Χάρτης 92 - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-92/klimakes/i-mpel-epok-toi-mpanioi
Η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση δημόσιου μπάνιου στην Ελλάδα ήταν γύρω στο 350 π.Χ. Εκατό πενήντα χρόνια αργότερα, στη Ρώμη, η δημοτικότητα της κολύμβησης έφτασε στο απόγειό της. Ένα ψηφιδωτό σε μια σικελική βίλα απεικονίζει νεαρά κορίτσια σε μια παραθαλάσσια τοποθεσία, ντυμένα με ρούχα που μοιάζουν εντυπωσιακά με το σύγχρονο μπικίνι. Μετά την παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ωστόσο, η κολύμβηση έπαψε να είναι της μόδας και αποσύρθηκε από το προσκήνιο. Έκτοτε, κύλησε πολύ θαλασσινό νερό στο αυλάκι, μέχρι να κάνουν οι κολυμβητές την επανεμφάνισή τους γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα.

Το μπάνιο δεν ήταν πάντα μια επιθυμητή δραστηριότητα, ειδικά στα ψυχρότερα κλίματα. Η θάλασσα προκαλούσε φόβο, τα συντρίμμια των ναυαγίων στις ακτές σήμαναν συναγερμό και ένα απλό περπάτημα στην παραλία θεωρούνταν σε ορισμένα μέρη επικίνδυνο εγχείρημα. Η μεγάλη έκρηξη της κολύμβησης σημειώθηκε το 1752, όταν ο Βρετανός γιατρός Ρίτσαρντ Ράσελ δημοσίευσε μια διατριβή για τις ωφέλειες του θαλασσινού νερού, με το σύνθημά του «Η θάλασσα ξεπλένει όλα τα κακά της ανθρωπότητας» να γνωρίζει μεγάλη δημοσιότητα. Οι πιο εύποροι άρχισαν να επισκέπτονται τις ακτογραμμές αναζητώντας τις καλύτερες παραλίες – αμμώδεις, προστατευμένες από ανέμους κ.λπ. – ενώ επιχειρηματίες ξεκίνησαν να χτίζουν εκεί θέρετρα. Την τάση ενίσχυσε ένας άλλος Βρετανός γιατρός, ο Γουίλιαμ Μπιουκάναν, όταν, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, δημοσίευσε ένα λαϊκό ιατρικό οδηγό, προωθώντας την πρακτική του θαλάσσιου μπάνιου. Η πίστη του στις θεραπευτικές ιδιότητες συνέχισε να επηρεάζει τους ανθρώπους μέχρι την τελευταία εκτύπωση του βιβλίου, εκατό χρόνια αργότερα.
Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, οι χαρές (και οι χάρες) του θαλάσσιου μπάνιου προσφέρονταν μόνο σε ντόπιους των παράκτιων περιοχών και σε όσους ήταν αρκετά πλούσιοι για να ταξιδεύουν μέχρις εκεί με την άμαξά τους. Όλα αυτά άλλαξαν με την επέκταση των σιδηροδρομικών δικτύων, στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν οι νέες γραμμές με προορισμό τις παράκτιες περιοχές είχαν φτηνότερο εισιτήριο. Με χαρακτηριστική σχολαστικότητα, η βικτωριανή περίοδος μετέφερε τις αρχές της για την κοινωνική διαστρωμάτωση και την επίσημη τάξη πραγμάτων, επιβάλλοντας αυστηρές τελετουργίες συμπεριφοράς και σαφώς καθορισμένους τους ρόλους των δύο φύλων στην παραλία. Μάλιστα, ήταν καθιερωμένη διαδικασία στα περισσότερα θέρετρα να έχουν διαχωρισμένες περιοχές και διαφορετικές ώρες κολύμβησης για τους άνδρες και τις γυναίκες, με τον χρόνο για κάθε φύλο έναρξης και λήξης του μπάνιου τους να ανακοινώνεται με τον ήχο μιας μεταλλικής κόρνας. Υπαίτιοι για τη χωροταξία και τα ωράρια ήταν οι πρώτοι, αφού για τις δεύτερες η γενικότερη αντίληψη ήταν ότι μια καθωσπρέπει και απονήρευτη γυναίκα δεν θα τολμούσε ποτέ να κοιτάξει έναν γυμνό ή μερικώς γυμνό άνδρα.
