Χάρτης 91 - ΙΟΥΛΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-91/klimakes/to-ploio
Το αποφάσισε. Δεν ήταν αλήθεια που να διατηρεί το κύρος της πάνω από μια μέρα. Ούτε κι οι πιο μεγάλες. Όλα το βράδυ θα ανακατασκευάζονταν, θα γίνονταν αλοιφή κάτω απ’ τον οδοστρωτήρα μιας επανεκκίνησης, τότε που και αυτός μέσα στον ύπνο του θα δάνειζε σε έναν άγνωστο τα κλειδιά, και το καράβι θα ταξίδευε όλη τη νύχτα με άλλον στο τιμόνι. Την άλλη μέρα όμως, αυτό που του ‘δινε στο χέρι ο πηδαλιούχος ήτανε άραγε το ίδιο εκείνο το καράβι ή μήπως ήταν ένα άλλο;
Το ‘χε αποφασίσει: ήταν ένα άλλο. Εκεί τον οδηγούσανε τα δεδομένα. Κι ένα πρωί, ο ναύτης δεν θα φανερωνόταν για να επιστρέψει τα κλειδιά, θα τον περίμενε και δε θα ‘ρχότανε, θα ανυπομονούσε, θα απελπιζότανε, θα ξύπναγε η οργή μες στο στομάχι του, κι ήτανε τότε που θα εξακόντιζε εκείνες τις εξαίσιες κατάρες, ευφάνταστες, αυτοτελείς, ιδιοφυείς, που τις διαβάζανε οι καιροί κι από τις δυο τους τις πλευρές και χαίρονταν, κατάρες πλήρεις σαδισμού και τρυφερότητας, κι όμως, ούτε και τότε του ‘διναν την πρέπουσα σημασία, κανείς δεν τόλμαγε να πει πώς είχαν ακριβώς γι’ αυτόν τα πράγματα.
Το πλοίο τώρα θα έπλεε σ’ αληθινά νερά ―δεν ήταν όνειρο, έβλεπε έξω απ’ το φινιστρίνι τη θάλασσα να γλείφει τα ακροδάχτυλά της σαν τον σκύλο― έπλεε δίχως κάποιον στο τιμόνι ―το ήξερε―, και όλα μοιάζαν ίδια, και όλα μοιάζαν άλλα, κι αυτός ―εκείνος ο αυτός που κάθε τόσο άλλαζε τις μάσκες του κι έπιανε καινούργιο τροπάρι― έλειπε τώρα από παντού. Έλειπε απ’ τη γέφυρα, κι απ’ το πηδάλιο, κι απ’ τη σιγή του ασυρμάτου κι απ’ του γλάρου τα βραχνά κρωξίματα, κι απ’ τα βυθίσματα μες στα νερά αυτού του σάπιου ξύλου με τις προσευχές, κι από την αγκαλιά μιας θάλασσας που δεν ησύχαζε ποτέ, όπως κι ο τρόμος μες στα σπλάχνα του, έλειπε κι απ’ των κοριτσιών τη σκέψη κι απ’ των ερωμένων τη γλιστερή προσμονή, κι απ’ των εμπόρων τις προσδοκίες, κι από της μάνας του τις ευχές, που άναβε το καντήλι τού Αϊ-Νικόλα σ’ ένα νησί στην άκρη του Αιγαίου, κι ακόμα απ’ την αγάπη αυτών των ναυτικών που έμοιαζαν σαν από καιρό να μην τον είχαν δει, και σαν από καιρό να τον είχαν ξεχάσει. Μόνο στου καταστρώματος τις σκοτεινές γωνιές, τα βράδια του καλοκαιριού, τότε που ο χρόνος κοντοστέκεται να θυμηθεί, και μέσα στη σιωπή που στέκεται καμιά φορά σαν φαναράκι πάνω από έναν λυπημένο άνθρωπο, συλλάβιζε, αν ήταν η σωστή στιγμή, μια νοσταλγία για έναν άγνωστο, που ήταν μαζί αυτός και μια ολόκληρη φυλή. Άκουγε τότε τις σκιές που μουρμουρίζανε μια βρισιά για τον