Χάρτης 91 - ΙΟΥΛΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-91/poiisi-kai-pezografia/ghia-ligho
Δεν είχε σκοπό να το κάνει. Το παράθυρο, άλλωστε, ήταν κλειστό μέρες, ίσως εβδομάδες, η κουρτίνα βαριά, σκουρόχρωμη σα να είχε απορροφήσει όλους τους ήλιους του καλοκαιριού και τώρα ήθελε να τους κρατήσει για λογαριασμό της. Στο τραπέζι ένα άδειο φλιτζάνι καφέ τρεις φορές ξαναζεσταμένο κι ένα τετράδιο με σπασμένες προτάσεις και κάτι μουντζούρες στη γωνία.
Έκανε ένα βήμα. Μετά άλλο ένα. Το χερούλι του παραθύρου ήταν πιο κρύο απ’ όσο περίμενε. Το άνοιξε με μια απότομη κίνηση, για να μη δώσει στον εαυτό της την ευκαιρία να το μετανιώσει. Και τότε μπήκε μέσα ο κόσμος, όχι με βία, αλλά με φυσικότητα, σαν να τον καλούσε καιρό. Περαστικοί. Ποδήλατα. Η γειτόνισσα που κρατούσε από το χέρι ένα παιδί με κόκκινο μπαλόνι. Ένας σκύλος που κουνούσε την ουρά του χωρίς λόγο.
Κανείς δεν την είδε. Αλλά αυτή ένιωσε σαν κάτι να την αναζητούσε με γλυκιά προσμονή που σε ρίχνει στο όνειρο. Και ήθελε. Πολύ. Ήθελε να κατέβει κάτω, να καθίσει σε ένα παγκάκι, εκείνο το στρογγυλεμένο, που το σίδερό του είχε ξεφλουδίσει από τα χρόνια και να πιάσει κουβέντα με κάποιον∙ δεν θα έκανε καμιά φιλοσοφική συζήτηση, μια παρατήρηση ίσως για τον καιρό, ένα αστείο για τα φύλλα που πέφτουν το φθινόπωρο. Λίγες λέξεις, μα μέσα της κάθε λέξη ήταν δάσος, φορτωμένη μ’ ελπίδες, με τη λαχτάρα να συναντήσει ανθρώπους, με τη βαθιά αίσθηση πως έχει κάτι να δώσει. Να πει. Να μοιραστεί. Στο μυαλό της εικόνες έπαιζαν σαν φωτογραφικό φιλμ: ένα άγγιγμα στον ώμο, ένα βλέμμα που κρατάει λίγο παραπάνω, μια συζήτηση στο μισοσκόταδο μιας στάσης λεωφορείου. Μικρές γενναίες στιγμές, απολογίες αγάπης. Η μια πίσω απ’ την άλλη.
Και τότε κάτι ακούστηκε, μια σκέψη της παρασύρθηκε και μίλησε δυνατά. Χτύπησε και το κινητό. Όχι, δεν τα φαντάστηκε.
Έκλεισε το παράθυρο. Με προσοχή αυτή τη φορά. Τράβηξε και τις κουρτίνες. Όχι με θυμό, μα με εκείνη την αργή τελετουργική κίνηση της αποδοχής. Τα φωτογραφικά καρέ σκορπίστηκαν. Οι άνθρωποι βγήκαν απ’ το μυαλό της και διαλύθηκαν στον αέρα σαν ψίχουλα από μπαγιάτικο ψωμί.
Κάθισε στην καρέκλα ξανά. Το τετράδιο την περίμενε. Το φλιτζάνι είχε πλέον κρυώσει εντελώς. Για λίγο είχε νιώσει πως ξεχρέωσε. Με τις ελπίδες. Με τον κόσμο. Με τις λέξεις της. Αλλά για λίγο.