Χάρτης 91 - ΙΟΥΛΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-91/klimakes/metafrastiki-vakkheia-se-varos-toi-peter-khantke
Κάθε χρονιά η απονομή του Νομπέλ Λογοτεχνίας ξυπνά ή αναθερμαίνει το ενδιαφέρον για το έργο του τιμώμενου συγγραφέα. Παλιοί μεταφραστές ακονίζουν πάλι τη γραφίδα τους, νεότεροι δοκιμάζουν τα σύνεργά τους. Έτσι έγινε και με τον Αυστριακό Πέτερ Χάντκε μετά την απονομή του Νομπέλ το 2019. Στα ελληνικά είχαν ήδη μεταφέρει τον Χάντκε ουκ ολίγοι μεταφραστές: ο Αλέξανδρος Ίσαρης και η Μαρία Αγγελίδου, ο Βασίλης Τομανάς και ο Στέφανος Τζαννετάτος, ο Ιάκωβος Κοπερτί και η Σώτη Τριανταφύλλου. Μέσα στην αναμπουμπούλα της βράβευσης όμως οι εκδ. Βακχικόν προτίμησαν την αγνώστων λοιπών μεταφραστικών στοιχείων κυρία Ιωάννα Διαμαντοπούλου-Nothdurft από το Χάιλμπρον στις όχθες του Νέκαρ. Και σαν έτοιμες από καιρό κυκλοφόρησαν το 2020 κιόλας με χρηματοδότηση της αυστριακής καγκελαρίας το εκτενές στιχούργημα του Χάντκε «Ποίημα για τη διάρκεια» που είχε δημοσιευθεί στα γερμανικά το 1986.
Πρόκειται για μια μακροσκελή, στοχαστική ωδή στο ιδιαίτερο συναίσθημα κάποιων στέρεων στιγμών, όταν ο άνθρωπος κατακλύζεται από υπαρξιακή βεβαιότητα μέσα στην ακατάσχετη και θολή ροή των γεγονότων. «Είναι ίσως περιττό να πει κανείς / πως δεν προσφέρουν διάρκεια / οι καθημερινές καταστροφές, / οι αντιξοότητες που αναπαράγονται, / οι μάχες που αναζωπυρώνονται, / το μέτρημα των νεκρών.» Αυτό λέει ο Χάντκε. Η μεταφράστρια όμως παίζει στα ζάρια τις 14 σημασίες του καίριου ρήματος της περιόδου, της βγαίνει λάθος σημασία και λέει το ακριβώς αντίθετο: «Περιττό ίσως να ειπωθεί, / ότι δεν τελειώνει η Διάρκεια / των καθημερινών καταστροφών, / των επαναλαμβανόμενων αντιξοοτήτων, / των αναζωπυρωμένων μαχών, / της καταμέτρησης των θυμάτων.» Οι συνέπειες για τη νοηματική συνέπεια του ποιήματος είναι μοιραίες. Μάλλον δε η δράστις δεν γνωρίζει καν τη γερμανική λέξη Zeitwort που σημαίνει ρήμα και μεταφράζει σε άλλο σημείο τα συστατικά της δημιουργώντας το έκτρωμα «χρονολέξη»!
Η όλη απόδοση του ποιήματος χωλαίνει διαρκώς και καταδικάζει το έργο τού Χάντκε σε μια στρεβλή και αλλόκοτη ελληνική εκδοχή του. Τα πάντα σχεδόν είναι διασαλευμένα: Ο «νηφάλιος λόγος» του Γκαίτε γίνεται αυθαίρετα «αποφθεγματικός», ένα εξαφανισμένο ρυάκι, επειδή η ροή του έχει εκτραπεί, προάγεται σε πασιφανές «κανάλι», σαν να διεύρυναν την κοίτη του. Η μεταφράστρια χρίζει τα «ανακαινισμένα μέγαρα» του Παρισιού σε «χαμπουργκεράδικα», και μιλά για «ιδιόκτητο αίσθημα» τη στιγμή που ο Χάντκε μιλά απλώς για το «παράξενο αίσθημα» της διάρκειας μπροστά σε μικροπράγματα, ασήμαντα και συγκινητικά, όπως ένα κουτάλι που επιβίωσε όλων των μετακομίσεών μας.