Τα αυστηρά ήθη και οι στενοί σαν κορσέδες κανόνες ευπρέπειας επέβαλαν την εμφάνιση και τους τρόπους: Απομονωμένες από τους άνδρες, οι γυναίκες έμπαιναν στη θάλασσα φορώντας λινά φορέματα με μολύβδινα βαρίδια στο στρίφωμά τους, για μην ανασηκώνονται στο νερό αποκαλύπτοντας τα ενδότερα. Ήταν μια σαγηνευτική ασυμφωνία της δυτικής κουλτούρας ότι το σπορ που απαιτεί τα λιγότερα ρούχα είχε επιβάλλει τα πιο περίτεχνα βάρη στην ενδυμασία. Τα σχέδια των πρώτων ανδρικών και γυναικείων μαγιό ήταν πολύ διαφορετικά. Στην παραλία, οι άνδρες μπορούσαν να αποβάλουν τον ζοφερό χρωματισμό και τις τραχιές υφές των ρούχων της καθημερινής ζωής, με μια πρωτοφανή, συνήθως ριγέ αμφίεση που προκαλούσε ειρωνικά σχόλια. Αντίθετα, η ενδυμασία μπάνιου της γυναίκας αντιπροσώπευε τον θρίαμβο της μηχανής πάνω στη φύση. Μηχανή, σε αυτή την περίπτωση, ήταν ο κορσές που φορούσαν από μέσα. Κατασκευασμένος με έξυπνο τρόπο για να σφίγγει τη μέση και να αναδεικνύει το στήθος και τους γλουτούς, αποτέλεσε την εφεύρεση μιας εποχής που πίστευε ακράδαντα ότι η γυναίκα όχι μόνο μπορούσε, αλλά και έπρεπε να βελτιώνει την εικόνα της με κάθε τρόπο –οδυνηρό ή μη. Ανεξάρτητα από σωματικό μέγεθος και κιλά, οι κυρίες λαχταρούσαν δαχτυλιδένια μέση, με τη συμβολή του ασφυκτικού κορσέ που διαμόρφωνε την αρχιτεκτονική του σώματός τους. Η ιδανική εικόνα διογκώθηκε αργότερα στο βαγκνερικό καλούπι ενός προτεταμένου πλούσιου μπούστου, που αντισταθμιζόταν από μια κίνηση προς τα πίσω των γοφών και των γλουτών σχηματίζοντας ένα S.
Κατά ειρωνικό τρόπο, ο προκάτοχος του μαγιό, δεν ήταν κάποιο είδος ρούχου. Στην πραγματικότητα, η πρώτη επίσημη στολή μπάνιου δεν ήταν, ένα είδος ένδυσης, αλλά αποτελούσε προϊόν κατασκευής: την επονομασθείσα «μηχανή μπάνιου». Μισό βαγόνι, μισή καμπίνα, αυτή η υβριδική κατασκευή, με δύο πόρτες, μπρος και πίσω, στηριζόταν σε τέσσερις τροχούς και την έσερναν άλογα. Ορισμένα εξελιγμένα μοντέλα διέθεταν και αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες, όπως τοξωτές πόρτες, μικροσκοπικά παράθυρα με κουρτινάκια και κομψές κυρτές στέγες που επέτρεπαν στις γυναίκες να στέκονται όρθιες όταν άλλαζαν ρούχα. Την κατασκευή συμπλήρωνε η έξυπνα σχεδιασμένη «τέντα σεμνότητας» που εφηύρε ο Κουάκερος Τζον Μπιλ το 1753, καλύπτοντας την είσοδο και την έξοδο από την καμπίνα και εμποδίζοντας τα αδιάκριτα (ανδρικά, εννοείται) βλέμματα.
