Χάρτης 91 - ΙΟΥΛΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-91/poiisi-kai-pezografia/i-kori-tis-eyas
Πάντα πίστευα ότι η σχέση που συνδέει τους γητευτές με τα φίδια τους είναι μία σχέση βαθειάς αγάπης. Δεν ξέρω ποιο παραμύθι είχα διαβάσει μικρός και μου ‘χε καρφωθεί έτσι, αλλά όπως και να ‘χει είχα τη σχέση τους σαν ιδανικό βαθιάς αγάπης. Θέλει σεβασμό για να μη φοβάσαι ένα φίδι, θέλει σεβασμό για να υπακούς τον ανθρωπάκο με το τουρμπάνι, και πάρε χορούς και πάρε τραγούδια… Σε ένα ντοκιμαντέρ, ανάθεμα την ώρα, είδα ότι όπως κάθετι που πιστεύεις παιδί ήταν βασισμένο σε μια παρεξήγηση: τα βασανίζαν τα φίδια τους. Τους έβγαζαν τα δόντια λέει και η φλογέρα είχε τέτοιο σχήμα για να τα τρομάζει και δεν ξέρω κι εγώ τι… Και να σου που τελικά κι αυτή η αγάπη παραήταν τελικά ανθρώπινη. Αλλά όπως και να ‘χει, έτσι κοκαλωμένος μπροστά της, κοιτώντας τη βαθειά μέσα στα πράσινα, γυαλιστερά ματάκια της, η πρώτη σκέψη που έκανα ήταν ότι ήμουν γητευτής και αυτή ένα καινούριο φίδι και όσο κι αν προσπαθούσα να της μεταδώσω την αγάπη μου μόνο με τα μάτια και μόνο με τα σσσ που της έκανα, αυτή δεν έλεγε να συμμορφωθεί. Έστελνα κύματα αγάπης με ακτίνες χι και δε σταματούσε να κλαίει και να χτυπιέται το κωλόπαιδο. Χτυπιόταν και στριφογυρνούσε στην κούνια, πνιγόταν ανάμεσα στις στριγγλιές, η Εύα φώναζε κι αυτή δώστης δώστης το γαμωπαίχνιδο αλλά εγώ δεν ήθελα να της δώσω κανένα γαμωπαίχνιδο. Την κοιτούσα μέσα στα μάτια της, τα πράσινα ματάκια που με κοίταγαν σαν με μίσος και της έκανα σσσ. Το πίστευα ο βλάκας ότι απλά έπρεπε να επιμείνω και τότε κάτι θα καταλάβαινε και θα επικοινωνούσαμε τηλεπαθητικά που λένε και τότε θα ήταν μια στιγμή που θα άξιζε όλα τα κλάματα και τις φωνές του κόσμου, αυτός ο χορός που οι περαστικοί πετάνε κέρματα και λένε γουάου, γιατί τότε θα ήξερα ότι μας συνδέει αυτή η βαθιά κατανόηση, ότι μέσα μας φωλιάζει κομμένη στα δύο η εννιαία αγάπη ενός πατέρα και του παιδιού του. Πόση ώρα τώρα ο σκοπός της ύπαρξής μου ήταν να ηρεμήσω τη μικρή. Πόση ώρα τώρα κοιτούσα επίμονα σαν γητευτής τα πράσινα ματάκια της.
Το παιχνίδι ήταν ένα λούτρινο σύννεφο που το πάταγες και έπαιζε ήχους του δάσους και τραγούδια και τέτοια. Είχε ειδικές συχνότητες έγραφε το κουτί, ένα πράμα όπως όταν στομώνει ο ήχος κάτω απ’ το νερό, και έτσι τα μωρά θυμούνταν την αίσθηση μέσα στη μήτρα και χαλάρωναν. Τα μωρά δεν ξέρουν ακόμα τι πάει να πει να πνίγεσαι βλέπεις, γι’ αυτό και τα βαφτίζουμε γρήγορα γρήγορα να ξεχνάνε αυτές τις βλακείες. Το 'χε φέρει στο σπίτι ένας φίλος της Εύας, ένας λιγομίλητος τύπος αχώνευτος, που μια φορά τον είχα δει όλη κι όλη ακριβώς εκείνη τη μέρα που μπούκαρε στο σπίτι μου λιγομίλητος και κατσουφιασμένος κουβαλώντας τη τσάντα με το δώρο. Ούτε ένα ποτήρι δεν έκατσε να πιούμε, ένα ποτηράκι προς τιμήν της κόρης μου.