Ο ποιητής μάς λέει ότι η διάρκεια δεν έχει σχέση με τον έρωτα, αλλά με την αγάπη, ας πούμε στο παιδί σου. Η έκλαμψή της όμως δεν έρχεται την ώρα που χαϊδεύεις και κανακεύεις το παιδί, αλλά «μόνο έμμεσα, / από τα δευτερεύοντα, / η βασιλική οδός μέσα από την παρακαμπτήριο!». Στη μετάφραση η λεπτή αυτή φωτοσκίαση μετατρέπεται σε nonsense: «αλλά και πάλι μόνος στον δύσκολο δρόμο / μέσα από δευτερεύοντα θέματα, / και από τη βασιλική οδό για το Τρίτο!» Ένας από τους τόπους της Διάρκειας είναι και η Porte d' Auteuil, η παλιά δυτική πύλη του Παρισιού. Η πλατεία που σχηματίζεται εκεί δημιουργεί την εντύπωση ότι αυτό που έπεται είναι απλώς το εφαπτόμενο Δάσος της Βουλώνης. Η βουή των αυτοκινήτων όμως υπαινίσσεται ότι οι αρτηρίες που καταλήγουν στην πύλη οδηγούν πολύ μακριά. «Το υποθέτεις κάθε τόσο, καθώς έρχονται κατά κύματα, / χωρίς σταματημό, οι θόρυβοι / και τα κλάξον των αυτοκινήτων.» Αλλά κι αυτή η αίσθηση του διπλού ορίζοντα, του άμεσου και του εικαζόμενου, πάει στράφι στην ελληνική απόδοση: «Από εκεί, μέσα από τον συνεχή βρυχηθμό των αυτοκινήτων … προβάλλει μια καινούργια πάντα ιδέα.» !
Αλλά και τα ελληνικά αυτής της μετάφρασης μοιάζουν χωλά και βεβιασμένα. Πώς είναι δυνατόν στον ένα στίχο να γράφεις σε pidgin greek «του άδειου, μακρύ και ευθύ δρόμου» και στον αμέσως επόμενο να πετάς την ελληνικούρα «έμφροντις»; Πώς πάει το χέρι σου να γράψεις «ξεσχισμένα μάτια» αντί «ορθάνοιχτα»; Και όταν ο Χάντκε έκθαμβος μπροστά στον πλούτο της μεσογειακής φύσης σκέφτεται για μια στιγμή να γυρίσει πίσω στον δικό του «φτωχικό κήπο» η μεταφράστρια θέλει να τον στείλει στον «πτωχεύσαντα κήπο» του! Σίγουρα η κηπουρική δεν είναι ανάμεσα στα χόμπι της. Γι’ αυτό, ακόμα κι όταν ο Χάντκε περιγράφει με ακρίβεια βοτανολόγου τα «μακριά, μαύρα λουβιά της χαρουπιάς, / αυτά με τα γυαλιστερά, σκληρά σαν πέτρα / κουκούτσια στο σχήμα ρεβιθιού», η μεταφράστρια νομίζει ότι πρόκειται για ζουμερά «μούρα»!
Όταν μάλιστα οι στίχοι του Χάντκε απηχούν μορφές ή συμβάντα του παρελθόντος, στην ελληνική μετάφραση πέφτει η αυλαία. Το ποίημα στη Διάρκεια γράφηκε την εποχή που ο συγγραφέας ζούσε στο Σάλτσμπουργκ και κάποιοι στίχοι σχετίζονται με το σκοτεινό παρελθόν της πόλης. Στα τέλη του 16ου αιώνα οι επίσκοποι του Σάλτσμπουργκ εξοστράκιζαν τις οικογένειες των διαμαρτυρομένων και έδιναν τα βρέφη τους με κλήρωση σε οικογένειες καθολικών. Και πολύ αργότερα, τον Απρίλιο του 1938, στο κέντρο του Σάλτσμπουργκ οργανώθηκε η μεγαλύτερη στην Αυστρία παράδοση βιβλίων στην πυρά από τους ναζί. Αυτά υπαινίσσεται ο Χάντκε όταν γράφει «στους δρόμους της πόλης σου, που ανέκαθεν εξόριζε το πνεύμα, από την εποχή κιόλας των επισκόπων». Η μεταφράστρια εξορίζει κατ’ αρχήν όλους τους επισκόπους από το κείμενο και διατείνεται και πάλι το ακριβώς αντίθετο από τον συγγραφέα: «στους δρόμους της, ανέκαθεν δεσμευτικής για το πνεύμα, περιοχής σου».
Ο Νέκαρ ρέει σε περιοχή πολύ μακράν του κλεινού άστεως και ίσως αυτό δικαιολογεί την μεταφράστρια, που δεν ξέρει ότι το ποίημα αυτό του Χάντκε μεταφράστηκε στα ελληνικά ήδη το 2001 και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ποίηση (τχ. 17, άνοιξη-καλοκαίρι 2001) με τίτλο «Ωδή στη διάρκεια». Όταν όμως στην εισαγωγή της αναφέρεται στο περίφημο βιβλίο του συγγραφέα για την αυτοκτονία της μητέρας του, όφειλε να γνωρίζει ότι είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά ήδη το 1979 με τίτλο Αμέριμνη δυστυχία (εκδ. Εγνατία, επανέκδοση 1983 εκδ. Νεφέλη· η νεότερη μετάφραση με τίτλο Ανέμελη δυστυχία, εκδ. Εστία, δεν εμπίπτει στις παραλείψεις της, επειδή εκδόθηκε το 2020). Αυτόν λοιπόν όφειλε να τον σεβαστεί και όχι να επινοήσει τον πλισέ τίτλο Δυστυχία χωρίς ελπίδες, σαν η νωπή ενασχόλησή της με τον Χάντκε να δημιουργεί νέο σύστημα μέτρησης του χρόνου.