Η μηχανή μπάνιου μετακινούνταν στο νερό με τη βοήθεια ενός αμαξά και του αλόγου του. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή που έδωσε το 1771, στο πικαρέσκο μυθιστόρημα «Η αποστολή του Χάμφρι Κλίνκερ», ο Σκωτσέζος ποιητής και μυθιστοριογράφος Τομπάιας Σόλετ: «Φανταστείτε ένα μικρό ξύλινο θάλαμο στερεωμένο σε ένα καρότσι, με μια πόρτα με σκαλοπάτια σε κάθε άκρο και ένα μικρό πλαϊνό παράθυρο ψηλά. Η γυναίκα ανεβαίνει τα ξύλινα σκαλοπάτια, κλείνεται στο θάλαμο και αρχίζει να γδύνεται. Ταυτόχρονα, ο αμαξάς ζεύει το άλογο από την πλευρά που κοιτάζει τη θάλασσα, σύρει το καρότσι και προχωρά όσο του επιτρέπουν τα αβαθή νερά. Τότε, ανοίγει η πόρτα προς τη θάλασσα και, αθέατη από τον κόσμο της παραλίας, η γυναίκα βυθίζεται στο νερό. Αφού κάνει το μπάνιο της ακολουθεί την αντίστροφη διαδικασία: Ανεβαίνει ξανά στο θάλαμο για να ντυθεί, ενώ το άλογο ζεύεται από τη μεριά που κοιτάζει την παραλία και σύρεται μέχρι εκεί για την αποβίβαση».
Συνδυάζοντας καμπίνα αλλαγής και πλατφόρμα καταδύσεων σε ένα ογκώδες πακέτο, η μηχανή μπάνιου επέτρεπε στις κολυμβήτριες να απολαμβάνουν τα κύματα χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την αξιοπρέπειά τους. Αποτελώντας ήδη παράδοση στις βρετανικές και γαλλικές παραλίες, η μηχανή του μπάνιου ανηφόρησε μέχρι τη Βαλτική Θάλασσα αδιαφορώντας για τις κλιματικές συνθήκες. Σε μια καρτ ποστάλ με προορισμό την Ιταλία, που ταχυδρομήθηκε το 1890 από το νησί Φάρο της Σουηδίας (διάσημο, μετέπειτα, λόγω της μόνιμης κατοικίας και των πολλών εξωτερικών γυρισμάτων του σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν), εικονίζεται μια μηχανή μπάνιου σε πλήρη λειτουργία. Ο αποστολέας έκρινε σκόπιμο να προσθέσει ιδιοχείρως τη διευκρίνιση Isola (Νησί) και Presso Jutland (πλησίον Γιουτλάνδης), προκειμένου να αντιληφθεί ο παραλήπτης πόσο βόρεια είχε φτάσει αυτή η συνήθεια. Η μηχανή του μπάνιου έκανε μια σχετικά σύντομη εμφάνιση και στην Αμερική, αλλά η ιδέα δεν διαδόθηκε. Οι Αμερικανοί είχαν λίγη υπομονή με τις βικτωριανές τελετουργίες σεμνότητας που περιλάμβαναν οδηγούς και ιππήλατα οχήματα. Επιπλέον, υπήρχε και μια αμυδρή οσμή σκανδάλου που συνόδευε αυτές τις συσκευές την Αμερική. Λεγόταν ότι περιστασιακά οι κολυμβήτριες προτιμούσαν να οδηγούνται στο νερό από ρωμαλέους άντρες, οι οποίοι μπορούσαν να τις σώσουν από τα κύματα. «Αυτή η πρακτική», έγραψε ένας Βρετανός παρατηρητής το 1829, «η οποία ευτυχώς δεν είναι γενικευμένη, έχει προκαλέσει αβάσιμα κουτσομπολιά για έλλειψη λεπτότητας από την πλευρά των Αμερικανίδων».
