρόνος.
Κι εσύ τρέχεις
Να σας γλιτώσεις
Απ’ τη μνήμη.
Παιδιά μικρά
Που κρατάνε
Απ’ το χέρι
Ένα μεγάλο μυστικό.
Σσσσς…
Μας ακούνε.
Εμείς,
Οι τελευταίοι
Της σχεδίας.
Παιδιά μικρά,
Που κοιτάνε
Μουδιασμένα
Να καίγεται
Ο κόσμος.
Και μια θλίψη,
Μεγάλη,
Που φώλιασε
Στα μάτια τους.
Τα παιδιά εκείνα,
Που τυλίχτηκαν
Στις φλόγες,
Παίζοντας κρυφτό.
Και το τέλος
Που επέστρεψε.
Και η νύχτα
Έρχεται,
Κρατώντας
Μια παιδική μας φωτογραφία
Στο χέρι.
Και το χέρι
Τρέμει,
Καθώς οι φλόγες
Τυλίγουν
Τα παιδικά τους πρόσωπα.
Στιγμές.
Πολλές μικρές στιγμές,
Που νιώθεις
Σαν αιώνα.
Και τώρα…
Τώρα ποιοι είστε,
Που όλα τελείωσαν;
Μη φύγεις ακόμα.
Θέλω να σου πω.
Τώρα
Που όλοι φύγαν.
III. Εσύ.
Ένα μικρό,
Γυάλινο πουλάκι
Χτύπησε τρεις φορές
Το παράθυρο
Του κλουβιού μας.
― Πρέπει να φύγεις.
― Φοβάμαι.