Χάρτης 92 - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2026
https://www.hartismag.gr/hartis-92/klimakes/i-istoria-tis-miteras-7-9
Ένα από τα τελευταία (1/4/26) e-mails του Αλέξη Σταμάτη (1960-2026) στον Χάρτη:
Από το μεθεπόμενο, μπορούμε να αρχίσουμε Το βιβλίο της Μήτερας, το οποίο είναι πολύ δουλεμένο και θα δουλεύεται και παράλληλα με τη μεταφορά του στον Χάρτη.
Είναι 30 ποιήματα, τα οποία μπορούν να τα βάλουμε, ας πούμε, πέντε φορές από έξι ή έξι από πέντε [... ] Ο στόχος είναι να εκδοθούν το '27.
7. Όταν τη φωνάζω «μάνα» – και δεν με διορθώνει
Κάποτε με φώναζε «μικρέ».
Ή, σε στιγμές τρυφερές, με το όνομά μου πιο σιγανά απ’ ό,τι χρειαζόταν.
Αλλά ποτέ δεν ήμουν «το παιδί μου» με τη σιγουριά της δήλωσης.
Κι εγώ, δεν την αποκαλούσα «μάνα».
Για χρόνια.
Την προσφωνούσα σαν γυναίκα που με γέννησε, όχι σαν πατρικό τοπωνύμιο.
«Μπέττυ», «εσύ», «μην το ξεχάσεις», «σε λίγο έρχομαι».
Λες και αν έλεγα «μάνα», θα παραβίαζα κάτι.
Το γεγονός ότι δεν υπήρξα μαζί της για δέκα κρίσιμα χρόνια.
Μα τα χρόνια πέρασαν.
Ο χρόνος, όπως πάντα, δεν νοιάζεται για τις εξηγήσεις μας.
Κι ένα απόγευμα,
της φώναξα απλά: «Μάνα, να σου φέρω κάτι από κάτω»;
Μου πήρε σχεδόν μισή παιδική ζωή να τη φωνάξω «μάνα».
Και τότε γύρισε και δεν με διόρθωσε.
Δεν είπε: «δεν χρειάζεται»,
δεν χαμογέλασε ειρωνικά,
δεν είπε «επιτέλους».
Το «μάνα» δεν είναι λέξη.
Είναι πράξη ανάκλησης.
Όταν την προφέρεις για πρώτη φορά,
δεν λες τι είναι ο άλλος
λες ποιος είσαι εσύ.
Από τότε, το λέω λιγότερο συχνά.
Όχι γιατί δεν μπορώ.
Αλλά γιατί κάθε φορά που το λέω, κάτι μέσα μου ησυχάζει επικίνδυνα.
Και δεν αντέχεται πολύ αυτή η ησυχία.
8. Ο ήχος των τακουνιών της στο κενό
Πριν τη δω, την άκουγα.
Τα τακούνια της, λεπτά, κάθετα, δεν χτυπούσαν το πάτωμα.
Το διαπερνούσαν.
Να μπουν σε κάτι πιο βαθύ από το ξύλο.
Όταν ήμουν παιδί, αυτός ο ήχος με τρόμαζε.
Γιατί σήμαινε ότι κάποιος έρχεται
που δεν θα κάτσει στο πάτωμα μαζί μου.
Κάποιος που φορά παπούτσια σε μέρη όπου εγώ ήμουν ξυπόλητος.
Αργότερα, στα δεκατρία, τον ξαναβρήκα.
Ίδιος.
Ο ήχος των τακουνιών της δεν είχε γεράσει.
Εκείνη μπορεί.
Η φωνή της είχε πικράνει ελαφρώς,
η κίνηση των χεριών της είχε γίνει πιο οικονομική.
Αλλά το βήμα της, αυτό το μεταλλικό παρέμενε ίδιο.
Όταν η ζωή σου διακόπτεται νωρίς από μια γυναίκα,
το πρώτο που χάνεις δεν είναι η αγκαλιά της.
Είναι ο ήχος της.
Και όταν τον ξαναβρίσκεις,
είναι σαν να επιστρέφει όλο το σπίτι που κάποτε δεν είχες.
Σήμερα, ο ήχος των τακουνιών της έχει σβήσει.
οι τακουνιές απαιτούν κοινό.
Τώρα, κινείται πιο αθόρυβα,
σαν να σέβεται τη νέα της θέση στον χώρο, που δεν χρειάζεται να την ακούν για να την αναγνωρίζουν.
Κι εγώ, κάποιες νύχτες, ακούω το πάτωμα.
Και νομίζω ότι έρχεται.
για να με θυμίσει.
9. Δεν είπαμε ποτέ «σ’ αγαπώ»
Η λέξη έμεινε εκεί.
Στο κατώφλι.
Ποτέ δεν πέρασε το στόμα.
Από σεβασμό στη ισορροπία που μας επέτρεψε να σταθούμε κοντά
χωρίς να συντριβούμε από τις αλήθειες.
Εγώ:
δεν της το είπα γιατί δεν ήθελα να την κάνω να αισθανθεί ένοχη.
Αν της το έλεγα, θα νόμιζε ότι ζητάω κάτι.
Και δεν ήθελα.
Ήθελα απλώς να υπάρχουμε.
Εκείνη:
δεν μου το είπε γιατί δεν ήξερε αν είχε το δικαίωμα.
Το «σ’ αγαπώ», στα χείλη της, θα ήταν ίσως
μια αδέξια προσπάθεια επανένωσης με το παιδί που δεν μεγάλωσε δίπλα της.
Και η Μπέττυ, όσο κι αν αγαπούσε, δεν υποδυόταν τη μάνα.
Ήταν γυναίκα που είχε υπάρξει παιδί,
κι αυτό της αρκούσε.
Πόσες φορές, όταν έβγαινα από το σπίτι,
ήθελα να της το πω,
μα τελικά έλεγα: να προσέχεις.
Κι εκείνη απαντούσε: κι εσύ.
Καμιά φορά, την παρατηρούσα να καθαρίζει ένα πορτοκάλι.
Τα δάχτυλά της έμεναν λίγο παραπάνω στον καρπό.
Έβλεπες ότι ήθελε να μιλήσει.
Όχι για πράγματα που έγιναν.
Αλλά για εκείνα που δεν τόλμησαν να ζητήσουν σημασία.
Το «σ’ αγαπώ» ποτέ.
Αλλά μου άφησε τις μικρές λέξεις:
― Φόρεσες κάτι;
― Να φας κάτι, είναι φρέσκο.
― Στο ψυγείο έχει το καλό γιαούρτι.
― Σου άρεσε το βιβλίο;
― Αν πας μόνος, πάρε ταξί.
Η φροντίδα της ήταν ήπια, ντροπαλή.
Κι όμως, σήμερα, όταν λέω σε κάποιον «σ’ αγαπώ»,
η φωνή μου έχει μέσα της το δικό της βάθος.
τη διστακτικότητα που προδίδει αλήθεια.
Και σκέφτομαι.
Δεν πειράζει που δεν το είπαμε ποτέ.
Το φτιάξαμε, το φροντίσαμε, το ζήσαμε.
Το «σ’ αγαπώ», αν ειπωθεί με το σώμα, δεν έχει ανάγκη ήχο.