Χάρτης 91 - ΙΟΥΛΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-91/biblia/to-apogheima-enos-meilikhioi-ekdorea

Θα ξεκινήσω με ένα παραμύθι.
Π Α Ρ Α Μ Υ Θ Ι
Κάποτε ήταν ένας άνθρωπος που έχτιζε βράχια στ' όνειρό του. Περνούσαν οι νύχτες του διαρκώς, σφυριά στο αμόνι, Κάθε πρωί έβλεπε κόκκινα τα χέρια του, πληγές παντού και θραύσματα ακίνητα στη νηνεμία. Σχεδίαζε να χτίσει ό, τι δεν χτίζεται. Πάντα μιλούσε ηττημένος για το ατελέσφορο του εγχειρήματός του. Παρ΄όλα αυτά δεν έλεγε να πάψει. Ώσπου μια νύχτα έβρεξε πολύ, βγήκαν στην αμμουδιά παλιοί του φίλοι, σύντροφοι, καλοστεκούμενοι μεσήλικες και ένα σμήνος ξάγρυπνοι ψιττακοί, αρπακτικά του δρόμου, με λόγια μελιστάλακτα του πρόσφεραν εδέσματα και ομορφιά με αντάλλαγμα ένα όνειρο, έστω σαθρό για εκείνον άχρηστο. Ολόκληρη νύχτα κύλησε στα χέρια του λύθηκε ηδονικά κι απλώθηκε στο κορμί του, πήρε τα χέρια του, τα ζέστανε, γιάτρεψε τις πληγές μοιράστηκε μαζί της το όνειρο σαν παραμύθι αποσυνάγωγο χωρίς την εύνοια του τέλους.
Αυτό το ποίημα παραμύθι βρίσκεται στη νέα ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Τασιόπουλου που έχει τίτλο Το απόγευμα ενός μειλίχιου εκδορέα.
Και από το παραμύθι αυτό εδώ γεννιούνται διάφορα ερωτήματα.
Τι είναι αυτό που χτίζει ο άνθρωπος του παραμυθιού; Τι είναι αυτό που σχεδιάζει να χτίσει αλλά δεν χτίζεται; Με σφυριά, με πληγές, με ματωμένα χέρια, με τα φαντάσματα των παλιών συντρόφων να τον πολιορκούν; Και ποιο είναι αυτό το αποσυνάγωγο όνειρο που λειτουργεί ως παραμυθία;
Είναι ο ποιητής αυτοαναφορικός; Μιλάει μήπως για την ίδια του τη ζωή; Είναι η ίδια του η ζωή; Η είναι η ίδια η ποίηση, ένα αδηφάγο πηγάδι που μας ρουφά, το υφαντό της Πηνελόπης που όλη μέρα ποθούμε να υφάνουμε και τη νύχτα ξηλώνεται;
ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΕΝΟΣ ΜΕΙΛΙΧΙΟΥ ΕΚΔΟΡΕΑ: και ο τίτλος του και μόνο μας προδιαθέτει και μας ξαφνιάζει.
Μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί μπορεί ένας εκδορέας να είναι μειλίχιος; Ναι αν γδέρνει τις ψευδαισθήσεις και πετά το δέρμα από τις αυταπάτες. Ναι, αν τα σφάγια που κρεμάει στα τσιγκέλια και στάζουν αίμα είναι τα ποιήματά του, ματωμένα, σπαρταριστά, αχνιστά ακόμα από τη θυσία. Ναι, αν τα εργαλεία του Τασιόπουλου σκάβουν βαθιά, πιο κάτω από την επιδερμίδα και βουτούν κατευθείαν στα σπλάχνα, από εκεί δηλαδή από όπου προέρχεται η ποίησή του.
Διαβάζοντας αυτή την ποιητική συλλογή ένιωσα όλη τη υπαρξιακή μοναξιά, την μοναχικότητα, την περισυλλογή, την ψύχραιμη και λυπημένη αποδοχή της ηλικίας που περνά, τις αποτιμήσεις, τις αναπολήσεις, τις ήττες και τις κρυφές πανέμορφες νίκες, αλλά και την απόλυτη απογοήτευση από τους ανθρώπους πρόβατα, από την κατάρρευση όλων των Θερμοπυλών, την παρακμή όλων των ιδανικών και ιδεολογιών και τη μελαγχολία για όλους τους μεγάλους έρωτες που η βάρκα τους βούλιαξε στο πέλαγος της λήθης. Ο λόγος του Τασιόπουλου είναι στιβαρός, βιβλικός, αλληγορικός. Μιλάει με παραβολές, με μεταφορές, χρησιμοποιώντας προσωπεία και ταυτόχρονα σε αυτή τη συλλογή εκτίθεται γυμνός, εκθέτει τον πόνο και τη βαθιά λαχτάρα του ανικανοποίητου και του ανεκπλήρωτου που αποτελούν την ουσία της ποίησης.