ύπαρχο, μια αγκαλιά για την αγαπημένη, μια προσευχή για τη θάλασσα με τα υπνωτιστικά σεντόνια. Κι ένας πάνω στη γέφυρα έκανε αυτό που κάποτε ήταν δουλειά του. Δεν έβλεπε το πρόσωπο, μα αναγνώριζε τα περιγράμματα. Τότε θυμήθηκε πως ήταν ήδη δέκα χρόνια μέσα στην καμπίνα του κλεισμένος, ραμμένος μες στο ίδιο του το στρώμα που τον λίκνιζε σε δίνες και σε βάραθρα υποθαλάσσια, κι έμοιαζε αυτό το στρώμα το ένα μόνο ζωντανό μες στην καμπίνα πράγμα. Σκέφτηκε τώρα με μια αδιόρατη ανατριχίλα πως ήταν ίσως έγκλειστος μέσα στο ίδιο του το σώμα, στα οστέινά του κάγκελα, στις σάρκινές του χειροπέδες, γιατί κάθε που θα αποφάσιζε μιαν έξοδο, έναν προαποφασισμένο αιφνιδιασμό, τον ίδιο του τον εαυτό να πιάσει μες στον ύπνο και να του ζητήσει τις εξηγήσεις που άξιζε, να ξεχυθεί με ιαχές, να καταλάβει εξ απήνης τ’ όνειρο που βραδυπορούσε, να βγει στο φως, με μια σπαθιά να σχίσει του εχθρού το αποτιτανωμένο φάντασμα, εκείνη τη στιγμή ακριβώς τα πόδια του παρέλυαν, έμεναν καρφωμένα κι άψυχα στο στρώμα, όχι όμως άψυχα, γιατί τότε η σκιά μιας τίγρης του έγλειφε με την πλατιά της γλώσσα τα βλέφαρα, και το χνώτο της τον τράβαγε στον βυθό μιας βαθυκόκκινης απελπισίας, σαν λάσπη από τόπο εκτέλεσης, και του ‘λεγε ότι εκείνη τη στιγμή εάν κατάφερνε τα λίγα βήματα που τονε χώριζαν απ’ τον καθρέφτη της καμπίνας, θα ανακάλυπτε ότι κανένα πρόσωπο δεν κατοικούσε πια εκεί μέσα.
Στα αμπάρια οι καρποί ωρίμαζαν ώρα την ώρα, βγάζοντας αδιόρατους τριγμούς που αναστάτωναν τα τρωκτικά. Στην πλώρη η άγκυρα λαγοκοιμότανε, κι η προκυμαία ήταν μήνες μακριά. Ήταν στιγμές που ήξερε με σιγουριά ότι αυτό το πέλαγος, που τώρα απλωνότανε σ’ έναν μονότονο ορίζοντα, θα ‘ταν το τελευταίο πέλαγος που του έμελλε να ταξιδέψει, πέλαγος δίχως τις χαρές του λιμανιού, τα χτυποκάρδια πίσω από χρυσοκέντητες κουρτίνες, με το γλυκό του κουταλιού και το λικέρ που ζέσταινε τα απογεύματα των αρραβωνιασμένων, και με την επιτάχυνση στις φλέβες του, τότε που τα κορίτσια ισιώναν τον στηθόδεσμο να επιστρέψουνε στη χοροεσπερίδα. Πέλαγος δίχως λιμάνι, νοσταλγία πατρίδας εγκατεστημένης βαθιά στη γκρίζα ζώνη της ψυχής του, σαύρα γαντζωμένη στα πλευρά βράχου Αιγαιοπελαγίτη, που γύρω του χορεύαν λάμπουσες σαν ήλιου ακτίνες οι αγάπες που στο μέλλον του δεν θα ξανασυναντούσε, γιατί ήταν κιόλας μέσα του νεκρές, και τα ονόματά τους τα ‘σβηνε ο καιρός μες στα ημερολόγια. Κι ήταν ετούτο έτσι από την πρώτη τη στιγμή που, νέος, μέσα σ’ ένα λιμάνι τέτοιο, μια άγνωστη του θύμισε πώς έμοιαζε ο άντρας που από παιδί ονειρευόταν πως θα γίνει.
