Χάρτης 91 - ΙΟΥΛΙΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-91/metafrash/ksekhasmeno-taksidi-oi-vryses
____________
Σιλβίνα Οκάμπο
Αργεντινή συγγραφέας και ποιήτρια (1903-1993), η Silvina Ocampo θεωρείται σήμερα μια από τις πιο σημαντικές φιγούρες των λογοτεχνικών γραμμάτων της Αργεντινής, έχοντας τιμηθεί για το έργο της με σημαντικές διακρίσεις (Δημοτικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 1954· Εθνικό Βραβείο Ποίησης το 1962· Μεγάλο Τιμητικό Βραβείο της Ένωσης Αργεντινών Συγγραφέων, το 1992· Βραβείο Konex, το 1984). Ήταν σύζυγος του συγγραφέα Αδόλφο Μπιόι Κασάρες (Adolfo Bioy Casares) και στενή φίλη του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, οι τρεις τους αποτέλεσαν τον πυρήνα μιας εκ των πιο επιδραστικών ομάδων της αργεντίνικης διανόησης, συνδυάζοντας τον ευρωπαϊκό κοσμοπολιτισμό των αρχών του εικοστού αιώνα με την εθνική λογοτεχνική παράδοση της χώρας τους. Αλλά, παρά την πρωτοτυπία του έργου της, το όνομά της έμεινε στη σκιά. Όντας το τελευταίο παιδί μιας πολυμελούς, αριστοκρατικής οικογένειας (ήταν νεότερη αδελφή τής σπουδαίας διανοούμενης Βικτόρια Οκάμπο, εκδότριας του σημαντικού λογοτεχνικού περιοδικού Sur), η Σιλβίνα Οκάμπο περνούσε πολλές μοναχικές ώρες ή υπό την αυστηρή επιτήρηση νταντάδων, εκδηλώνοντας από νωρίς ένα ανήσυχο και καλλιτεχνικό πνεύμα. Τα πρώτα της βήματα την οδήγησαν στο Παρίσι όπου σπούδασε ζωγραφική και σχέδιο πριν ασχοληθεί με τη συγγραφή. Εκεί, ήρθε σε επαφή με το αναδυόμενο τότε κίνημα του σουρεαλισμού, κυρίως μέσω των δασκάλων της Τζόρτζιο ντε Κίρικο και Φερνάντ Λεζέρ. Μετά την επιστροφή της στην Αργεντινή στράφηκε προς το γράψιμο, αναπτύσσοντας ένα προσωπικό στυλ ανεξάντλητης φαντασίας, γεμάτο περίτεχνες επινοήσεις. Έχοντας για ήρωες μικρά παιδιά και υιοθετώντας ένα ύφος παιδικής αθωότητας, οι ιστορίες της Οκάμπο, συχνά παραμορφωτικοί καθρέφτες των δικών της παιδικών αναμνήσεων, υφαίνουν έναν κόσμο ονειρικό και αλλόκοτο γεμάτο μυστήριο που οδηγεί, μοιραία και αναπόφευκτα, στη ρήξη με την καθημερινότητα. Έτσι, στον απόηχο του «λογοτεχνικού nonsense» που καθιέρωσαν οι Λιούις Κάρολ και Κάθριν Μανσφιλντ, το έργο της Σιλβίνα Οκάμπο κατέχει εξέχουσα θέση στη σφαίρα της λογοτεχνίας του φανταστικού.
Το διήγημα «Ξεχασμένο ταξίδι» (Viaje olvidado), το οποίο μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, ανήκει στην ομώνυμη συλλογή διηγημάτων που εκδόθηκε το 1937 και αποτελεί το πρώτο έργο της Σιλβίνα Οκάμπο. Παρά τις αρχικές αρνητικές κριτικές που έλαβε η συλλογή, το βιβλίο θεωρήθηκε μετέπειτα θεμελιώδους σημασίας για το σύνολο του έργο της συγγραφέως, καθώς σ’ αυτό εμφανίζονται για πρώτη φορά τα χαρακτηριστικά μοτίβο και θέματα τα οποία ανέπτυξε και τελειοποίησε σε μεταγενέστερα βιβλία.
