Χάρτης 91 - ΙΟΥΛΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-91/metafrash/ti-na-fame-ti-na-pioyme-kai-ti-na-afisoime-ghia-dilitirio
Ι.
Μόνο τώρα, την άνοιξη, αποκτά όνομα το μέρος:
λιριόδεντρο, ασφόδελος, αγριομηλιά,
κρανιά, μπουμπούκια ροζοπράσινα, λευκοπράσινα, κίτρινα
όσο τα ξέρω. Έναν χειμώνα ολόκληρο είχα χαθεί.
Το φθινόπωρο, βρέθηκα εδώ, δίχως γνώριμη
υφή στα δάχτυλά μου. Έπειτα, χειρότερα, η λευκή λαχτάρα
μας έριξε στα βαθιά τρεις μήνες. Δίχως τη ζεστασιά των ανθών.
Αυτός ήταν ο χειμώνας. Μα τώρα, την άνοιξη, τα μπουμπούκια
πλημμυρίζουν τα δέντρα μας. Δέκα εκατομμύρια υπέροχα μπουμπούκια,
μικροσκοπικά και βροντόφωνα, με φουντωμένα τα πεταλωτά φτερά τους,
ουρλιάζοντας απ’ τα κατάχλομα κλαδιά ζωηρές
κλίμακες, τις χορδές του ανοιξιάτικου θριάμβου: καρδιά-γροθιά,
κρανιά· κούπα, δέντρο· σταγόνες κρασιού, αγριομηλιά.
Το τραγούδι είναι ποτό, είναι χρώμα. Έλα. Τώρα. Γεύσου.
ΙΙ.
Το τραγούδι είναι ποτό, είναι χρώμα. Έλα τώρα, γεύσου
τι έχει να σου προσφέρει ο κόσμος. Σαν φας
θα μάθεις ότι η μουσική παίρνει μορφές—
τόλμη της λαγκεστρέμιας, γλύκα του ασφόδελου—
πέρα από τον ήχο, μορφές που ποτέ δε σου ‘παν
ότι είναι αληθινές. Και δεν είναι. Μόνο που είναι
τόσο αληθινές τώρα, αυτήν την άνοιξη, τις ξέρεις, γεύσου τες.
Πράσινα σαν λαχανίδα, τα τραγούδια της άνοιξης, λαμπερή σαν κρασί,
η μουσική. Τα πρόσωπα της εποχής αυτής γελούν
με πρόδηλη λαγνεία—βλέπεις τα χαμόγελα
ν’ ανοίγουν σε κάθε κλαδί;— μέχρι που χαμογελάς, κι εσύ.
Ξέφρενο καρναβάλι χρωμάτων, καρναβάλι
ευωδιάς. Τρεκλίζουμε στους δρόμους, μεθυσμένοι πια
από του δέντρου την κούπα. Σταγόνες κρασιού: αγριομηλιά.
ΙΙΙ.
Από του δέντρου την κούπα, σταγόνες κρασιού. Η αγριομηλιά
λάμπει με ζήλεια για να αναμετρηθεί. Αλλά απότον βαθύ λεκέ της αγριομηλιάς, το λιριόδεντρο
μαθαίνει την ταπεινότητα. Να κοκκινίζει μόνο, μαθαίνει το δέντρο,
απαλά. Ποτέ να μην φουντώνει τόσο σκουρόχρωμη φωτιά
στον πυρήνα. Το λιριόδεντρο θέλει να ‘ναι
ελαφρύ κάτω από το φύλλο, ποτέ, όπως η αγριομηλιά,
βαριά κάτω από ξινά φρούτα. Ποτέ φορτωμένο.
Οπότε η λίρια χύνει μια στάλα κρασί
στην κούπα της, ενώ η αγριομηλιά, ανεξέλεγκτη,
φέρεται σαν να ‘ταν το κορμί της συντριβάνι.
Αν είναι να χύσει κρασί πάνω σου, άφησέ την.
Ξεδιάντροπα, φυτεύει τους σπόρους της, και μοιράζει,
σ’ όλους τους δρόμους, ηλιόλουστες προσκλήσεις.
ΙV.
Σ’ όλους τους δρόμους-ηλιόλουστες προσκλήσεις.