Ήταν αργά να επιστρέψει τώρα σε μια χώρα άλλη, χώρα που δεν την κατοικούσαν μνήμες αποχωρισμού. Θα ‘λεγες πως τα κύτταρα του εγκεφάλου του είχανε ξεπουλήσει για ένα ξεροκόμματο την ευλογία να διακορεύουν των παρθένων τα ερωτηματικά. Όμως είχε εμπιστοσύνη στο ταξίδι. Καθόταν τώρα στο παγκάκι μιας ευρύχωρης στιγμής, στο μέσον μιας πλατείας, κι ήτανε ώρα του απόδειπνου, ώρα σωστή, κι ο ήλιος σηκωνότανε απ’ την ανατολή και βούταγε στη δύση, ώσπου μια μέρα τόνε κάρφωσε μ’ ένα καρφί στη μέση του ουρανού, να μην ξαναμιλήσει. Τώρα θα φόρτωνε τα αμπάρια του στιγμές τσουρουφλισμένες από έκσταση, να ‘χει για όταν το ταξίδι θα τελειώσει.
Το πλοίο έπλεε μονάχο του, δεν ήτανε δικά του αυτά τα χέρια στο τιμόνι. Ο φάρος ανοιγόκλεινε το μάτι με τα μυστικά, και η πυξίδα έγερνε την κεφαλή σαν γέρος που απόκαμε δείχνοντας προς τους πόλους, που αυτός ποτέ δεν πίστεψε στ’ αλήθεια πως υπάρχουν.
Τώρα τη γέφυρα στοίχειωνε η σιγή που κατοικεί στο μάτι του κυκλώνα, η σιγή πριν το φάντασμα του παγόβουνου, με μια αναπνοή, σκίσει ξανά τα ίσαλα στα δυο. Εκείνος τώρα βυθιζότανε μαζί με το καράβι, δίχως να ξέρει ποια πλευρά του κόσμου να διαλέξει για να εγκατασταθεί. Οι γλάροι ζητιανεύαν με αξιοπρέπεια το δείπνο τους και το κατάστρωμα γινόταν γλιστερό.
Είπε: «Ας ξύπναγα σε μια νύχτα σαν τη χτεσινή! Ας ήταν όλα ένας εφιάλτης του τσιγγούνη Άγγελου. Ας ήταν πάλι χτες κι ας ήταν και στη φυλακή.»
Το τελευταίο τον ξύπνησε στην ψύχρα μιας παλιάς πραγματικότητας. Σαν να ‘χε περπατήσει χρόνια σε τυφλούς λαβύρινθους, και τώρα αναδυότανε γυμνός μέσα από παγωμένη θάλασσα. Θυμήθηκε πως ήταν όντως ένας καταδικασμένος, ένας ταξιδευτής των φυλακών, λαθρεπιβάτης στη ζωή καλών νοικοκυραίων, που στα σαλόνια αυτά τα ίδια που κι αυτός τώρα ταξίδευε, φεύγανε για τις 15 μέρες έξω απ’ το γλυκό τους κάτεργο, κι εκείνος ήταν βασιλιάς μες στης θητείας του τον διεσταλμένο χρόνο, μέσα στον άγιό του εγκλεισμό, τον πάντα μάχιμο, τον ισόβιο, τον που γλεντούσε τα ωραία της ψυχής του τα κεντήματα, μακριά απ’ των διαδρόμων τους πελάτες και τους χορηγούς, με την ηχώ μες στα τριζάτα τους σκαρπίνια εγκατεστημένη. Τίναξε το κεφάλι του να ξυπνήσει κάπως, και μ’ ένα χέρι που έμοιαζε ξανά το χέρι ενός άλλου, με τρόπο ακραία ευλαβή, γέρνοντας όσο πρέπει τη σπονδυλική του στήλη, έκανε έναν σταυρό, αυτός, αργά, μακρόσυρτα, αυτός, ανακουφιστικά, αυτός, απελπισμένα, ύπουλα, αυτός, ο του καλού θεού ο ευλογημένος άθεος.
13 Ιουνίου 2026