Θα ακολουθήσουν οι ποιητικές συλλογές Enumeración de la patria, Espacios métricos, Los sonetos del jardín, Los nombres (Β΄ βραβείο εθνικού διαγωνισμού ποίησης, 1953), Lo amargo por dulce (Α΄ βραβείο εθνικού διαγωνισμού ποίησης, 1962), συλλογές διηγημάτων καθώς και βιβλία για παιδιά. Με τον Μπιόι Κασάρες η Σιλβίνα Οκάμπο συνυπέγραψε το μυθιστόρημα Όποιος αγαπάει, μισεί (Los que aman, odian), το 1946, ενώ από κοινού με τους Μπιόι και Μπόρχες συνεπιμελήθηκαν την περίφημη Ανθολογία Φανταστικής Λογοτεχνίας (Antologia de la literatura fantastica), το 1940, καθώς και μία ανθολογία αργεντίνικης ποίησης, την επόμενη χρονιά.
Ξεχασμένο ταξίδι
Ήθελε να θυμηθεί τη μέρα που γεννήθηκε και από την πολλή προσπάθεια συνοφρυωνόταν τόσο ώστε κάθε λίγο και λιγάκι οι μεγάλοι την διέκοπταν για να της πουν να μην ζαρώνει το μέτωπό της. Έτσι, δεν κατάφερνε ποτέ να φτάσει ώς την ανάμνηση της γέννησής της.
Τα παιδιά πριν γεννηθούν φυλάσσονταν σ’ ένα μεγάλο κατάστημα του Παρισιού, οι μητέρες τα παράγγελναν και τους τα έστελναν, αν και μερικές φορές πήγαιναν οι ίδιες ώς εκεί και τα αγόραζαν. Εύχονταν να μπορούσε να δει πώς ξετύλιγαν το πακέτο και άνοιγαν το κουτί στο οποίο βρίσκονταν τυλιγμένα τα μωρά, δεν έφτανε όμως ποτέ αρκετά εγκαίρως στα σπίτια των νεογέννητων. Κατέφταναν όλα καταϊδρωμένα απ’ το ταξίδι, μετά βίας μπορούσαν ν’ αναπνεύσουν μέσα στην κούτα, γι’ αυτό ήταν πάντα τόσο κόκκινα και έκλαιγαν ασταμάτητα τεντώνοντας τα δάχτυλα των ποδιών.
Εκείνη με τη σειρά της, είχε γεννηθεί στο πάρκο του Παλέρμο ένα πρωί που έφτιαχνε φωλιές για τα πουλιά. Δεν θυμόταν να είχε βγει από το σπίτι εκείνη τη μέρα, είχε την αίσθηση πως είχε πραγματοποιήσει ένα ταξίδι δίχως να έχει επιβιβαστεί σε καμιά μηχανή ή αυτοκίνητο, ένα ταξίδι γεμάτο μυστηριώδεις σκιές και να είχε ξυπνήσει σ’ ένα μονοπάτι μέσα σε δέντρα που ανέδυαν ένα άρωμα βελανιδιάς φτιάχνοντας φωλιές για τα πουλιά. Τα μάτια της Μικαέλας, της νταντάς της, την ακολουθούσαν παντού σαν φρουροί. Η κατασκευή των φωλιών αυτών δεν ήταν εύκολο πράγμα, αποτελούνταν από πολλά δωμάτια: ήταν απαραίτητο να έχουν υπνοδωμάτιο και κουζίνα.
Την επόμενη μέρα, όταν επέστρεψε στο πάρκο, έψαχνε τις φωλιές στο μονοπάτι με τις βελανιδιές. Δεν είχε απομείνει καμιά. Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα όταν η νταντά τής είπε: «Τα πουλάκια ανέβασαν τις φωλιές πάνω στα δέντρα, γι’ αυτό είναι τόσο χαρούμενα σήμερα το πρωί». Η αδερφή της όμως που είχε τη σκληράδα των τριών χρόνων κατά τα οποία ήταν μεγαλύτερη, γέλασε, της έδειξε με το κεντημένο της γάντι τον κηπουρό του πάρκου, ο οποίος ήταν μονόφθαλμος και σκούπιζε το δρόμο με μια σκούπα από ξερόκλαδα. Μπλεγμένη μέσα στα ξερά φύλλα διακρίνονταν η τελευταία φωλιά. Κι εκείνη ένιωσε εκείνη την στιγμή την παρόρμηση να ριχτεί κατά πάνω της όπως όταν άκουγε τον θόρυβο από τις αιώρες στον κήπο του σπιτιού της.
