Χάρτης 92 - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-92/klimakes/khronos-i
στην Αγάπη Καρακατσάνη
Οδηγώ ένα όχημα με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το ελέγχω και δεν το ελέγχω. Ποτέ δεν σκέφτηκα να υποβληθώ στη διαδικασία απόκτησης διπλώματος οδήγησης. Ο χρόνος μου έλειπε πάντα. Αν και κατά τα λοιπά δεν είχα μεγάλα προβλήματα με το χρόνο. Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό πως τον είχα εξημερώσει. Αλλά υπήρχε μεταξύ μας μια άτυπη συνεννόηση αλληλοανοχής. Οι ακραίες στιγμές ήταν όταν ξεφάντωνε μεταμφιεζόμενος σε παρελθόν, οπότε τον αγαπούσα με πάθος. Ή όταν φορούσε την αόρατη αμφίεση του μέλλοντος που με έκανε να κυνηγώ μορφές από καπνό άπιαστες που διαλύονταν προτού τις συλλάβω. Περί παρόντος δεν γίνεται λόγος. Ήταν το μέλλον τη στιγμή που σχεδόν εισέβαλλε στο παρελθόν. Ήταν το παρελθόν τη στιγμή της απογείωσης προς το μέλλον. Ήταν το ρευστό που μέσα του γλιστρούσε με θεϊκή χάρη κολυμπώντας ο κορμοράνος και μπορούσε να είναι ο αέρας ή το νερό – αρκούσε να μην είναι η ξεροκεφαλιά της στέρεης γης που την πατάμε. Εκεί ο κορμοράνος παραπατούσε αδέξια, με την αδεξιότητα που δοκιμάζει το πρώτο βάδισμα το μωρό παιδί. Παραπατούσα πάντα στο παρόν. Τώρα το παρόν ήταν η ξέφρενη πορεία προς το τέρμα του αδιεξόδου. Στο τέρμα υψωνόταν ο ουρανομήκης τυφλός τοίχος που κάποτε πιθανότητα χρησίμεψε για τις εκτελέσεις των θανατοποινιτών τα άγρια χαράματα. Άραγε, πολλών; Όλων; Αφού όλοι δικαιούμαστε εξίσου τον τίτλο και τη δόξα του θανατοποινίτη. Όλοι προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να υπονομεύσουν τον τοίχο. Με υπόγειες στοές, ή με το φεγγάρι με μουσικούς κηληθμούς που έκοβαν την ανάσα των γρύλων, κατάθελγαν τους μικρούς φρύνους, βαυκάλιζαν τα μικρά παιδιά. Ανατρίχιαζαν τις πανύψηλες φοινικιές που σείονταν ολόκληρες παρ’ όλη την νηνεμία. Ταράζονταν το ρευστό φεγγαρόφωτο. Οι ειδήσεις λέγανε πως τίποτα δεν πτοούσε τον τοίχο. Αντίθετα, στέριωνε και θέριευε με τον καιρό γιατί έργο του ήταν να αναχαιτίζει αποτελεσματικά το μέλλον. Δεν έπρεπε επ’ ουδενί λόγω το μέλλον να υπερεκχειλίσει και να μην αντέξει το φράγμα και να συνενωθεί με το παρόν. Το παρελθόν θα κινδύνευε και όλα θα ανατρέπονταν. Θα αποζητούσαμε με δίψα μια χαραμάδα παρελθόντος να απαγκιάσουμε σαν σε θύελλα μέλλοντος —μια Συμφωνία Μπετόβεν, ένα νανούρισμα του Μπραμς, λίγες πέρλες σε ένα περιδέραιο λίντερ των Σούμαν και Σούμπερτ. Λίγη μεταφυσική του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Δρόσο στην ψυχική έρημο. Και το όχημα έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Είχα δυο επιλογές: να θρηνώ σπαρακτικά, να κλαίω γοερά, σε πλήρη απραξία αναμένοντας σαν σε αίθουσα αναμονής νοσοκομείου, την κρίσιμη στιγμή του χειρουργείου ή της σύγκρουσης-κρούσης. Ή να εμπιστευτώ το τιμόνι στο τυχαίο και να πάρω μολύβι και χαρτί, να καταστρώσω κείμενα που δεν θα ζήλευαν τίποτα από ένα καλά κατασκευασμένο καροτσάκι για τα ψώνια της λαϊκής. Αξιόπιστα και πρακτικά ποι-ήματα ολιγόστιχα, χωρίς ούτε μία θετική σκέψη αλλά αδιάβροχα στα πάθη και τον πόνο. Μολονότι μούσκεμα στο θάνατο. Πήρα το μολύβι. Κοίταξα να δω πώς μπορώ να βολευτώ με το γράψιμο στη θέση του οδηγού. Συγύρισα το στενόχωρο κάθισμα και το’ φερα όσο πιο πίσω γινόταν για να χωρέσω ο γραφέας διπλωμένος στα δυο σαν τον παλιό Σουμέριο από πετρωμένο μάγμα, τον απολιθωμένο με τα σπιθίσματα του γρανίτη. Είδα πως έπρεπε για να χωρέσω να κοιτάω προς την αντίθετη κατεύθυνση της έξαλλης πορείας του οχήματος. Μέσα στον λιγοστό χώρο επικρατούσε μια σχεδόν νεκρική ησυχία σε σχέση με τον ορυμαγδό του έξω. Ξεκίνησα να γράφω ενώ το ας το πούμε γραφείο μετατρέπονταν σε αλλόκοτη όαση. Σχεδόν άκουγες κελαρυστά νερά και νωθρά θροΐσματα φύλλων ίσως και τα ριπίσματα του φοίνικα καλοκαιριάτικο καταμεσήμερο. Είδα, όπως ο φίλος μου που παλιά προτού πεθάνει στράφηκε αποφασιστικά πάνω στο κρεβάτι του νοσοκομείου προς τον τυφλό τοίχο και μου γύρισε την πλάτη γιατί τί δουλειά είχα εγώ εκεί την ώρα που αυτός καλούνταν σε μονομαχία με το θάνατο, είδα πως είχα ξεριζώσει το βέλος του χρόνου από την ματωμένη καρδιά μου και έψαχνα αιμάσσουσα την αρχή προτού να ξεκινήσουν όλα. Ναι, αυτή ήταν η λύση, θα γύριζα την πλάτη μου προς τον τοίχο γράφοντας πονώντας και ψάχνοντας. Ό,τι θα συνέβαινε εκεί έξω, αν συνέβαινε, θα αφορούσε κάποιον άλλον.
Παράλληλη αναζήτηση
Λουτσάνο Μπέριο (1925-2003): Sinfonia (1968), 3o Μέρος.