Πλησιάζοντας στο τέλος του ίδιου αιώνα τα δύο φύλα είχαν πλέον αρχίσει να κάνουν μπάνιο μαζί. Ο ανταποκριτής ενός περιοδικού έγραψε χαρακτηριστικά: «Όλοι είναι ενθουσιασμένοι, φωνάζουν σαν παιδιά, πιτσιλίζονται και βουτούν στα κύματα». Η χαρά και ο ενθουσιασμός του μικτού μπάνιου, με τη χαλάρωση της αυστηρής εθιμοτυπίας και τις μαγευτικές δυνατότητες για φλερτ, ήταν ακαταμάχητα. Οι παραλίες είχαν να κάνουν σε μεγάλο βαθμό με το κοινωνικό κύρος, τη ματαιοδοξία και τη μόδα. Αλλά πέρα από αυτά, αφορούσαν επίσης τον ερωτισμό, παρά τους αυστηρούς (ακόμα) κανόνες της ηθικής. Οι πίνακες στους οποίους καλλονές της ύστερης βικτωριανής εποχής αποκάλυπταν τα πλούσια ελέη τους, παρουσίαζαν την παραλία ως ένα απέραντο ερωτικό σκηνικό. Κατά τον 19ο αιώνα, η ανάπτυξη του θαλάσσιου μπάνιου έκανε τις σκηνές παραλίας εξαιρετικά δημοφιλείς στη ζωγραφική. Οι Γάλλοι ιμπρεσιονιστές χρησιμοποίησαν αυτές τις τοποθεσίες για να αποτυπώσουν το φως, την ατμόσφαιρα και τον κόσμο στην παραλία. Ο Ντεγκά ταξίδεψε γύρω στο 1869 στις ακτές της βόρειας Γαλλίας και ζωγράφισε τέσσερις σκηνές παραλίας. Ο Μονέ δημιούργησε εμβληματικά έργα αποτυπώνοντας την παραθεριστική ζωή στις ακτές της Νορμανδίας, με γνωστότερο το «Η παραλία στην Τρουβίλ» (1870). Ο Μπουντέν δεν ζωγράφισε μόνο έναν πίνακα με τίτλο «Στην παραλία»: Από το 1860 μέχρι το 1895 δημιούργησε μια διάσημη σειρά με πάνω από 300 έργα που απεικονίζουν πλήθη σε θέρετρα των ακτών της Νορμανδίας. Όσο για τον Σερά, ο κολοσσιαίος πίνακάς του, διαστάσεων 2μ x 3μ, (πολύ μεγαλύτερος από ό,τι είχαν συνηθίσει να βλέπουν οι επισκέπτες των γκαλερί), αποτελεί έναν υπερμεγέθη εορτασμό της θερινής φωτεινότητας και της χαλαρής διάθεσης των κολυμβητών στις όχθες του Σηκουάνα. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ο Γουίνσλοου Χόμερ (1836-1910) έγραψε ιστορία για την εξαιρετική απεικόνιση μικτών λουτρών και γυναικείων μαγιό. Τα πρωτοποριακά του έργα αποτύπωσαν τους αμφιλεγόμενους, μεταβαλλόμενους κοινωνικούς κανόνες της κουλτούρας της παραλίας. Το «Ιγκλ Χεντ, Μάντσεστερ, Μασαχουσέτη (Υψηλή Παλίρροια)» (1870), μια τολμηρή στην εποχή της ελαιογραφία, η οποία απεικονίζει τρεις γυναίκες να στεγνώνουν στην άμμο μετά από ένα κολύμπι, θεωρήθηκε εξαιρετικά αμφιλεγόμενη και επικρίθηκε για την «αδέξια» απεικόνιση των βρεγμένων ρούχων και των γυμνών ποδιών. Σε άλλους πίνακές του, γυναίκες βυθισμένες μέχρι τη μέση στο νερό, είναι προσκολλημένες στους συντρόφους τους χωρίς πολλά ρούχα να τις καλύπτουν όπως παλιότερα. Ένα ολοένα πιο γυμνό και «ξεδιάντροπο» σώμα άρχισε να εκτίθεται στο δημόσιο βλέμμα.
Εκτός από τους πίνακες ζωγραφικής, οι χιουμοριστικές κάρτες που κυκλοφόρησαν εκείνα τα χρόνια απεικόνιζαν τους κολυμβητές να διασκεδάζουν στην καρναβαλική ατμόσφαιρα της παραλίας. Χαρακτηριστική είναι η γελοιογραφία που δημοσιεύτηκε το 1877 από το βρετανικό σατιρικό περιοδικό Punch: Φορώντας ριγέ μαγιό, ο γελοιογραφούμενος ―και γελοιοποιούμενος― πρωταγωνιστής παραπέμπει στη χιουμοριστική περιγραφή ενός δημοσιογράφου της εποχής: «Τα μαλλιά σου μπερδεύονται με τον άνεμο, οι ρίγες στο μαγιό σου υποδηλώνουν έντονα στολή φυλακισμένου, η εμφάνισή σου αποτελεί μια καρικατούρα του ανθρώπινου είδους. Περιπλανιέσαι πάνω κάτω στην παραλία, ένα πλάσμα που η γη προφανώς προσπαθεί να αποτινάξει και η θάλασσα δεν θέλει να το δεχτεί». Ήταν περισσότερο από προφανές ότι. σε αντίθεση με τις επιθυμητές γυναίκες, το γδύσιμο για τον βικτωριανό άνδρα κατοικούσε στο βασίλειο της κωμωδίας.