Έλα φίλε προς τιμήν της κόρης μου του λέω του φλώρου με το σκουλαρικάκι και την αφάνα, έλα να κεράσω ένα τσίπουρο. Με κοιτάζει λες και έχω μόλις σταματήσει να γαμάω τη μάνα του και μετά από μια παύση, δεν ξέρω κι εγώ τι σκεφτότανε, λέει ίσα ν’ αφήσω το παιχνίδι ήρθα. Τι μαλάκας είναι αυτός σκέφτομαι που ‘ρχεται μέχρι εδώ και δεν κάθεται να κάνει ένα τσούγκρισμα με τα τιμώμενα πρόσωπα. Ούτε να πει έστω βάλε λίγο νερό για το τυπικό, το εις υγείαν. Δεν τους μπορώ αυτούς τους τύπους τους υπεράνω, πήρε και παιχνίδι μάρκας ξέρω γω, εμείς το παιδί μας θα το μεγαλώσουμε απλά, ανθρώπινα, στη λάσπη και το γρασίδι. Κατεβάζω το τσιπουράκι μου μονοκοπανιά και τον κοιτάω έτσι που αφήνει το κουτί στα πόδια της κούνιας. Κοιτάζει τη μικρή σαν να μην έχει δει άλλη φορά στη ζωή του μωρό και κάτι μουρμουράει στην Εύα. Τα μάτια της είναι πράσινα αυτό μουρμουράει και η Εύα αντί να τον ξαποστείλει μουρμουράει κι αυτή. Τα πρώτα στην οικογένεια. Σαν της μάνας μου μουρμουράει αυτός. Γαμώ τη μάνα σου σκέφτομαι και βάζω άλλο ένα ποτήρι. Είμαστε μια πολύ αστεία εικόνα, ένα παρεόνι από ταινία, πίνακας με τα όλα του, έτσι όπως είμαστε στημένοι στο χώρο, οι δυο τους κρεμασμένοι απ’ τα κάγκελα της κούνιας σχεδόν, οι ώμοι τους σχεδόν να ακουμπάνε και να μοιάζουν μόνο σαν περιγράμματα από σιλουέτες ανάμεσα από τα κλειστά παραθυρόφυλλα του καθιστικού, έτσι όπως όταν στο σκοτάδι το μυαλό σου προσπαθεί να φτιάξει γνώριμες εικόνες για να μην φρικάρει και κάθε πιο βαθιά απόχρωση σκιάς φτιάχνει και μια νέα σιλουέτα στον τοίχο. Κι εγώ ξέχωρος καμπούρης πάνω απ’ το τραπέζι κάτω απ’ το μοναδικό φως στην κουζίνα, χλωμό, τρεμάμενο, να μας χωρίζει όλη η απόσταση του φωτεινού κόσμου του Θεού από τη νύχτα και να νιώθω ένα πράμα βαθιά μέσα στο στομάχι μου σαν ανά πάσα στιγμή να είμαι έτοιμος να ξεράσω… Όταν έχει συμβεί κάποιο ατύχημα και το πλησιάζεις αλλά ακόμα δεν έχεις δει ούτε χτυπημένα αμάξια ούτε ασθενοφόρα ούτε τίποτα αλλά νιώθεις στο πετσί σου ότι κάτι είναι λάθος, σαν ο πόνος και η έκπληξη να ‘χει ποτίσει τον χώρο ένα πράμα, κάτι τέτοιο νιώθω, ότι κάτι είναι λάθος κι όλα τα πράγματα γύρω αντανακλάνε σε άλλη ένταση το λάθος φως και εγώ καπνίζω αμέριμνος το τσιγάρο μου πάνω στην μηχανή και βαθιά στο στομάχι μου ξέρω ότι ακόμα και η μυρωδιά του καπνού είναι κι αυτή κάπως λάθος. Ήταν αλήθεια τα πρώτα στην οικογένεια, όλοι οι άλλοι έχουμε μάτια καφέ σαν σκατά.