Ρούφα τες. Κατάπιε τες. Φα’ τες ολάκερες. Έτσι πρέπει,
να μη χορταίνεις. Σε φωνάζει το φως
και ακολουθείς επειδή θέλεις να γευτείς,
επειδή θέλεις να σε υποδεχτεί μέσα του
ο κωδικός για το χρώμα εκείνο: κόκκινο για τη δίψα· πράσινο
για την πείνα· ροζ, ένα φιλί· και λευκό, λέρωσέ με
τώρα. Λέρωσέ με με το άγγιγμα. Έτσι;
Όχι; Όχι, λες, δεν εννοούσες αυτό. Δεν το
εννοούσες καθόλου; Συγγνώμη. Συγχώρα με, σε παρακαλώ.
Το χέρι σου απλωνόταν, τραβούσε το πουκάμισο
των λουλουδιών και πίστεψα, θαρρώ πως πίστεψα
ότι πεινούσες για κάτι όμορφο.
Έλα τώρα. Το φως εδώ μπορεί να σε χορτάσει.
V.
Έλα. Το φως εδώ μπορεί να σε χορτάσει,
αλλά αύριο; Ποιος ξέρει τι θα φέρει
το αύριο. Έτσι είναι, εδώ, την άνοιξη.
Πριν τέσσερις μέρες, η κρανιά ήταν μια γροθιά
εν ώρα διαμαρτυρίας. Κοίτα τώρα. Μέχρι κι αυτή ξετυλίγεται
στην ηδονή της εποχής. Μην
ντρέπεσαι για σένα. Μην. Συμβαίνει
σε όλο τον κόσμο. Πετάξαμε την κουβέρτα.
Ξεγυμνωθήκαμε και μάθαμε να μας αγαπάμε.
Σου λέω, μην ντρέπεσαι. Υπάρχει κάτι πιοαχαλίνωτο από τη λαγκεστρέμια που χορεύει;
Εκείνη ντρέπεται; Μα, ακόμη και η κρανιά,
του Θεού το ενάρετο δέντρο, ξεχειλίζει από λαγνεία
όπως εκρήγνυται κάθε άνοιξη με φως.
VI.
Όπως εκρήγνυται κάθε άνοιξη με φως,
σε φέρνω κοντά μου. Αναρωτιέμαι, ξέρεις
πόσο καιρό ήθελα να είμαι εδώ; Κάθε χρόνο
με αρπάζεις, με σηκώνεις, με φέρνεις μέσα.
Η χαρά είναι το σώμα του ασφόδελου
που αγγίζει δεμένα δάχτυλα μέσα στη μέρα, αισθάνεται
το τρομπετίσιο της πάθος σε χορωδία στον αέρα
με καυτό, χρωματιστό τραγούδι. Αυτή είναι μια υφή
που αγαπώ. Αυτή είναι η ζωή. Και εσύ, με αγαπάς,
εισπνέεις όλο μου το είναι κάθε άνοιξη. Πάει
ο χειμώνας, στόκος βαρύς με το παγωμένο του σώμα
έπεσε στο κρεβάτι μου. Πρέπει να σε αφήσω, αλλά
θα περιμένω πέρα απ’ τη ζέστη, το φθινόπωρο, το ψύχος για να σε ακούσω να φωνάζεις:
Ξύπνησαν οι ασφόδελοι. Θεέ μου, τι ομορφιά!
VII.
Ξύπνησαν οι ασφόδελοι, Θεέ μου! Τι ομορφιά
ξεχύθηκε απάνω μας εχτές το βράδυ. Κι αν
κοιμηθώ ξανά, θα ξυπνήσω μ’ ένα ακόμη πιο ηχηρό
άνθισμα, τη συμφωνία που ξεσπά στους
τοίχους του θερμοκηπίου, και μες στον κόσμο: μουσική.
Κάτι σαν την επιστροφή των πουλιών, κάθε πρωινού
κρεσέντο που αναρριχάται στον πιο φωτεινό του τόνο,
χρώματα ξετυλίγονται, πέταλα δελεάζουν.
Το τραγούδι, το χρώμα, η ξεσηκωμένη έκσταση
της άνοιξης. Θεέ μου. Τι ομορφιά. Αυτό, αυτό
είναι που ζητούσα. Όλη μου η ζωή είναι εδώ
στον δίχως όνομα πυρήνα— κρανιά, ασφόδελος,
λιριόδεντρο, αγριομηλιά, λαγκεστρέμια —
μόνο τώρα, την άνοιξη, αποκτά όνομα το μέρος.