Κι ύστερα από εκείνη τη μέρα ο καιρός πέρασε, απομακρύνοντάς την οριστικά από τη γέννησή της. Σε κάθε ανάμνηση ήταν και μια παιδούλα διαφορετική, κι ας είχε σε όλες το ίδιο πρόσωπο. Κάθε χρόνος που έκλεινε, όλο και περισσότερο μεγάλωνε ο κύκλος από παιδούλες τα χέρια των οποίων δεν έφταναν πια να τυλίξουν τη μέση της.
Ώσπου μια μέρα που έπαιζε μέσα στο αναγνωστήριο, η κόρη του Γάλλου σοφέρ τής είπε στυγνά, με λόγια γεμάτα αίμα: «Τα παιδιά που γεννιούνται δεν έρχονται από το Παρίσι» και κοιτώντας γύρω της σαν για να δει αν οι πόρτες είχαν αφτιά, είπε χαμηλά, πιο δυνατά κι από ότι αν είχε μιλήσει δυνατά: «Τα παιδιά βρίσκονται μέσα στις κοιλιές των μανάδων τους κι όταν γεννιούνται βγαίνουν από τον αφαλό», και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλα λόγια σκοτεινά σαν αμαρτίες ανέβλυσαν απ’ το στόμα της Ζερμέν, η οποία τα πρόφερε απτόητη.
Από τότε άρχισαν να γεννιούνται συνεχώς παιδιά. Ποτέ πριν δεν είχαν γεννηθεί τόσα παιδιά στην οικογένεια. Οι γυναίκες είχαν στις κοιλιές τους κάτι τεράστια μπαλόνια και κάθε φορά που οι μεγάλοι μιλούσαν για κάποιο καλοκάγαθο νεογέννητο, ένιωθε ολόκληρο το πρόσωπό της να φλογίζεται κι έσκυβε το κεφάλι κάνοντας πως ψάχνει κάτι στο πάτωμα, ένα δαχτυλίδι, ένα μαντήλι που δεν είχε πέσει κάτω. Και τα βλέμματα όλων στρέφονταν πάνω της σαν φώτα φωτίζοντας την ντροπή της.
Ένα πρωί, φρεσκομπανιαρισμένη, κοιτώντας το νερό να στροβιλίζεται μες στο σιφόνι του μπάνιου όσο η νταντά την στέγνωνε τυλίγοντας την μες στην πετσέτα, εξομολογήθηκε γελώντας το τρομερό μυστικό της στη Μικαέλα. Η νταντά θύμωσε πολύ και την καθησύχασε λέγοντας της και πάλι ότι τα μωρά έρχονταν από το Παρίσι. Μια μικρή ανακούφιση την διαπέρασε.
Όταν όμως έρχονταν το βράδυ, μια δυσφορία που μπλέκονταν με τους θορύβους του δρόμου καταλάμβανε το κορμί της. Τη νύχτα δεν μπορούσε να κοιμηθεί, όσες φορές κι αν την φιλούσε η μαμά της πριν πάει στο θέατρο. Τα φιλιά είχαν χάσει τη γλύκα τους.
Κι ήταν μετά από πολλές μέρες και πολλές ώρες, μαύρες και ατελείωτες, όπως τις σήμανε το μεγάλο ρολόι της κουζίνας, διασχίζοντας τους έρημους διαδρόμους του σπιτιού, κρυμμένη πίσω από πόρτες δωματίων γεμάτα ενηλίκους που ψιθύριζαν εκμυστηρεύσεις, όταν η μητέρα της την κάθισε πάνω στα γόνατά της μπροστά στο μπουντουάρ και της είπε ότι τα παιδιά δεν έρχονταν από το Παρίσι. Της μίλησε για λουλούδια και για πουλιά κι όλα μπλέκονταν με τα φριχτά μυστικά της Ζερμέν. Εκείνη όμως επέμενε απελπισμένα να λέει ότι τα παιδιά έρχονταν από το Παρίσι.
Την επόμενη στιγμή, όταν η μητέρα τής είπε ότι θα άνοιγε το παράθυρο και το άνοιξε πράγματι, το πρόσωπό της ήταν εντελώς διαφορετικό κάτω από το καπέλο με τα φτερά που φορούσε: Ήταν αυτό μιας άγνωστης κυρίας που είχε έρθει για επίσκεψη. Το παράθυρο έμοιαζε πιο κλειστό απ’ όσο ήταν πριν κι όταν η μητέρα είπε ότι ο ήλιος ήταν υπέροχος, είδε τον ουρανό μαύρο σαν της νύχτας και δεν τραγουδούσε ούτε ένα πουλί.