Έκλαιγε έκλαιγε κι έκλαιγε και χτυπιόταν το κωλόπαιδο και δεν μπορούσα να καταλάβω τι στο διάολο τόσο πολύ το ενοχλούσε και έκλαιγε τόσο. Το σπίτι ήταν ζεστό, η μάνα του κι ο πατέρας του ήταν και οι δυο εκεί, εκεί ήμασταν πόση ώρα, τα κλάματα και οι φωνές τώρα άρχισαν, δε δικαιολογούσαν όλον αυτό τον χαμό. Κι εγώ κοιτούσα ακόμα τα ματάκια της και οι ήχοι άρχισαν να αποσυντονίζονται και σαν να σταμάτησα να ‘μαι εκεί πέρα, αφαιρέθηκα που λένε, το μυαλό μου μπήκε στον αυτόματο. Όπως τότε που έχω βάρδιες βραδινές και ενώ περιμένω το φανάρι, όταν ανάβει πράσινο έχω ήδη φτάσει σπίτι. Είναι αυτό το πράγμα που κάνει το μυαλό μου σε τέτοιες καταστάσεις κουραστικές, έντονες, σαν να χάνεται και καταλήγω να σκέφτομαι κι εγώ δεν ξέρω τι, όπως πριν με τα φίδια ένα πράμα. Το μυαλό είναι ένας λαβύρινθος, έτσι δε λένε; Είχα δει αυτό το όνειρο πριν κάτι μέρες. Ήμουν λέει σε ένα δημαρχείο ή ληξιαρχείο ή κάτι κι εκεί που κοιτούσα τα στοιβαγμένα κουτιά του αρχείου με τις ξεβαμμένες ετικέτες, να σου να τριγυρνάει ανάμεσα ο πατέρας μου. Και ήταν σαν ζωντανός ακριβώς, ένα κουρασμένο γεροντάκι που τριγυρνούσε ανάμεσα στις κούτες σαν να ‘χε ξεμείνει στον χώρο αναμονής για το επόμενο ΚΤΕΛ και του φώναξα τι κάνεις εδώ και εδώ είναι ο διάδρομος του δέλτα και εσύ πρέπει να ‘σαι στον διάδρομο του κάππα ή δεν ξέρω κι εγώ τι και τον χαιρετούσα ταυτόχρονα και αυτός με κοίταζε απορημένος και μετά ξύπνησα. Όταν κατάφερα να ηρεμήσω ρώτησα χαμηλόφωνα την Εύα πώς θα ένιωθε αν η μετά θάνατον ζωή ήταν στην πραγματικότητα οι δημόσιες υπηρεσίες και αυτή με κοίταξε σαν με μίσος και μου ‘πε ότι αρχίζει βάρδια σε λίγες ώρες και γύρισε πλευρό. Γύρισα κι εγώ πλευρό και φανταζόμουν την πολυκατοικία σαν μια ραφιέρα από αυτές τις σιδερένιες στα παλιά γραφεία, με ράφια πάνω σε ράφια πράξεις ληξιαρχείου.
Τα βράδια των καθημερινών που ο πατέρας μου γυρνούσε απ’ τη δουλειά και η μέρα δεν είχε πάει καθόλου καλά, ερχόταν και με σήκωνε απ’ το κρεβάτι ακόμα και αν είχα σχολείο την επόμενη. Η μάνα μου περίμενε με δυο ποτήρια κρασί και για εμένα περίμενε μία κουπίτσα με νερό. Έτρεχα να πάρω την κούπα, η μαμά χαμογελούσε θλιμμένα όπως όταν βλέπεις καμιά φορά κανένα πολύ άσχημο κοριτσάκι να παίζει και να γελάει και σκέφτεσαι ότι είναι πολύ κρίμα που είναι τόσο άσχημο. Ο μπαμπάς πάταγε το κουμπί στο στερεοφωνικό για να πάει στο τελευταίο κομμάτι, πάντα είχε το ίδιο σιντί μέσα έτοιμο να περιμένει γι’ αυτές τις μέρες και η αγριοφωνάρα που είχα συνηθίσει πια γέμιζε τον χώρο στη διαπασών και εγώ γελούσα και τσούγκριζα το νεράκι μου και το σήκωνα στον αέρα όπως ο μπαμπάς. Και ο μπαμπάς θα έπινε όλο το κρασί του πριν φτάσει το ρεφρέν και μετά θα έπιανε τη μάνα μου, η οποία θα άφηνε το ποτήρι της όπου βρει και θα γέλαγε και θα την έκανε στροφές και μετά θα πιάνανε κι εμένα που ντρεπόμουν λίγο αλλά θα ακολουθούσα. Και μετά ο πατέρας μου θα τραγουδούσε κι αυτός με αγριοφωνάρα και εμείς το ίδιο έχοντας μάθει τους στίχους φορά με την φορά, θα τραγουδούσαμε you got to come on up to the house. Την επόμενη μέρα θα ‘χα σχολείο αλλά τραγουδούσαμε come on up to the house βραδιάτικα, θα ‘ταν μεσάνυχτα ή έτσι μου φαινόταν με το μυαλό του δημοτικού στο οποίο τα μεσάνυχτα δεν είναι ώρα αλλά κάποια οριακή κατάσταση πέρα από την οποία τα παιδιά είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Ο κόσμος δεν είναι το σπίτι μου, είμαι απλά περαστικός… Αυτή είναι η καλύτερη ανάμνηση που έχω απ’ τον πατέρα μου.