Διαθέτοντας τη μεγαλύτερη ακτογραμμή μεταξύ των μεσογειακών χωρών και κατέχοντας την 11η θέση παγκοσμίως, η Ελλάδα δεν μπορούσε να απουσιάζει από το θαλάσσιο προσκλητήριο. Ο πρώτος δήμαρχος του Πειραιά, Κυριάκος Σερφιώτης, συνδέεται με τα πρώτα οργανωμένα λουτρά. Τον Μάρτιο του 1838, το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε την κατασκευή των πρώτων λουτρικών παραπηγμάτων. Δύο χρόνια αργότερα η ιστορική απόφαση υλοποιήθηκε στο φυσικό όρμο της Ζέας, πολύ πριν διαμορφωθεί η προκυμαία στα τέλη του ίδιου αιώνα. Ξύλινες καμπίνες τοποθετήθηκαν πάνω σε πασσάλους μέσα στη θάλασσα, χωρισμένες σε ανδρικές και γυναικείες και σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, εξαιτίας των αυστηρών ηθών. Η πρώτη εκείνη οργανωμένη παραλία στο Πασαλιμάνι αποτέλεσε τον πρόδρομο για τις πλαζ που εγκαινιάστηκαν αργότερα σε διάφορες ελληνικές πόλεις: το 1928 στον Βόλο, με την κοσμική πλαζ στην περιοχή των Αλυκών. Αρχές της δεκαετίας του ’30, στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης. Πολύ αργότερα στην Καλαμάτα, με τις λουτρικές εγκαταστάσεις που άρχισαν να λειτουργούν το 1958 στην περιοχή της Ανατολικής Παραλίας κ.λπ.
Την σκυτάλη από το Πασαλιμάνι, πάντως, παρέλαβε πρώτη η γειτονική παραλία του Νέου Φαλήρου, η οποία έγραψε ιστορία ως η «πλέον κοσμοπολίτικη πλαζ» σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής. Τα θαλάσσια λουτρά στο Νέο Φάληρο λειτούργησαν οργανωμένα από το 1868, ακολουθώντας την έναρξη λειτουργίας του ατμοκίνητου σιδηρόδρομου της γραμμής Αθηνών – Πειραιώς, η οποία αύξησε σημαντικά τη ροή του κόσμου στη θάλασσα. Τα μπάνια στο Νέο Φάληρο αποτέλεσαν το απόλυτο σκηνικό της αθηναϊκής Μπελ Επόκ. Εφημερίδες όπως η Εστία και το Εμπρός, εστίαζαν στην άφιξη της κοινωνικής ελίτ, περιγράφοντας την περιοχή ως πόλο έλξης για υπουργούς, λογοτέχνες και στρατιωτικούς. Ταυτόχρονα όμως, τόνιζαν το πάγιο αίτημα για προσιτές τιμές, ασκώντας κριτική για την εμπορευματοποίηση του μπάνιου. Ζητούσαν να γίνουν πιο προσβάσιμα τα λουτρά στο ευρύ κοινό, για λόγους υγείας και αναψυχής, και να μην αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο των εύπορων τάξεων.