1936
Οι βρύσες
Έχω ένα σιντριβάνι με βρυσούλες από τις οποίες πέφτουν μικρές σταγόνες πάνω σε μια επιφάνεια νερού που έχει το μέγεθος μιας όστιας. Τις ακούω κάθε βράδυ, την ώρα του φαγητού και το ξημέρωμα, όταν δεν μπορώ να κοιμηθώ. Μ’ ένα κλειδάκι, μπορεί να ρυθμίσει κανείς το ύψος της βρύσης και την ταχύτητα των σταγόνων. Αυτό είναι πολύ χρήσιμο γιατί, καθώς πρόκειται για ένα είδος μουσικής, θα ήταν μονότονο αν διατηρούσαν πάντα τον ίδιο ρυθμό. Χάρη σ’ έναν μηχανισμό που βρίσκεται κολλημένος στη βάση του σιντριβανιού, αν κάποιος δεν ξεχνά να το γεμίζει νερό όταν αυτό εξατμίζεται, οι βρύσες στάζουν αδιάκοπα.
Μερικές φορές, στη διάρκεια των γευμάτων, όταν κάποια από τις πόρτες είναι κλειστή ή έχουν βάλει μουσική σε άλλο δωμάτιο του σπιτιού, ο Μπόρχες ρωτάει:
― Τι έγινε; Δεν ακούγεται…
Κοιταζόμαστε σιωπηλοί προσπαθώντας ν’ αφουγκραστούμε καλύτερα, πέρα από την κλειστή πόρτα ή την μουσική, και ξέρουμε, δίχως να χρειάζεται να αναφερθούμε σ’ αυτές, ότι περιμένουμε ν’ ακουστούν οι σταγόνες. Κάποιος είπε μια φορά:
― Γιατί δεν φωνάζετε έναν υδραυλικό;
Η ερώτηση ήταν ακατάλληλη. Στ’ αλήθεια πίστευε πως έλειπε κανένα λαστιχάκι; Κοιτάξαμε την συνδαιτημόνα μας με μίσος. Αν είχε ακούσει τις βρύσες να στάζουν, θα έπρεπε να το είχε τουλάχιστον εκτιμήσει! Περιφρονούσε το σιντριβάνι, τις σταγόνες νερού που έπεφταν… αυτή που έπαιζε στο πιάνο τόσες μελωδίες που μιμούνταν τον ήχο του νερού! Σοπέν, Λιστ, Ραβέλ, Ντεμπισί.
Είναι αλήθεια πως μερικές φορές το μουρμουρητό των σταγόνων μετά βίας ακούγεται κι ο απροετοίμαστος επισκέπτης θα αποθέσει την προσοχή του σε άλλα πράγματα λιγότερο σημαντικά, όπως στον διάλογο, τον μονόλογο, τη μουσική από κάποιο δίσκο ή τη χαρά που πηγάζει από ένα γεύμα με τη συντροφιά φίλων. Υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες να τις ακούσεις κανείς, κι ας έχουν αφήσει γι’ αυτό το λόγο τις πόρτες ανοιχτές η Μάρτα και ο Ροδόλφος. Παρόλα αυτά, μια μέρα που είχε έρθει στο σπίτι μας η Νόρα, είμαι σίγουρη πως τις άκουσε. Δεν είπε τίποτα, ξαφνικά όμως σιώπησε σαν να είχε μπει μες στην τραπεζαρία μια κίτρινη πεταλούδα αναζητώντας το φως. Είναι σίγουρο ότι ο Μπόρχες θα της είχε πει:
― Άκουσέ τες, αλλά μην πεις τίποτα.
Αν δεν υπήρχε αυτό το σιντριβάνι, πώς θα μπορούσε να ξέρει κανείς ότι εγώ ταξίδεψα, ότι έφτασα μέχρι τα πέρατα του Θιβέτ, σε περιοχές που είναι άγνωστες; Ούτε εγώ η ίδια δεν θα το πίστευα, γιατί τα ταξίδια είναι σαν όνειρα.