Η Εύα ακόμα φώναζε τα ίδια, το μωρό ακόμα φώναζε τα ίδια, εγώ ακόμα κοιτούσα τα μάτια της λες και έβλεπα πρώτη φορά στη ζωή μου μωρό, λες και έβλεπα πρώτη φορά στη ζωή μου αυτό το μωρό. Όπως κάθε πράγμα στον κόσμο της είχε δοθεί κάμποσος χρόνος και κάποτε θα τριγυρνούσε κι αυτή μπερδεμένη ανάμεσα στις κούτες και μπορεί να έπεφτε πάνω μου όπως θα τριγυρνούσα κι εγώ μπερδεμένος ανάμεσα στις κούτες σε ό,τι να ‘ναι διαδρόμους και στο κάτω κάτω αυτό που είναι σημαντικό θα ήταν να είμαστε αγαπημένοι. Αυτό που είναι σημαντικό είναι να είμαστε αγαπημένοι, έτσι δε λένε; Τόσο απλά είναι μάλλον τα πράγματα. Έβγαλα απ’ τα σκουπίδια το συννεφάκι και το καθάρισα όπως όπως και το πίεσα κι άρχισε να παίζει τη μουσική του και, μα το Θεό και την Παναγία και όλο το ουράνιο σόι, μέσα σε τρεις τέσσερεις νότες το μικρό είχε σταματήσει. Ακριβό πράμα, μελετημένο, φίσερ πράις. Αυτό ήταν. Κοίταγε το φωτάκι στο σύννεφο σοβαρή, αν ήταν μεγαλύτερη θα μπορούσα να πω ότι το κοίταγε συγκινημένη, ενήλικα. Και μετά ήρθε το πρώτο χασμουρητό, τα ουρλιαχτά ξεφούσκωσαν σε απλές φωνούλες παραπόνου, η Εύα είχε πάψει και καθόταν πεταμένη στη γωνιά του καθιστικού με το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες της. Εγώ ακόμα κοιτούσα τα μάτια της.
Έκλειναν λίγο λίγο αλλά η προσοχή τους ήταν ακόμα στο φωτάκι, σοβαρή. Μετά άρχισε να κουνάει τα χεράκια της, αργές αψυχολόγητες κινήσεις σαν να μιμούταν κάποιον που κολυμπάει και τότε μόνο φανέρωσε το πρώτο της χαμόγελο. Κολυμπούσε και επέπλεε στην κούνια ξέγνοιαστη, ανακουφισμένη, με το αφελές χαμόγελο του παιδιού που επιστρέφει σπίτι μετά την πρώτη μέρα στο σχολείο και βλέπει την μάνα του, ανακουφισμένο, και πετάει τη τσάντα σαν μια μύξα που ‘χε κολλήσει στο ρουθούνι του απ’ το πρωί και νομίζει ότι ξεμπέρδεψε. Μα το Θεό ήθελα να την αγκαλιάσω τότε, πράσινα μάτια ή οτιδήποτε, να της πω κοριτσάκι μου σε παίξανε, τι να τα λέμε τώρα, μας παίξανε τελείως… Η πρώτη μέρα του σχολείου είναι ακριβώς απλά η πρώτη και ακολουθούν τρίμηνα και τρίμηνα πανομοιότυπα, αλλά κάποτε θα μάθεις κι εσύ τους κανόνες του παιχνιδιού κι άμα ξέρεις τους κανόνες σταματάει να σε απογοητεύει η κατάσταση. Δεν ξέρω αν είναι ελπιδοφόρο ή η θλιβερή μας η κατάντια, αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να μην το συνηθίζεις αργά ή γρήγορα. Επανάληψη η μήτηρ κάθε μαθήσεως, έτσι δε λένε; Τότε θα το καταλάβεις κι εσύ ότι καμία συχνότητα δε θα μπορούσε να φέρει πίσω τις ατελείωτες μέρες που πέρναγες κάποτε στην ησυχία της μήτρας.
Αυτά σκεφτόμουν κι άλλα τέτοια για να μείνει το μυαλό μου στον δρόμο του γυρισμού και την κοιτούσα ακόμα στα μάτια της και άρχισα ν’ αναρωτιέμαι τι στο διάολο μπορεί εκείνη να σκεφτότανε.