Χάρτης 91 - ΙΟΥΛΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-91/eikastika/i-kinisi-apo-to-khaos-sti-morfi
Μπροστά στο έργο της Α.Μ. Τσακάλη τίθεται το μπορχεσιανό ερώτημα: «είμαι μια πεταλούδα που ονειρεύεται πως είναι άνθρωπος ή είμαι ένας άνθρωπος που ονειρεύεται πως είναι πεταλούδα;». Ο άνθρωπος απέναντι στη φύση – κι ανάμεσά τους το ερώτημα: ποιος αντιγράφει ποιον; Αντίθετα, ο Ε. Σακαγιάν με τους «θεατές» του μάς υποψιάζει πως δεν είναι το άτομο ο κοσμητής του σύμπαντος αλλά η κοινωνία του. Αυτή δύναται να είναι παρά μόνο σχέσεις, αναλογίες, τάξεις και διαδοχές τις οποίες επιβάλλει τόσο προς το άτομο όσο και προς το χάος των όντων, δημιουργώντας μια κοινωνία — τον εαυτό της — και μια φύση. Η κόσμωση είναι έργο της κοινωνίας και όρος υπάρξεώς της. Ο κόσμος θεσμίζεται από την κοινωνία.
Μια ζωγραφική σπουδή πάνω στην κόσμωση της φύσεως και της κοινωνίας παρουσιάζουν στην Τήνο δύο δημιουργοί που κρατούν ψηλά τη σημαία της ζωγραφικής μέσα και έξω από την Ελλάδα, σε καιρούς, ας επιτραπεί να πω, αντι-ζωγραφικούς. Το Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, έχοντας στραμμένο το βλέμμα στο εγχώριο και διεθνές κοινό, έχει βάλει πλώρη για εκθέσεις που δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από τα μεγάλα μουσεία. Το έργο των Σακαγιάν και Τσακάλη ανταποκρίνεται στον υψηλό πήχη που το ιστορικό ίδρυμα έχει θέσει, φέρνοντας στο κέντρο της σύγχρονης εικαστικής σκηνής το «χειροποίητο νησί», όπως το αποκάλεσε ο Καστοριάδης. Πρόκειται για συνάντηση δύο καλλιτεχνών που, με διαφορετικές αφετηρίες αλλά συγγενή ευαισθησία, διερευνούν τον ίδιο πυρήνα της δημιουργίας: πώς η άμορφη ύλη της εμπειρίας μετατρέπεται σε εικόνα του κόσμου.
Η Άννα Μαρία Τσακάλη παρουσιάζει έργα μεγάλων διαστάσεων όπου κυριαρχεί το φυσικό τοπίο. Άνθη και βλάστηση προβάλλουν ως οργανικές οντότητες και λειτουργούν σχεδόν όπως τα μοντέλα μιας προσωπογραφίας. Η φύση εμφανίζεται ως καταφύγιο αλλά και ως πεδίο στοχασμού: μια αναζήτηση παραδείσου που συνοδεύεται από ερωτήματα για τη σχέση μας με τον κόσμο. Ο Εδουάρδος Σακαγιάν, αντίστοιχα, παρουσιάζει ένα ανθρώπινο τοπίο: μποτιλιάρισμα, κολυμβητές, ο κόσμος του πανηγυριού, σκηνές συλλογικής εμπειρίας. Στις εικόνες του, η ανθρώπινη συνθήκη παρατηρείται με λοξή ματιά.
Οι δυο τους συναντώνται στην έλξη που ασκεί επάνω τους η συσσώρευση των μορφών. Στις πυκνότητες εκείνες όπου το βλέμμα παύει να παρακολουθεί το μεμονωμένο και αρχίζει να αντιλαμβάνεται το σύνολο ως οργανισμό. Στην Τσακάλη η συσσώρευση αφορά λουλούδια μιας φύσεως που αναγεννά διαρκώς τον εαυτό της. Ακόμη και όταν κατακλύζει τον ζωγραφικό χώρο, διατηρεί κάτι από την ελευθερία της φυσικής ανάπτυξης, από μια αταξία που υπακούει σε μυστικό ρυθμό.
Στον Σακαγιάν, αντίθετα, οι συμπυκνώσεις αφορούν πρόσωπα και σώματα ενταγμένα σε κοινωνικές περιστάσεις. Οι μορφές μοιάζουν να υπόκεινται σε μια αόρατη γεωμετρία που τις ταξινομεί και ενίοτε τις απορροφά. Ο άνθρωπος εμφανίζεται ως μέρος ενός συστήματος διατάξεων που τον υπερβαίνει. Αν στην Τσακάλη η φύση λειτουργεί ως μεταφορά της ανθρώπινης καταστάσεως, στον Σακαγιάν η κοινωνία λειτουργεί ως δεύτερη φύση.
Ωστόσο, η ζωγραφική και των δύο διατρέχεται από αντίρροπες κινήσεις. Η Τσακάλη, όταν ζωγραφίζει λουλούδια σε μπαλκόνια, ανθοπωλεία ή πάνω στις στέγες του Παρισιού, παρουσιάζει τη φύση σε διάλογο με την ανθρώπινη κατασκευή. Το οργανικό εμπλέκεται με τη γεωμετρία της πόλεως και τα όρια της αρχιτεκτονικής επιφάνειας. Σαν να διερωτάται η ζωγράφος αν η φύση εξακολουθεί να θυμάται τον εαυτό της ακόμη και όταν εγκλείεται σε γλάστρες και αστικές προθήκες. Η ζωγραφική της αποκτά τότε έναν λεπτό μελαγχολικό τόνο: η ζωή ανθίζει, αλλ’ ανθίζει μέσα σε όρια.
Στον Σακαγιάν συμβαίνει συχνά το αντίστροφο. Ενώ οι σκηνές του εκκινούν από την κοινωνική εμπειρία, σταδιακά η ίδια η ζωγραφική επιφάνεια διεκδικεί την αυτονομία της. Τα πρόσωπα μετατρέπονται σε χρωματικά και ρυθμικά στοιχεία μιας σχεδόν αφηρημένης οργάνωσης. Οι «θεατές» του δεν είναι πλέον συγκεκριμένοι άνθρωποι· γίνονται μοτίβα και κυματισμοί μιας επιφάνειας που πάλλεται από μόνη της. Εκεί όπου θα ανέμενε κανείς κοινωνική περιγραφή, εμφανίζεται η καθαρή ζωγραφική.
Μέσα από εκφραστικές χειρονομίες, εννοιολογικούς στοχασμούς και τη χρήση συμβόλων με τις ιδεολογικές τους φορτίσεις, οι δύο ζωγράφοι προσεγγίζουν το τυχαίο — αυτόν τον άναρχο αλλά εν μέρει δομημένο αυτοσχεδιασμό — και το εντάσσουν με διαφορετικό τρόπο στην τέχνη τους. Μέσα από μια γόνιμη συνύπαρξη, κοινές ανησυχίες και προσωπικά ερωτήματα, οι δύο σημαντικοί δημιουργοί της γενιάς του ’80 συνεχίζουν να καλλιεργούν τη ζωγραφική τους ταυτότητα, σε μια αδιαπραγμάτευτη ενότητα τέχνης και ζωής.