Εκτός από τα πλήθη των κολυμβητών, η «πιο κοσμική και αριστοκρατική πλαζ» προσέλκυσε και τα κινηματογραφικά συνεργεία, τα οποία μετέφεραν την δράση κάποιων ταινιών εκεί. Αψευδείς μάρτυρες είναι τα διασωζόμενα πλάνα από την βωβή κωμωδία «Ο Βιλάρ στα γυναικεία λουτρά του Φαλήρου» (1920), με πρωταγωνιστή τον Νικόλαο Σφακιανό (ή Σφακιανάκη) έναν από τους πρωτοπόρους του ελληνικού βωβού κινηματογράφου και σπουδαίο ηθοποιό της επιθεώρησης. Στα πλάνα εικονίζεται μια ορχήστρα, πιθανότατα τζαζ λόγω ενός μαύρου τρομπετίστα, καθώς και μια υπερυψωμένη πίστα χορού, στην οποία στροβιλίζονται ζευγάρια ντυμένα σύμφωνα με τη μόδα της εποχής. Η ίδια παραλία, λίγα χρόνια αργότερα, θα εισήγαγε μια επαναστατική αλλαγή στα ήθη της παραλίας – και της κοινωνίας: τα μικτά λουτρά, γνωστά και ως bains mixtes (λόγω της επικρατούσας τότε γαλλικής γλώσσας). Η σύζευξη ανδρών και γυναικών, μέσα και έξω από το νερό, αποτέλεσε μια ριζική πολιτιστική μετατόπιση από τον αυστηρό, βικτωριανής κοπής, διαχωρισμό των δύο φύλων. Ωθούμενα από την άνοδο των παραθαλάσσιων διακοπών, τα μικτά λουτρά εξαπλώθηκαν και στην Ελλάδα. Η καθιέρωσή τους έγινε σταδιακά, περίπου στα μέσα της δεκαετίας του '20, προκαλώντας θυελλώδεις αντιδράσεις, αλλά και ποινικές διώξεις. Ο αθηναϊκός Τύπος τα χαρακτήριζε ως το απόλυτο κοινωνικό σκάνδαλο και μια «έξαλλη» μόδα που απειλούσε τα χρηστά ήθη. Τα δημοσιεύματα εφημερίδων που εξέφραζαν τον κοινωνικό συντηρητισμό χαρακτήριζαν το θέαμα ανήθικο και το γεγονός ως εκτροπή, εστιάζοντας στις αστυνομικές ενέργειες για την πάταξή τους. Ο Τύπος κατέγραφε τις επεμβάσεις της Χωροφυλακής, η οποία μάλιστα πραγματοποιούσε περιπολίες με βάρκες για να αποτρέψει την επαφή και συνέλαβε τους πρώτους τολμηρούς που τόλμησαν να κολυμπήσουν μαζί. Άλλες εφημερίδες, ωστόσο, υιοθέτησαν ηπιότερη στάση, καταγράφοντας αυτές τις αλλαγές στα ήθη ως κοσμοπολίτικη εξέλιξη των Αθηναίων.
Και σε αυτή την περίπτωση οι βουβές κωμωδίες ήταν παρούσες, για να καταγράψουν το καινοφανές γεγονός. «Ο γάμος του Μιχαήλ και της Κοντσέτας» (1924), με ένα κωμικό της εποχής που μνημονεύεται για την τριάδα του ονοματεπώνυμου και πατρώνυμου (Μιχαήλ Μιχαήλ του Μιχαήλ), αξιοποίησε σατιρικά το θόρυβο που είχε προκαλέσει το γεγονός. Στα πλάνα που διασώζονται ο πρωταγωνιστής μπορεί επιτέλους να ξεντυθεί σε μια καμπίνα δίπλα στις γυναικείες και να κατεβεί παρέα με κάποιες από αυτές την ξύλινη σκάλα που οδηγεί στη θάλασσα. Εκ νέου αδιάψευστος μάρτυρας ο κινηματογραφικός φακός, απαθανάτισε τη γυναικεία αμφίεση μπάνιου που επέβαλε τότε η ελληνική μόδα: σκουφάκια μπάνιου μέχρι τα αυτιά και ρούχα που σκέπαζαν όλο το σώμα, με πολύ φουσκωτά μπατζάκια με λάστιχο στη μέση και στις άκρες των ποδιών που δημιουργούσε σούρες, προσφέροντας άνεση (αλλά καθόλου χάρη) στις κινήσεις τους.
Παρά τις αντιδράσεις από τους συντηρητικούς κύκλους, η επιθυμία του κόσμου και ιδιαίτερα της νεολαίας ήταν τόσο μεγάλη που οδήγησε στη νομιμοποίηση των μικτών μπάνιων στα μέσα της δεκαετίας του ’20. Μέχρι το 1927, η αστυνόμευση των παραλιών κατά της πρακτικής αυτής σταμάτησε εντελώς και από τον επόμενο χρόνο άνδρες και γυναίκες μπορούσαν ―επιτέλους― να μοιραστούν τις χαρές της θάλασσας χωρίς ντροπές, αναστολές και ποινικές διώξεις. «Εις την θάλασσαν όπου λούονται αντιπρόσωποι των δύο φύλων πνίγεται η σεμνοτυφία», σημείωνε στην εφημερίδα Έθνος ο Τίμος Μωραϊτίνης, κλείνοντας με την επισήμανση ότι τα μικτά μπάνια είναι πολιτισμός και σηματοδοτούν την αλλαγή της εποχής.