Αυτό το σιντριβάνι είναι η πιο απτή ανάμνηση που διατηρώ από ένα μέρος της Ανατολής στο οποίο δεν μπόρεσα να φτάσω ποτέ, στο οποίο ίσως να μην μπόρεσε να φτάσει κανείς, η μουσική του οποίου όμως ήρθε ως τ’ αφτιά μου, οξυμένη καθώς είχα, από περιέργεια και κούραση, την αίσθηση της ακοής. Φαντάστηκα κήπους τους οποίους διέτρεχαν λαβύρινθοι. Τα μυστικά εκείνου του τόπου μου αποκαλύφθηκαν αργά μέσα σ’ ένα κουβάρι από αμφιβολίες, ημερομηνίες και στοιχεία αόριστα που δεν συνέπιπταν απόλυτα μεταξύ τους ποτέ, από τα λόγια κατοίκων της περιοχής, που δεν έχουν καν ονόματα και ζουν στην περιφέρεια εκείνου του τόπου στον οποίο βρίσκουν καταφύγιο τα πουλιά και οι σκύλοι που προσπαθούν να ξεφύγουν από εκείνον τον διεισδυτικό ήχο, όμοια με καταρράκτη, αυτών των σταγόνων που πέφτουν δίχως σταματημό από τις βρύσες, ο αριθμός και το σχήμα των οποίων δεν έχουν ακόμα αποκαλυφθεί. Το πιο αξιοπερίεργο απ’ όλα είναι ότι τα ίδια αυτά πουλιά τραγουδούν τη μουσική από τις βρύσες και τα σκυλιά, όχι λιγότερο αξιοθαύμαστα, αλυχτούν στο ρυθμό της τις νύχτες με φεγγάρι. Ακόμα κι οι πέτρες και ορισμένοι βράχοι φέρουν στην επιφάνεια τους χαραγμένο με ακρίβεια το σχήμα μιας σταγόνας, το οποίο δεν συγχέεται ποτέ μ’ αυτό από ένα δάκρυ.
Μου μίλησαν ακόμη για ένα δέντρο με τριχωτά φύλλα που ονομάζεται «γκριφοφόρμε» το οποίο ιδρώνει κάνοντας να πέφτουν αδιάκοπα σταγόνες από τις τρίχες των φύλλων.
Αγόρασα καρτ-ποστάλ, χάρτες, σχεδιαγράμματα της περιοχής, πουθενά όμως δεν εμφανιζόταν το μέρος αυτό. Θυμήθηκα τους υγρούς και ζεστούς κήπους του Τίβολι όπου μια μέρα έχασα τις αισθήσεις μου στο Viale delle Cento Fontane. Τι μικροσκοπικοί που μου φαίνονταν! Να είναι άραγε το μέρος αυτό όπως εκείνο, προορισμένο για την απόλαυση; Ο νους μου πήγε στον Οράτιο, τον Προπέρτιο, τον Κάτουλλο. Όχι, δεν θα μπορούσε να συγκριθεί το ένα μέρος με το άλλο. Κι ακόμη, επρόκειτο πράγματι για κήπο;
Πού να βρίσκεται ο Ναός με τις Βρύσες; Δεν έχω κάποιο λόγο που το αποκαλώ ναό, παρά μόνο εξαιτίας του θρησκευτικού σεβασμού που ξυπνά μέσα μου το τελετουργικό με τις βρύσες, το οποίο ούτε καν ξέρω αν μπορεί κανείς να το αποκαλέσει τελετουργικό.
Αυτός ο ναός που εγείρεται τώρα στη φαντασία μου, θα μπορούσε να ήταν ένας πύργος, η σκηνή ενός θεάτρου, μια τεράστια αχυραποθήκη, ένα τσίρκο, ένα είδος περιστεριώνα, ή ακόμη, μια σπηλιά, τεχνητή ή φυσική, σκαλισμένη στο βράχο, στα πόδια κάποιου καταρράχτη το πιθανότερο, μια πέργκολα πλεγμένη από διαλεχτά φύλλα δέντρων. Οποιαδήποτε από αυτές τις κατασκευές, τεχνητή ή φυσική, πού να βρίσκεται; Να σχηματίζει, άραγε, μια πόλη; Να βρίσκεται στο εσωτερικό κάποιου δάσους; Ή σε μια όαση περιτριγυρισμένη από φοίνικες; Ή μήπως στην κορυφή ενός βουνού ή μέσα σε μια χαράδρα, μακριά απ’ τον ήλιο, μέσα από την οποία μετά βίας διαφαίνονται τ’ άστρα; Ή σ’ έναν απλό κήπο;
Το μόνο βέβαιο, ή τουλάχιστον αυτό που πλησιάζει περισσότερο στην βεβαιότητα, είναι ότι το μέρος αυτό βρίσκεται στην Κίνα, στα σύνορα με την Μογγολία, κι ότι οι αιώνες που έχουν περάσει από τα τείχη του, αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν τείχη, είναι άπειροι. Κανείς δεν γνωρίζει πώς χτίστηκε, αν υποθέσουμε ότι έχει χτιστεί, ένα κτίσμα τόσο τέλειας ακουστικής, ούτε πώς σχηματίστηκε, αν υποθέσουμε πως είναι φυσικής προέλευσης, αυτό το σύμπλεγμα από βρύσες από το οποίο οι σταγόνες πέφτουν αιώνια, ούτε ποια ήταν τα πρώτα τελετουργικά, ούτε ποια είναι η προέλευσή τους.