Ο Βαγγέλης Τασιόπουλος είναι ένας ποιητής με μεγάλη πορεία στον χρόνο. Εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1983 και από τότε γράφει, δημοσιεύει, εκδίδει. Αφοσιωμένος σ' αυτό που κάνει, χωρίς να ταλαντεύεται, χωρίς να εγκαταλείπει, χωρίς να επιζητεί χειροκροτήματα και δάφνες.
Αυτή η ποιητική συλλογή έρχεται να επιστεγάσει το έργο του. Κατά την ταπεινή μου άποψη το περικλείει και το συνοψίζει.
Ο Τασιόπουλος έχει άριστη γνώση της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, χρησιμοποιεί πολύ εύστοχα και αφομοιώνει πολλά στοιχεία της στους στίχους του για να φιλοσοφήσει και να στοχαστεί πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτό κάνει την ποίηση του διαχρονική και διακειμενική.
«Τα ίχνη του Φιλιππίδη έσβησαν και μείναν απροσπέλαστοι οι δρυμοί»
Και η ανατροπή του μύθου:
«Το προηγούμενο βράδυ στις Μυκήνες είχα δει την Αιμιλία να κλαίει απαρηγόρητη στην αγκαλιά της Διοτίμας»
Η συλλογή έχει κάτι το τραγικό, αλλά δεν της λείπει ένας αθόρυβος αυτοσαρκασμός και μία υποβόσκουσα ειρωνεία που εντείνει την τραγικότητα.
Γράφει:
«Οι μέρες σου σφαχτά στραγγίζουν στα τσιγκέλια, χοίροι άδειοι από σωθικά μ' εσπεριδοειδή στα στόματά τους σφηνωμένα. Έτσι για νά'χει ελπίδα ο θάνατος στο γλέντι,»
Γράφει:
«Σαν τρένο που φορτώνεται τις ράγες του.
Ο φόβος.»
Γράφει:
«Όμοια με άγρια πουλιά στα σύρματα οι νύχτες/βουίζουν στα χαλάσματα.»
Καλά όλα αυτά ως εδώ. Αυτό που με προβληματίζει όμως είναι ότι υπάρχει και κάτι άλλο σ’ αυτή τη συλλογή. Υπάρχει ένα αίνιγμα που ζητά τη λύση του. «Υπάρχει ένας κύριος Δ. που όμως, όπως γράφει ο ποιητής, έχει χρόνια να φανεί, μονάχα σαν χιονίζει αφήνει τη σκιά του αστραφτερή κι οικεία στα πρανή και στα πεσμένα δέντρα. Βρίσκει τον τρόπο με το κρύο να εισχωρεί και να ξυπνά εφιάλτες. Ο κύριος Δ. ποτέ δεν είχε ισχυριστεί ό,τι θα πάψει να έρχεται (από το ποίημα «Ο κύριος Δ. είναι αυτή που δε θα πάψει να έρχεται»).
Ποιος είναι λοιπόν ο κύριος Δ. που είναι άντρας και γυναίκα μαζί, που όπως γράφει ο Τασιόπουλος βρίσκει πάντα τον τρόπο να εισχωρεί και γεννάει εφιάλτες; Μία κοσμική, συμπαντική δύναμη, ο θάνατος, ή η Ποίηση;
Εγώ καταλήγω στην τρίτη εκδοχή. Και είμαι σίγουρη ότι ποτέ δεν θα πάψει ο Κύριος Δ. να επισκέπτεται, να υπεισέρχεται σχεδόν ακάλεστος και να κυριεύει τον ποιητή Βαγγέλη Τασιόπουλο.
Κάποιοι άνθρωποι μέσα σε αυτόν τον εντελώς παράλογο κόσμο, που την παράνοια του διαπιστώνουμε κάθε μέρα παράγουν τέχνη που δίνει νόημα. Αυτοί οι άνθρωποι είναι αδέλφια μου και τους αγαπώ.