Στις ερωτήσεις μου απάντησαν με δυσκολία και καχυποψία, με τον δείκτη πάνω στα χείλη ύστερα από κάθε λέξη που πρόφεραν. Κάποιος είπε ότι το νερό προερχόταν από το λιώσιμο των πάγων. Κάποιος άλλος, ότι ήταν το νερό της αυγής. Άλλος, ότι ήταν ιδρώτας των εργατών. Άλλος, ότι ήταν ιδρώτας των στοχαστών. Κι ένας άλλος μου είπε ότι ήταν δάκρυα.
Άκουσα τόσες αναληθείς λεπτομέρειες σχετικά με το μυστήριο του νερού που τροφοδοτούσε τις βρύσες ώστε απογοητεύτηκα και δεν προσπάθησα άλλο να διεισδύσω στον πυρήνα της ουσίας του, η οποία γινόταν όλο και πιο θολή μέσα από τις μυστικές, αντιθετικές και σχοινοτενείς εξηγήσεις. Περιορίστηκα ν’ ακούω μόνο όσα μου έλεγαν. Μου είπαν ότι με το πέρασμα του χρόνου μέσα από κάθε ήχο ανέβλυζε μια λέξη κι ότι ο αριθμός των λέξεων που είχαν βγει από τις βρύσες ήταν ανυπολόγιστος, δεδομένου ότι ο ρυθμός τροποποιούσε τις λέξεις. Μου είπαν ακόμη ότι πάνω σε κάθε σταγόνα υπήρχε ένα πρόσωπο με το στόμα ανοιχτό, ανθρώπου ή ζώου, που προέβλεπε τα μελλούμενα (αυτό φάνηκε πολύ παράξενο στον Μπόρχες γιατί του θύμιζε τρομακτικά κινούμενα σχέδια).
Είναι φορές που δεν τολμώ καν να τα σκεφτώ αυτά γιατί φοβάμαι κι αν δεν ήταν επειδή βλέπω μπροστά μου το σιντριβάνι, θα πίστευα ότι τα είδα σε όνειρο. Διακρίνω μέσα στη μνήμη μου, φορώντας ένα ψάθινο καπελάκι, ένα πλάσμα να φτάνει μ’ ένα καλάθι που μοιάζει γεμάτο με φρούτα προς πώληση. Αυτό το πλάσμα έρχεται προς το μέρος μου και μέσα από τα μισάνοιχτα χείλη που φανερώνουν κάτι δόντια αψεγάδιαστα, αναπαράγει χτυπώντας τη γλώσσα του στον ουρανίσκο, γεμίζοντας το στόμα του με μικρές φουσκάλες σάλιου, εκείνους τους ήχους, φερμένους λες απ’ τον άνεμο, του τόπου που βρίσκονται οι βρύσες. Αν τα πουλιά τραγουδούσαν τη μελωδία τους και τα σκυλιά την αλυχτούσαν, γιατί να μην μπορεί να κάνει το ίδιο κι ένα ανθρώπινο πλάσμα; Τον ρώτησα, περισσότερο με τα μάτια, μετά βίας με λέξεις –δεν μιλώ τη γλώσσα!‒ το νόημα αυτών των ήχων. Αλλάζει τότε ρυθμό και μελωδία, πέφτει στο χώμα μπρούμυτα, σαν να μπορούσα να καταλάβω και μου αφήνει στο χέρι το σιντριβανάκι. Φοβούμενος μήπως μου πέσει, παίρνει το αριστερό μου χέρι και το τοποθετεί κάτω από το σιντριβάνι έτσι ώστε να το κρατήσω και με τα δυο μου χέρια.
Για μερικά δευτερόλεπτα ακούω το θρόισμα από το χρυσό ψαθάκι του καπέλου του, καθώς απομακρύνεται.
( Από τη συλλογή διηγημάτων Los días de la noche, 1970 )